Η νέα εποχή σκανδάλων

Δημοσιεύτηκε από economia 15/05/2019 0 Σχόλια The Economist,

Οικονομική Επιθεώρηση, Μάιος 2019, τ. 982 

EΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ από τον Τhe Economist

 

 

 

Boeing, Goldman Sachs, Facebook: Μια σειρά ατυχημάτων και σφαλμάτων συμπεριφοράς καθιστά αναγκαία την επανεκκίνηση

 

 

Δύο πράγματα εντυπωσιάζουν σήμερα στο επιχειρηματικό τοπίο. Το πρώτο είναι πόσο επιτυχημένες είναι οι αμερικανικές επιχειρήσεις: αποτελούν τις 57 από τις 100 μεγαλύτερες επιχειρήσεις του κόσμου, εισηγμένες σε χρηματιστήρια. Το δεύτερο είναι η δυσάρεστη οσμή που αναδίδεται από αρκετές από τις ισχυρότερες αυτές επιχειρήσεις.

 

Έτσι, η Boeing έχει να αντιμετωπίσει την καταγγελία ότι πούλησε αεροπλάνα του τύπου 737MAX που ήταν εξοπλισμένα με επικίνδυνο λογισμικό. Εξηγεί ότι «ανέλαβε πρωτοβουλίες ώστε να εξασφαλισθεί πλήρως η ασφάλεια του 737ΜΑΧ». Εν τω μεταξύ, εναντίον της Goldman Sachs έχουν ασκηθεί διώξεις στη Μαλαισία για τον ρόλο της στην οργάνωση της έκδοσης ομολόγου 6,5 δολαρίων για κρατικής ιδιοκτησίας Ταμείο που βρέθηκε εμπλεκόμενο σε υπόθεση απάτης. Η Goldman αναφέρει ότι «συνεργάζεται πλήρως με την ανάκριση». Στην Καλιφόρνια, σώμα ενόρκων κατέληξε σε συμπέρασμα ότι η Monsanto δεν φρόντισε να προειδοποιήσει πελάτη ότι ένα ζιζανιοκτόνο της θα μπορούσε, ενδεχομένως, να προκαλέσει καρκίνο. Η γερμανική Bayer, που αγόρασε την Monsanto τον Ιούνιο, αναφέρει ότι θα εφεσιβάλει την απόφαση.

 

 

Η Wells Fargo, μια από τις μεγαλύτερες αμερικανικές τράπεζες, παραδέχθηκε ότι έχει ανοίξει 3,5 εκατομμύρια τραπεζικούς λογαριασμούς χωρίς να λάβει έγκριση. Εξηγεί ότι εργάζεται ώστε «να ξαναδημιουργηθεί κλίμα εμπιστοσύνης με τους ενδιαφερομένους». Το Facebook έχει εμπλακεί σε σκάνδαλα: οι πρακτικές που εφαρμόζει βρίσκονται υπό διερεύνηση σε πλήθος χωρών. Η εταιρεία δηλώνει: «Χρειάζεται ενεργότερος ρόλος των κυβερνήσεων και των ρυθμιστικών αρχών». Περί τα 146 εκατομμύρια πελατών της Equifax (εταιρείας πιστοληπτικής αξιολόγησης) βρέθηκαν με τα προσωπικά τους δεδομένα κλεμμένα το 2017. Διώκεται για αμέλεια, σύμφωνα με την ετήσια έκθεση που δημοσιεύει. Πρόσφατη καταχώρηση που απευθύνεται στους επενδυτές του αναφέρει ότι η προστασία των δεδομένων «αποτελεί ύψιστη προτεραιότητα της εταιρείας».

 

Παραπέρα συναντά κανείς την επιδημία των οπιοειδών, που δεν περιλαμβάνει μόνο την Purdue Pharma (την κατασκευάστρια του Oxycontin), αλλά και άλλες εταιρείες όπως η McKesson και η Johnson&Johnson (σύμφωνα με τον εισαγγελέα της Νέας Υόρκης). Η Purdue δήλωσε ότι την «απασχολεί σοβαρότατα» η επιδημία και ότι το ΔΣ της «επαύξησε τις διαδικασίες ελέγχου που αφορούν τη διανομή των οπιοειδών». Η Johnson&Johnson αναφέρει ότι «είναι δεσμευμένη να εξασφαλίσει την ορθή χρήση των φαρμάκων της».

