Πώς τα παιδιά των μεταναστών προσαρμόζονται στην πολυγλωσσία

Δημοσιεύτηκε από Rita Theologi 17/05/2019 0 Σχόλια The Economist,

«Καταλαβαίνεις τη γιαγιά όταν σου μιλάει, έτσι δεν είναι παιδί μου

 

 

Το κορίτσι έγνεψε καταφατικά. 

 

 

Συναντηθήκαμε με την μαθήτρια, τη Δανή μητέρα και τον Άγγλο πατέρα στο αεροδρόμιο με προορισμό τη Δανία. Οι γονείς ήταν πρόθυμοι να συζητήσουν την εμπειρία τους για την ανατροφή της κόρης τους στο Λονδίνο. Δεν είναι εύκολο: ο σύζυγος δεν μιλάει δανέζικα, οπότε το παιδί ακούει τη γλώσσα μόνο από τη μητέρα η οποία έχει πλέον αποδεχθεί ότι θα οι απαντήσεις που θα λάβει θα είναι στα αγγλικά.

 

 

Αυτό μπορεί να αποδειχθεί επώδυνο. Είναι δύσκολο να μη χρησιμοποιείτε κοινή πρώτη γλώσσα με τα αγαπημένα σας πρόσωπα ενώ η προσπάθεια να μην μεταφέρετε την απογοήτευση στα παιδιά σας ίσως είναι ιδιαίτερα σκληρή. Πολλοί μετανάστες γονείς αισθάνονται αποτυχία και μοιράζονται ιστορίες σε φόρουμ γονικής μέριμνας και μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ελπίζοντας να βρουν το μυστικό για την επιτυχή ανατροφή δίγλωσσων παιδιών.

 

 

Τα παιδιά είναι “γλωσσικά σφουγγάρια”, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι η περιορισμένη έκθεση σε μια γλώσσα είναι αρκετή. Πρέπει να ακούν τη γλώσσα αρκετά ώστε να την καταλάβουν και να τη χρησιμοποιούν συχνά για να μπορούν να συνομιλούν άνετα. Πρόκειται για μια ψυχική διεργασία καθώς ένα παιδί που δεν έχει κίνητρο να μιλήσει μια γλώσσα - από ανάγκη ή από ισχυρή επιθυμία - θα την αποφεύγει. Ο εγκέφαλος των παιδιών είναι ήδη αρκετά απασχολημένος έτσι κι αλλιώς...

 

 

Έτσι, οι γλώσσες συχνά ξεχνιούνται και πεθαίνουν όταν οι γονείς μετακομίζουν στο εξωτερικό. Ας πάρουμε για παράδειγμα την Αμερική. Το ποσοστό του πληθυσμού που γεννήθηκε στο εξωτερικό είναι 13,7% και ποτέ δεν ήταν χαμηλότερο από 4,7% (το 1970). Και όμως οι ομιλητές ξένων γλωσσών δεν αυξάνονται: σήμερα μόνο το 25% του πληθυσμού μιλάει άλλη γλώσσα. Αυτό συμβαίνει επειδή, τυπικά, η πρώτη γενιά που γεννιέται στην Αμερική είναι δίγλωσση και η δεύτερη είναι μονόγλωσση - στα αγγλικά, τα παιδιά συχνά δυσκολεύονται να μιλήσουν άνετα με τους μετανάστες παππούδες τους.

 

 

Στο παρελθόν, οι κυβερνήσεις αποθάρρυναν τις οικογένειες των μεταναστών να διατηρούν τις γλώσσες τους. Ο Teddy Roosevelt ανησυχούσε ότι η Αμερική θα γίνει ένα πολυγλωσσικό οικοτροφείο. Σήμερα, οι κυβερνητικοί αξιωματούχοι τείνουν να είναι λιγότερο παρεμβατικοί. Κάποιοι μάλιστα θεωρούν ότι οι γλωσσικές ικανότητες των μεταναστών αποτελούν πολύτιμο πόρο. Ωστόσο, πολλοί παράγοντες βοηθούν ώστε τα παιδιά των μεταναστών να ξεχνούν τις γλώσσες των γονιών τους ή να μην τις μαθαίνουν ποτέ.

