Ο διψασμένος πλανήτης

Δημοσιεύτηκε από economia 19/04/2019 0 Σχόλια The Economist,

Οικονομική Επιθεώρηση, Aπρίλιος 2019, τ. 981
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ από τον Τhe Economist

 

 

Η κλιματική αλλαγή και η αύξηση του πληθυσμού καθιστούν τα προβλήματα του πλανήτη πιο επείγοντα

 

Όταν διερευνά το σύμπαν σε αναζήτηση εξωγήινης ζωής, η NASA ένα έχει ως σύνθημα/κατευθυντήρια εντολή: "Ακολουθήστε το νερό". Σχεδόν το 70% του σώματος του ανθρώπου είναι από νερό, παρατηρεί, ενώ το 70% της επιφάνειας της Γης καλύπτεται πάλι από νερό. "Το νερό δημιουργεί περιβάλλον που συντηρεί και τρέφει φυτά, ζώα και ανθρώπους, καθιστώντας έτσι τη Γη ιδανικό τόπο για τη ζωή εν γένει".

 

Στο μέτρο που το νερό αποτελεί μήτρα για την ίδια τη ζωή, διόλου περίεργο που οι ανησυχίες για την ποιότητά του και την επάρκεια της προμήθειας σε νερό στη Γη προσλαμβάνουν μέχρι και χροιά Αποκάλυψης. Κλασικό θέμα δυστοπικών ταινιών υπήρξε ανέκαθεν η εικόνα ενός υπέρθερμου, ξηρού μέλλοντος με άγριες αιματηρές αντιπαραθέσεις για μία σταγόνα νερού. Όμως, πόσο κοντά στην πραγματικότητα είναι παρόμοιες εφιαλτικές εικόνες; Σε τι κατάσταση βρίσκεται το πόσιμο νερό στον πλανήτη σε σχέση με την αυξανόμενη ζήτηση γι’ αυτό; Πώς μπορεί να ικανοποιηθεί η ζήτηση;

 

Το πρώτο που θα πρέπει να αναγνωρίσουμε είναι ότι οι αναφορές στο 70% δεν έχουν μεγάλη χρησιμότητα για τη συζήτηση. Το μεγαλύτερο μέρος του είναι αλμυρό: οι θάλασσες αποτελούν το 97,5% του νερού που υπάρχει στη Γη. Ένα πρόσθετο 1,75% είναι παγωμένο – στους πόλους, στους παγετώνες ή σε μόνιμα παγωμένα εδάφη. Συνεπώς, ο πλανήτης χρειάζεται να ζήσει με μόλις το 0,75% των διαθέσιμων νερών, ποσοστό που κυρίως αποτελείται από υπόγεια νερά – και τούτο μολονότι από το 0,3% των επιφανειακών νερών καλύπτεται το 59% των αναγκών (βλέπε Σχήμα). Η κατάχρηση των υδάτινων πόρων μπορεί πράγματι να φέρει μια σειρά από καταστροφές, όμως μας είναι ήδη γνωστοί οι τρόποι για να τις αποφύγουμε, ενώ αναπτύσσονται νέες τεχνολογίες που μπορούν να μας βοηθήσουν.

 

Τα βασικά προβλήματα, όμως, δεν έχουν να κάνουν ούτε με τον ίδιο τον φυσικό αυτό πόρο –καθώς το νερό πιθανόν θα αποδειχθεί άφθονο ακόμη και για έναν μεγαλύτερο πληθυσμό της Γης– ούτε με τεχνικά αδιέξοδα. Πρόκειται για προβλήματα διαχείρισης, ή μάλλον για προβλήματα σχετιζόμενα με το πώς θα αποκρούονται οι οικονομικές, πολιτικές και πολιτιστικές πιέσεις για κακοδιαχείριση του νερού. Το θέτει ωμά ο Ασίτ Μπισμάς της Σχολής Δημόσιας Πολιτικής Λι Κουάν Γιου της Σιγκαπούρης: "Έλλειψη κεφαλαίων, σπάνις, όλα αυτά αποτελούν δικαιολογίες. Το πρόβλημα –παντού– είναι πρόβλημα κακοδιαχείρισης". Ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ζαν-Κλοντ Γιουνκέρ το έχει θέσει με διαφορετικό τρόπο σε άλλη ευκαιρία: "Όλοι μας γνωρίζουμε τι να κάνουμε, μόνο που δεν γνωρίζουμε πώς να επανεκλεγούμε αφού το κάνουμε".

