Λουκάς Παπαδήμος, αρχές 2017

Δημοσιεύτηκε από economia 13/01/2017 0 Σχόλια Economia Blog,

Έγινε χθες στην κεντρική αίθουσα της Ακαδημίας Αθηνών, με όλο το τελετουργικό που παραπέμπει σε άλλες εποχές, η τελετή εγκατάστασης –άλλη παραπομπή κι αυτή σε άλλες εποχές– του Προέδρου της Ακαδημίας για το 2017. Πρόεδρος, προερχόμενος από την τάξη των Ηθικών και Πολιτικών Επιστημών (εδώ μπαίνουν στη μέση και τα Οικονομικά) είχε αναδειχθεί ήδη από πέρσι ο Λουκάς Παπαδήμος, ο οποίος ξεκίνησε τη φετινή θητεία του μιλώντας για «Οικονομική Ανάπτυξη και Δημοσιονομική Εξυγίανση: Διττή πρόκληση για την οικονομική πολιτική».

 

Αν κάποιος από την κυβέρνηση παρακολουθούσε την τοποθέτηση Παπαδήμου από το τέλος προς την αρχή, θα μπορούσε να ξαφνιαστεί ευχάριστα – έως και να θεωρήσει ότι βρήκε αναπάντεχο σύμμαχο! (Βέβαια, στο τέλος-τέλος ο Λ. Παπαδήμος τάχθηκε με έμφαση υπέρ της αναζήτησης συναινέσεων, πράγμα που δεν είναι και τόσο του συρμού σ' αυτήν την φάση. Επίσης, στήριξε την ανάγκη για λιγότερα λόγια, περισσότερα έργα, φθάνοντας στην ατάκα «ο λόγος λόγων προς έργα έχει φθάσει στην Ελλάδα να είναι χειρότερος και από τον λόγο του χρέους προς το ΑΕΠ», ατάκα που έβγαλε και κάποιο γέλιο στην ομήγυρη).

 

Πράγματι, στο τέλος της προσέγγισης Παπαδήμου υπήρχε υπεράσπιση της θέσης για ανάγκη ελάφρυνσης/αναδιάρθρωσης του χρέους, και μάλιστα με εξειδίκευση ότι θα ’πρεπε τα μεσοπρόθεσμα μέτρα για το χρέος να περιλάβουν επιμηκύνσεις όχι 3 ή 5 χρόνων αλλά 30, καθώς και σημαντική μείωση επιτοκίων σε στοχευμένα τμήματα του χρέους. Επίσης, η στρατηγική που κατέθεσε ο Λ. Παπαδήμος για έξοδο από τα αδιέξοδο μιας κρίσης που προέκυψε και βαρύτερη, και πιο μακρά απ' οποιασδήποτε άλλης χώρας, περιέλαβε αναφορές σε σωστή σχεδίαση και κατάλληλα μέτρα και σε ανάκτηση της εμπιστοσύνης, όμως με έμφαση συμπεριέλαβε και την ανάγκη αποδοτικής εφαρμογής προς την κατεύθυνση της κοινωνικής συνοχής. (Όσοι έχουν αληθινά παρακολουθήσει την πορεία του, γνωρίζουν ότι ανέκαθεν ο μαθητής του Modigliani Παπαδήμος έδινε βάρος σ' αυτές τις διαστάσεις, της κοινωνικής συνοχής και της συναίνεσης).

 

Άμα, όμως, περάσει κανείς στην ανάγνωση τού γιατί η κρίση σ' εμάς υπήρξε τόσο βαριά και γιατί διαρκεί τόσο, τα πράγματα είναι πιο ζυγιασμένα στις ευθύνες. Ναι, οι ανισορροπίες –δημοσιονομικές και εξωτερικού σκέλους– ξεκινώντας ήταν βαρύτερες στην Ελλάδα απ' ό,τι όπου αλλού. Στο δε ξεκίνημα των Μνημονίων, οι βραχυπρόθεσμοι στόχοι που τέθηκαν έφεραν υπερβολικά απότομη προσαρμογή (και υποεκτιμήθηκε η υφεσιακη τους επίπτωση). Όμως και οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, εκείνες  που θα βοηθούσαν σε ανάκαμψη, έμειναν πίσω, και η δυσπιστία πρυτάνευσε, και ο εκλογικός κύκλος και οι πολιτικές επιδιώξεις καθυστέρησαν και νόθευσαν την εφαρμογή.

 

Προσθέστε, εδώ, την πολλαπλασιαστική επίδραση του προβλήματος των τραπεζών (εκροή καταθέσεων, συν NPLs, συν άντληση πόρων από το Δημόσιο), κυρίως όμως την τραγική –δική μας η ένταση του όρου– επικοινωνία των διαδοχικών κυβερνήσεων, που έφερε σύγχυση και λειτούργησε τελείως αντιπαραγωγικά. Υπονόμευσαν κάθε πολιτική και "εξασφάλισαν" τα αδιέξοδα.