Η Βιομηχανική Επιθεώρησις για τη Συμφωνία Σύνδεσης με την ΕΟΚ

Δημοσιεύτηκε από economia 14/05/2019 0 Σχόλια αρχείο Βιομηχανική Επιθεώρησις,

Το μεσημέρι της Κυριακής, 9 Ιουλίου 1961, στην Αίθουσα Τροπαίων της Βουλής, υπογράφτηκε επίσημα η Συμφωνία Σύνδεσης Ελλάδας-ΕΟΚ. Από ελληνικής πλευράς την υπέγραψαν (από αριστερά στη φωτογραφία) ο υπουργός Εξωτερικών, Ευάγγελος Αβέρωφ, ο υπουργός Συντονισμού, Αριστείδης Πρωτοπαπαδάκης κι ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, Παναγιώτης Κανελλόπουλος. Δίπλα τους ο αντικαγκελάριος της Δ. Γερμανίας Λούντβιχ Ερχαρντ και ο υπουργός Εξωτερικών του Βελγίου, Πολ Ανρί Σπάακ.

 

 

 

 

 

Το ιστορικό πλαίσιο

Οι διαπραγματεύσεις για τη Συμφωνία Σύνδεσης της Ελλάδας με την ΕΟΚ άρχισαν στις 10 Σεπτεμβρίου 1959 και διήρκεσαν δύο χρόνια. Στις 30 Μαρτίου 1961 εξαγγέλθηκε η επίτευξη οριστικής συμφωνίας για τη Σύνδεση της Ελλάδας με την ΕΟΚ, υπό τη μορφή τελωνειακής ένωσης. Οι όροι της σύνδεσης είχαν διαμορφωθεί ώστε η Ελλάδα, με προϋπόθεση την επίτευξη ικανοποιητικής προόδου, να ενταχθεί μελλοντικά στους κόλπους της Κοινότητας ως πλήρες και ισότιμο μέλος.

Προβλεπόταν μεταβατική περίοδος 22 ετών, στο διάστημα των οποίων θα καταργούνταν στην Ελλάδα οι εισαγωγικοί δασμοί και όλα τα περιοριστικά μέτρα σε βάρος της ελεύθερης κυκλοφορίας βιομηχανικών προϊόντων των Κοινοτικών χωρών. Αντίστοιχα, τα μέλη της Κοινότητας θα καταργούσαν δασμούς και περιοριστικά μέτρα σε βάρος των ελληνικών προϊόντων σε διάστημα 12 ετών –ενδεχομένως και νωρίτερα. Η Ελλάδα επιφορτιζόταν με την υποχρέωση να υιοθετήσει σταδιακά το κοινό εξωτερικό δασμολόγιο της ΕΟΚ σχετικά με εισαγόμενα βιομηχανικά αγαθά από τρίτες χώρες και να αποδεχθεί, υπό έκτακτες περιστάσεις, ρήτρες διασφάλισης για τη μεταβατική περίοδο.

Στον τομέα της γεωργίας, η Κοινότητα καταργούσε αυτόματα τους δασμούς στα κύρια εξαγώγιμα ελληνικά προϊόντα. Παράλληλα, καθοριζόταν η διαδικασία για την εναρμόνιση της αγροτικής πολιτικής της Ελλάδας με την Κοινή Αγροτική Πολιτική της Κοινότητας κατά την επικείμενη εφαρμογή της κατά προϊόν, ώστε να εξασφαλισθεί η ισότητα στη μεταχείριση των προϊόντων των κρατών μελών και των παρεμφερών ελληνικών προϊόντων στις αγορές των συμβαλλομένων μερών. Το ποσό της οικονομικής χορηγίας προς την Ελλάδα, υπό μορφής δανείου από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, ανερχόταν σε 125 εκατομμύρια δολάρια για περίοδο πέντε ετών.

Στις 19 Μαΐου του 1961 το Συμβούλιο Υπουργών των "Έξι" δεν αποδέχθηκε τη Συμφωνία που μονογραφήθηκε και ζήτησε νέες διαπραγματεύσεις σε ορισμένα σημεία. Οι δυσκολίες όμως υπερνικήθηκαν και στις 12 Ιουνίου το Συμβούλιο Υπουργών ενέκρινε την τελική μορφή της συμφωνίας, που υπογράφηκε στις 9 Ιουλίου του 1961. Περιλάμβανε 77 άρθρα και επιπλέον 20 πρωτόκολλα και 9 δηλώσεις, χωρισμένες σε 3 παραρτήματα, που αποτέλεσαν μαζί με 4 πίνακες το σύνολο των κειμένων. Κυρώθηκε από τη Βουλή στις 28 Φεβρουαρίου του 1962 και τέθηκε σε ισχύ την 1η Νοεμβρίου του 1962.

Η συνομολόγησή της έγινε θετικά δεκτή από τις πολιτικές δυνάμεις στο σύνολό τους, με την εξαίρεση της ΕΔΑ, ριζικά αντίθετης τόσο στον γενικό προσανατολισμό όσο και στο περιεχόμενο της συμφωνίας. Μεμονωμένες ήταν οι αντιδράσεις από άλλες προσωπικότητες, όπως του Ευάγγελου Παπανούτσου (που την αποκάλεσε «νέα αποικιοκρατία»). Αντίθετα, ζωηρή υπήρξε η αίσθηση ότι με την προσχώρηση στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες διανοιγόταν μια νέα προοπτική, πηγή ελπίδων και πρόκληση ταυτόχρονα. Οι ΗΠΑ, με δήλωση εκπροσώπου του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, δεν έκρυψαν την ικανοποίησή τους για την επιτυχή έκβαση των διαπραγματεύσεων.

 

Βιομηχανική Επιθεώρησις, Ιούνιος 1961

 

Αφήστε ένα σχόλιο