 

Ακόμη και εκείνες οι κυβερνήσεις που δεν είναι αντιμέτωπες με τη δυσάρεστη ανάγκη να κερδίζουν την εύνοια των πολιτών παλεύουν για να διαμορφώσουν σωστές πολιτικές διαχείρισης των υδάτινων πόρων. Οι άνθρωποι θεωρούν την πρόσβαση στο νερό θεμελιώδες δικαίωμα– και ως εκ τούτου θεωρούν το νερό σαν κάτι που πρέπει να είναι διαθέσιμο με βάση την ανάγκη που υπάρχει γι’ αυτό, όχι σαν κάτι που εξαρτάται από τη διάθεση ή τη δυνατότητα να πληρώνεται η απόκτησή του. Αυτό δυσχεραίνει την τιμολόγηση του νερού, πράγμα που οδηγεί σε λειτουργία κινήτρου σπατάλης. Ακόμη και όσοι θα ήταν πρόθυμοι να περιορίσουν τη δική τους κατανάλωση ώστε να ωφεληθούν οι επερχόμενες γενεές μπορεί να μην έχουν καν συνείδηση του πόσο νερό καταναλώνουν. Καταναλίσκουν δε το νερό όχι τόσο πίνοντάς το ή χρησιμοποιώντας το για πλύσιμο, όσο μέσω του νερού που υπάρχει στην τροφή τους ή στα ρούχα που φορούν.

 

Ούτως ή άλλως, το νερό είναι φαινομενικά ένας αενάως ανανεούμενος πόρος. Άμα χρησιμοποιηθεί για πλύσιμο, μπορεί να επαναχρησιμοποιηθεί, π.χ. για το πότισμα φυτών. Το νερό της βροχής από την ατμόσφαιρα μπορεί να «συγκομισθεί», ή πάλι μπορεί να περάσει στο έδαφος και να αναπληρώσει τους πόρους του υδροφόρου ορίζοντα. Το νερό που εξατμίζεται από λίμνες, πισίνες ή υδατοδεξαμενές, ή πάλι που «καταναλώνεται» από τη διαδικασία φωτοσύνθεσης με την οποία το νερό περνάει στα φύλλα των φυτών, καταλήγει στην ατμόσφαιρα και εν τέλει ανακυκλώνεται. Πάνω από το 60% της βροχής και του χιονιού που πέφτει επιστρέφει με αυτόν τον τρόπο. Όπως όμως ισχύει και για το νερό που καταλήγει στη θάλασσα, δεν μπορεί να επαναχρησιμοποιηθεί παρά μόνον αφού η φύση το ανακυκλώσει.

 