 

Θα ήταν ευχάριστο να θεωρήσει κανείς αυτές τις περιπτώσεις ασύνδετα περιστατικά, τα οποία εξηγούνται από παράγοντες που ξεκινούν από την κακοτυχία ή το ανθρώπινο σφάλμα και φθάνουν στην αμέλεια ή την εγκληματική πρόθεση. Μια τέτοια προσέγγιση θα ήταν όμως εσφαλμένη. Οι αμερικανικές εταιρείες είναι περισσότερο επιρρεπείς σε σκάνδαλα απ’ ό,τι οι αντίστοιχες στην άλλη ακτή του Ατλαντικού. Η συνολική κεφαλαιοποίηση των αμερικανικών εταιρειών που είναι αναμεμειγμένες σε δυσάρεστα επεισόδια –που έχουν γίνει δημόσια γνωστά από το 2016 και μετά– φθάνει τα 1,54 τρισ. δολάρια. Έχουν επηρεασθεί απ’ αυτήν τουλάχιστον 200 εκατομμύρια καταναλωτές. Για τις ευρωπαϊκές εταιρείες, τα αντίστοιχα νούμερα είναι 600 δισ. δολαρίων και λιγότεροι από 30 εκατομμύρια καταναλωτές, συμπεριλαμβανομένων των αυτοκινητοβιομηχανών που πλαστογράφησαν τα στοιχεία εκπομπών καυσαερίων ή των σκανδιναβικών τραπεζών που ενέχονται σε ξέπλυμα χρήματος.

 

 

Η Αμερική έχει προϊστορία στα εταιρικά σκάνδαλα. Τον 19ο αιώνα, τα σφαγεία πουλούσαν σάπια κρέατα. Τη δεκαετία του ‘60 ο Ραλφ Νέιντερ –σταυροφόρος των δικαιωμάτων των καταναλωτών–αποκάλυψε ότι τα αυτοκίνητα που κατασκεύαζε το Ντιτρόιτ ήταν "ανασφαλή σε οποιαδήποτε ταχύτητα". Τη δεκαετία του ‘60, αγωγές για τα προϊόντα καπνού και τον αμίαντο οδήγησαν σε συμβιβαστικές αποζημιώσεις που κόστισαν στους μετόχους πάνω από 150 δισ. δολάρια. Στις αρχές της δεκαετίας του 2000 υπήρξαν λογιστικά σκάνδαλα στην Enron, ή την WorldCom, ενώ στα μέσα της ίδιας δεκαετίας οι απάτες στα ενυπόθηκα δάνεια είχαν πλέον γίνει ενδημική πληγή.

 

 

Οι κρίσεις του σήμερα είναι ποικίλου περιεχομένου, όμως εμφανίζουν κοινά στοιχεία. Πρόκειται για κατεστημένες εταιρείες, με κυρίαρχες θέσεις στην αγορά. Έκρηξη δυσαρέσκειας διαχέεται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αλλά και στο Κογκρέσο. Το οικονομικό κόστος, όμως, ήταν περιορισμένο. Άμα κανείς λάβει υπόψη ένα δείγμα από τις μεγάλες αμερικανικές εταιρείες που είναι εισηγμένες σε χρηματιστήρια και που βρέθηκαν αναμεμειγμένες σε αμφιλεγόμενα επεισόδια, βλέπει ότι η μέση τιμή των μετοχών τους υστέρησε κατά ένα ανεκτό 11% (μετά τη διανομή μερισμάτων) μετά τα γεγονότα. Μετά την πτώση αεροπλάνου της στην Αιθιοπία, η τιμή της μετοχής της Boeing έπεσε 8% – αλλά στη συνέχεια διόρθωσε, επανερχόμενη πάνω από τα επίπεδα του Ιανουαρίου.

 

 

Μόνο σε δύο από τις δέκα υποθέσεις είδαμε τους υψηλούς υπευθύνους των επιχειρήσεων να παραιτούνται. Υπήρξαν βέβαια κάποιες προσαρμογές στις αμοιβές διευθυνόντων. Η Goldman εξηγεί ότι κάποια από τα προγράμματά της ανταμοιβών στελεχών με μετοχές επανελέγχονται με βάση τη διερεύνηση του επεισοδίου στη Μαλαισία. Η Equifax λέει ότι τα θέματα κυβερνοασφάλειας έχουν ενσωματωθεί στα σχήματα αμοιβών των στελεχών. Και πάλι όμως: για τις δέκα επιχειρήσεις, το σύνολο αμοιβών των ανωτάτων στελεχών έχει αυξηθεί κατά την τελευταία 4ετία, φθάνοντας σχεδόν τα 600 εκατομμύρια δολάρια σύμφωνα με το Bloomberg.

 

 

Τίποτε απ’ όλα αυτά δεν θα εκπλήξει τους επικριτές του καπιταλισμού. Το δικό τους επιχείρημα είναι ότι οι επιχειρήσεις που ελέγχονται από ιδιώτες μετόχους δείχνουν ιδιαίτερα αδύναμες σε θέματα ηθικής. Όμως το επιχείρημα αυτό εύκολα ανατρέπεται. Η Volkswagen οργάνωσε απάτη για τα επίπεδα καυσαερίων στους ελέγχους της, και ας ελέγχεται εν μέρει από το γερμανικό Δημόσιο, κι ας έχει εργαζομένους στο ΔΣ της. Στη Σουηδία δε, παρά τον αγκαλιαστικό συνεργατικό καπιταλισμό που επικρατεί (των stakeholders), η Swedbank βρίσκεται αντιμέτωπη με ποινική δίωξη για ξέπλυμα χρήματος.