 

 

Ο χρόνος που δαπανά ένας μαθητής στη δεύτερη γλώσσα (τη γλώσσα κληρονομιάς) δεν συγκρίνεται με τον χρόνο που δαπανάται στην πρώτη. Έτσι, οι εκπαιδευτικοί συχνά αποθαρρύνουν τους γονείς να μιλούν στα παιδιά τους στη δεύτερη γλώσσα (το φαινόμενο είναι πιο έντονο όταν η δεύτερη γλώσσα στερείται κύρους). Οι γονείς συχνά συμμορφώνονται, έστω και απρόθυμα, καθώς ανησυχούν για την εκπαίδευση των παιδιών τους. Ωστόσο, αυτό είναι άδικο, γιατί στην πραγματικότητα τα παιδιά μπορούν να κατακτήσουν δύο γλώσσες ή ακόμα περισσότερες. Η έρευνα δείχνει ότι το λεξιλόγιό τους ίσως είναι ελαφρώς μικρότερο αν και υπάρχουν μελέτες που υπογραμμίζουν τα γνωστικά πλεονεκτήματα μεταξύ των δίγλωσσων παιδιών. Μπορεί να είναι πιο έμπειρα σε σύνθετα καθήκοντα, πιο συγκεντρωμένα και να έχουν μειωμένες πιθανότητες να εμφανίσουν άνοια στην τρίτη ηλικία. 

 

 

Ακόμη και χωρίς τις προαναφερθείσες θετικές επιπτώσεις, η σύνδεση ενός δίγλωσσου παιδιού με δύο πολιτισμούς είναι αδιαμφισβήτητα θετική από μόνη της. Όταν και οι δύο γονείς μιλούν τη δεύτερη γλώσσα, η στρατηγική είναι να χρησιμοποιείτε μόνο αυτή στο σπίτι και την πρώτη εκτός σπιτιού. Όταν όμως οι γονείς μιλούν διαφορετικές γλώσσες, ίσως η πιο σωστή προσέγγιση είναι "μία γλώσσα ανά γονέα". Ο François Grosjean, γλωσσολόγος στο πανεπιστήμιο του Neuchâtel στην Ελβετία, τονίζει αυτή την αναγκαιότητα κρατώντας μια επιφύλαξη για τις περιπτώσεις στις οποίες πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο η γλώσσα που “χρειάζεται υποστήριξη”.

 

 

Η Sabine Little, γερμανίδα γλωσσολόγος στο Πανεπιστήμιο του Σέφιλντ, δίνει την έμφαση σε άλλα σημεία. ‘Όταν η δεύτερη γλώσσα γίνεται ένα ακόμα καθήκον που επιβάλλουν οι γονείς τότε μπορεί να οδηγήσει σε απόρριψη από τα παιδιά”, υποστηρίζει και προτείνει να αφήσουμε τα παιδιά να σφυρηλατήσουν τη συναισθηματική τους σύνδεση με τη γλώσσα. Ο γιος της “παραιτήθηκε” από τη γερμανική για αρκετά χρόνια πριν τελικά επιστρέψει σε αυτήν. Τον άφησε να καθορίσει πότε θα μιλούσαν μαζί γερμανικά και εκείνος διάλεξε τη διαδρομή σε δραστηριότητες μετά το σχολείο, κατά τις οποίες ο πατέρας του, ο οποίος δεν μιλάει γερμανικά, δεν θα αποκλειόταν επίσης. Όπως και για πολλούς νέους, ο επιτρεπόμενος χρόνος του στο YouTube είναι περιορισμένος - αλλά αυξάνεται αν παρακολουθεί στα γερμανικά. 

 

 

Οι γλώσσες συνιστούν αναπόσπαστο κομμάτι της ταυτότητας και είναι απογοητευτικό να αποτυγχάνει η μεταβίβασή τους στα παιδιά. Ίσως το κλειδί της επιτυχίας κρύβεται στην υπενθύμιση ότι δεν πρόκειται για ένα ακόμα καθήκον αλλά για ένα ζήτημα της καρδιάς.

 

 

Μετάφραση: Ρίτα Θεολόγη

 
 

Αφήστε ένα σχόλιο