Παραδείγματα περιβαλλοντικών προβλημάτων

Ο σημερινός κόσμος μάς παρέχει πλήθος παραδειγμάτων περιβαλλοντικής καταστροφής, που πρέπει να αποτελέσουν προειδοποίηση ότι η χρήση του νερού έχει φυσικά όρια. Πλοία βρίσκονται σε έρημη γη στο μέσον του πουθενά, εκεί όπου εξαφανίστηκαν τα νερά στην (άλλοτε) τέταρτη μεγαλύτερη αλμυρή λίμνη της υφηλίου, την Αράλη μεταξύ Καζακστάν και Ουζμπεκιστάν. Πέρσι, το Κέιπ Τάουν στη Νότια Αφρική μόλις που απέφυγε το δυσάρεστο βραβείο της πρώτης μεγάλης πόλης στον κόσμο που θα βρισκόταν χωρίς νερό. Μέχρις ότου ήρθε βροχή και έσπασε τρία συνεχόμενα χρόνια ξηρασίας, τα επίπεδα νερού στις υδατοδεξαμενές της πόλης είχαν πέσει κάτω από το 20% και οι υπεύθυνοι συζητούσαν πόσο εφικτό θα ήταν να ρυμουλκηθεί παγόβουνο από την Ανταρκτική ώστε να δημιουργηθεί πόσιμο νερό από το λιώσιμό του. Πριν από τέσσερα χρόνια, το Σάο Πάολο της Βραζιλίας είχε βρεθεί κι εκείνο σε ανάλογη κόψη του ξυραφιού – με τις υδατοδεξαμενές στο 5% της δυναμικότητάς τους.

 

Ακόμη και η ψύχραιμη διατύπωση της πιο πρόσφατης Έκθεσης του ΟΗΕ για «την ανάπτυξη των υδάτινων πόρων» φέρει μια νότα απόγνωσης. Σημειώνει πως ήδη πάνω από το ¼ της ανθρωπότητας (1,9 δισεκατομμύρια άνθρωποι, το 73% στην Ασία) ζουν σε τόπους όπου το νερό βρίσκεται σε δυνητικά ακραία σπάνι (σύμφωνα με άλλες μελέτες, θα πρέπει να συγκρίνουμε με 240 εκατομμύρια ανθρώπων, δηλαδή το 14% του πληθυσμού του κόσμου προ εκατονταετίας). Ο αριθμός όσων βρίσκονται αντιμέτωποι με περιοδική έλλειψη νερού σχεδόν διπλασιάζεται αν υπολογίσει κανείς εκείνους που υποφέρουν έναν μήνα τον χρόνο.

 

Εν τω μεταξύ, η χρήση νερού ανά τον κόσμο είναι εξαπλάσια απ’ ό,τι ήταν πριν από έναν αιώνα – αναμένεται δε να αυξηθεί κατά 20-50% μέχρι το 2050. Ο όγκος υδάτινων πόρων που χρησιμοποιείται (κάπου 4.600 κυβικά χιλιόμετρα τον χρόνο) κινείται ήδη επίφοβα κοντά στο ανώτατο όριο που μπορεί να αντλείται χωρίς να τεθούν σε σοβαρό κίνδυνο τα διαθέσιμα αποθέματα. Το ένα τρίτο των μεγαλύτερων υπόγειων υδάτινων συστημάτων ανά τον κόσμο κινδυνεύουν να στερέψουν. Έτσι, ο αριθμός όσων ζουν υπό μείζονα πίεση από πλευράς προμήθειας νερού αναμένεται να φθάσει τους 3,2 δισεκατομμύρια ανθρώπους μέχρι το 2050, ή και τα 5,7 δισεκατομμύρια, άμα λάβει κανείς υπόψη τη μεταβολή στη διάρκεια του χρόνου. Αυτοί δεν θα βρίσκονται δε μόνον στις φτωχές χώρες (βλέπε Χάρτη). Η Αυστραλία, η Ιταλία, η Ισπανία και η ίδια η Αμερική θα βρεθούν αντιμέτωπες με σημαντική έλλειψη νερού.

 

Τρεις είναι οι κύριοι παράγοντες που οδηγούν σε συνεχιζόμενη αύξηση της ζήτησης: ο πληθυσμός, η ευημερία και η κλιματική αλλαγή. Το 2050 αναμένεται ότι ο αριθμός των ανθρώπων που θα ζουν στον κόσμο θα αυξηθεί από τα σημερινά μόλις 8 δισεκατομμύρια σε 9,4 έως 10,2 δισεκατομμύρια. Το μεγαλύτερο μέρος της αύξησης θα προέλθει από
μέρη της υφηλίου όπου ήδη παρατηρείται έλλειψη νερού: Αφρική και Ασία. Οι άνθρωποι θα ζουν μια ζωή με όλο και μεγαλύτερη ένταση χρήσης νερού, ενώ θα κινηθούν προς τις πόλεις όπου παρατηρούνται περισσότερες ελλείψεις νερού.

 

Η μεγαλύτερη αβεβαιότητα σε κάθε πρόβλεψη για τη μελλοντική ζήτηση νερού προέρχεται από τις εκτιμήσεις των αναγκών για τη γεωργία, η οποία σήμερα απορροφά το 70% των απολήψεων νερού – κυρίως για άρδευση. Ορισμένοι προβλέπουν μεγάλη αύξηση της ζήτησης έτσι που η παραγωγή ειδών διατροφής αυξάνεται προκειμένου να τραφεί ο αυξανόμενος πληθυσμός. Άλλοι πάλι, όπως ο ΟΟΣΑ, προβλέπουν μικρή υποχώρηση στη ζήτηση νερού για άρδευση, καθώς βλέπουν μελλοντικά περιορισμό σπατάλης και αύξηση της παραγωγικότητας.

 

Ακόμη λιγότερο προβλέψιμη είναι η επίπτωση της κλιματικής αλλαγής. Οι επιστήμονες συγκλίνουν, όπως εξηγεί ειδικός απεσταλμένος της ολλανδικής κυβέρνησης για τα ζητήματα του νερού, προς την άποψη ότι η διαδικασία θα λειτουργήσει «σαν πελώριος μεγεθυντικός φακός, που θα κάνει τις προκλήσεις που έχουμε μπροστά μας όλο και πιο ακραίες». Οι υγρές περιοχές του κόσμου θα γίνουν υγρότερες, οι ξηρές ξηρότερες. Ήδη, η κατανομή των υδάτινων πόρων παρουσιάζει μεγάλη ανισότητα – μόλις 9 χώρες διαθέτουν το 60% όλων των αποθεμάτων πόσιμου νερού. Κίνα και Ινδία διαθέτουν το 36% του παγκόσμιου πληθυσμού, όμως μόλις κάπου 11% του νερού. Η κλιματική αλλαγή θα επιδεινώσει αυτή την ανισότητα.

 

Τις πιο ακραίες βραχυπρόθεσμες συνέπειες αντιπροσωπεύει ο αυξανόμενος αριθμός ακραίων καιρικών φαινομένων τις τελευταίες δύο δεκαετίες: κατά μέσο όρο, 300 εκατομμύρια άνθρωποι βρίσκονται κάθε χρόνο εκτεθειμένοι σε τέτοια φαινόμενα. Οι σχεδόν ταυτόχρονες καταιγίδες του Σεπτεμβρίου 2018 (ο κυκλώνας Φλόρενς στην Ανατολική Αμερική και ο υπερ-τυφώνας Μανγκχούτ στην Ανατολική Ασία) αποδόθηκαν από τους επιστήμονες στα αυξανόμενα επίπεδα αερίων του θερμοκηπίου, στην άνοδο της θερμοκρασίας των ωκεανών και στην κλιματική αλλαγή. Μετρήσεις της θερμοκρασίας των θαλασσών μέχρι βάθους 2.000 μέτρων δείχνουν σταθερή αύξηση από το 1950 και μετά, ενώ ήδη βρισκόμαστε σε επίπεδα-ρεκόρ. Τα μοντέλα παρακολούθησης του κλίματος προβλέπουν εδώ και καιρό ότι οι θερμότεροι ωκεανοί θα φέρουν πιο έντονες καταιγίδες, μακρότερης δε διάρκειας. Την αύξηση των θερμοκρασιών συνοδεύει η άνοδος της επιφάνειας της θάλασσας (κατά 3 χιλιοστά τον χρόνο), καθώς το θερμότερο νερό διαστέλλεται, αλλά και λιώνουν οι πάγοι στους δύο Πόλους. Τα ψηλότερα επίπεδα θάλασσας προκαλούν καταιγίδες που πηγαίνουν βαθύτερα στη στεριά. Οι δε μεγαλύτερες θερμοκρασίες του αέρα σημαίνουν ότι η ατμόσφαιρα συγκρατεί περισσότερη υγρασία, που τελικά θα μετατραπεί σε βροχόπτωση.

 

Μακροπρόθεσμα πάντως, η μεγαλύτερη επίπτωση της κλιματικής αλλαγής δεν θα είναι το πολύ νερό αλλά η έλλειψή του. Έκθεση της Παγκόσμιας Τράπεζας το περιγράφει αυτό ως εξής: «Οι επιπτώσεις της σπάνεως υδάτων και των περιόδων ξηρασίας μπορεί να καταστούν μεγαλύτερες, προξενώντας μακροπρόθεσμη ζημία με τρόπους που δεν έχουν γίνει πλήρως κατανοητοί και δεν παρακολουθούνται επαρκώς». Φυσικά, πολλά θα εξαρτηθούν από το πόσο (και πόσο γρήγορα) θα προχωρήσει η κλιματική αλλαγή.

 

Τον περασμένο Οκτώβριο, η διακυβερνητική επιτροπή για την κλιματική αλλαγή δημοσίευσε έκθεση που περιέγραφε τις συνέπειες συγκράτησης της ανόδου της θερμοκρασίας στην υφήλιο κατά 1,5°C πάνω από τα επίπεδα πριν από τη βιομηχανική εποχή αντί αύξησης κατά 2°C. Το συμπέρασμα, «με μέτρια βεβαιότητα», είναι ότι με αύξηση 2°C ένα πρόσθετο 8% του παγκόσμιου πληθυσμού του έτους 2000 θα δοκιμασθεί από επιδείνωση της σπάνεως νερού μέχρι το 2050. Άμα η αύξηση παραμείνει στους 1,5°C, πέφτουμε στο 4%. Όμως, η περιφερειακή διαφοροποίηση θα είναι μεγάλη. Για παράδειγμα, μελέτες δείχνουν ότι στη Μεσόγειο μια αύξηση κατά 1,5°C θα φέρει στατιστικά ασήμαντη μεταβολή στη μέση ετήσια ροή ποταμιών και χειμάρρων της περιοχής, ενώ αύξηση κατά 2°C θα φέρει μείωση κατά 10-30%.

 

Η μείωση της ροής των χειμάρρων αποτελεί παγκόσμιο φαινόμενο. Μέρος του ανάγεται στον περιορισμό των βροχοπτώσεων. Μεγαλύτερη όμως είναι η επίπτωση των άμεσα ανθρωπογενών παρεμβάσεων – χτίσιμο φραγμάτων και εκτροπή του ρου ποταμιών για έλεγχο των πλημμυρών, για αποθήκευση του νερού και για άρδευση. Όπου δε συνεχίζει να υπάρχει ρους ποταμών, το νερό συχνά δεν είναι ασφαλές ως πόσιμο ή ακόμη και για πλύσιμο. Όταν κανείς εξετάζει τη Γη, λογικό είναι να ξεκινάει από τα επιφανειακά νερά. Ως προς αυτό, οι εμπειρίες δύο χωρών είναι αντικρουόμενες: το Ισραήλ συχνά θεωρείται πρότυπο σωστής διαχείρισης των υδάτινων πόρων, ενώ η Ινδία συνήθως αποτελεί το αντίθετο.

 

 

© The Economist. Μεταφράστηκε και δημοσιεύθηκε από τις Εκδόσεις Κέρκυρα Α.Ε., έπειτα από ειδική άδεια. Το πρωτότυπο αγγλικό κείμενο βρίσκεται στο www.economist.com

Αφήστε ένα σχόλιο