 

 

Μια άλλη εξήγηση είναι ότι ο αμερικανικός καπιταλισμός έχει χάσει την ισορροπία του. Ανέκαθεν ήταν δυναμικός και ανήσυχος. Οι εταιρείες συνεχώς αναζητούν τα όρια του τι είναι εφικτό – και επιτρεπτό. Οι τεχνολογικές εταιρείες είναι απλώς οι πιο πρόσφατες που "κινούνται γρήγορα και σπάνε κάποια πράγματα", όπως λέει το (ανεπίσημο) σλόγκαν του Facebook.

 

 

Τρεις δυνάμεις συγκρατούν τη συμπεριφορά των επιχειρήσεων: οι ρυθμιστικοί κανόνες, οι δικαστικές διώξεις και ο ανταγωνισμός. Μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση, υπήρξε μια θύελλα από αγωγές και πρόστιμα κατά των τραπεζών. Έκτοτε όμως καθεμιά απ’ αυτές τις τρεις δυνάμεις εξασθένησε – οπότε αυξάνονται τα κίνητρα να αναλάβουν οι εταιρείες διακινδύνευση.

 

 

Πρώτα, οι ρυθμιστικοί κανόνες. Το σύστημα που ισχύει συνδυάζει περίεργα πράγματα: υπάρχουν τμήματα χαλαρής παρακολούθησης, υπάρχουν πυκνώσεις κανόνων, παντού πάντως υπάρχει διαδικασία λόμπινγκ. Κυριαρχούν κατά περίπτωση χαλαρότητα, δεσμευτικότητα ή και ανικανότητα. Ο Ομοσπονδιακός Οργανισμός Φαρμάκου (FDA) επέτρεψε τη διάθεση οπιούχων στο ευρύτερο κοινό. Η Ομοσπονδιακή Διοίκηση Αεροπορίας (FAA) ανέθεσε μέρος της ευθύνης εποπτείας σε υπαλλήλους της Boeing. Η Ομοσπονδιακή Αρχή Εμπορίου (FTC)
πασχίζει να αστυνομεύσει το Facebook. Τα πρόστιμα που επιβάλλονται από ορισμένες ρυθμιστικές αρχές μπορεί να είναι μικρά, άμα συγκριθούν με την κεφαλαιοποίηση κάποιων γιγάντιων επιχειρήσεων.

 

 

Δεύτερον, η δικαστική αποτροπή μπορεί να μην λειτουργεί πλέον όσο αποθαρρυντικά λειτουργούσε παλιότερα. Ποινικές διώξεις που να οδηγούν ανώτατα στελέχη στη φυλακή σπανίζουν, όσο σπανίζουν και οι σοσιαλιστές στις τάξεις της Goldman Sachs. Οι δε αστικές δίκες έχουν πάψει να δαγκώνουν. Επί χρόνια, οι ΗΠΑ χρησιμοποιούσαν το όπλο της ομαδικής αγωγής προκειμένου να τιμωρούνται οι εταιρείες και να αποζημιώνονται οι καταναλωτές. Τα κόστη υπεράσπισης που καλούνται να φέρουν οι επιχειρήσεις φθάνουν ένα 2% του ΑΕΠ σε ετήσια βάση – υψηλότερο απ’ ό,τι σε άλλες χώρες. Όμως με το πέρασμα του χρόνου η ζωή των επιχειρήσεων γίνεται ευκολότερη. Γίνεται συχνότερη η συνομολόγηση διαιτητικών ρητρών, με τις οποίες οι καταναλωτές ή το προσωπικό παραιτούνται του δικαιώματος να ασκήσουν ομαδική αγωγή. Ταυτόχρονα, οι εταιρείες τείνουν να προχωρούν σε εφέσεις, οπότε οι διαδικασίες μπορεί να φθάνουν και τη δεκαετία σε διάρκεια. Βετεράνος των δικαστηρίων εξηγεί ότι οι χρηματικές κυρώσεις τείνουν να υποχωρούν σε μέγεθος συγκρινόμενες με την αξία των εμπλεκόμενων εταιρειών, οι οποίες αξίες έχουν απογειωθεί με το κύμα εξαγορών των τελευταίων ετών. Για τις 50 μεγαλύτερες εταιρείες, η απειλή ενός συμβιβασμού πολλών
εκατομμυρίων δολαρίων «δεν συγκινεί ιδιαίτερα» πλέον.

 

 

Η τελευταία διάσταση αφορά τον ανταγωνισμό. Μπορεί μεν να ωθεί τις εταιρείες να ρισκάρουν περισσότερο, όμως πιο μακροπρόθεσμα θα ‘πρεπε να πειθαρχεί τους αμελείς ή τους παραβατικούς, καθώς θα μπορούσαν να τους εγκαταλείψουν οι πελάτες τους. Η Kraft και η Heinz απογειώθηκαν κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα, ακριβώς λόγω της φήμης τους στα θέματα ασφαλείας. Οι γιαπωνέζικες αυτοκινητοβιομηχανίες υποχρέωσαν το Ντιτρόιτ να βελτιώσει τις επιδόσεις του. Και σήμερα το Netflix έχει κατατροπώσει τις παραδοσιακές εταιρείες καλωδιακής τηλεόρασης, που συχνά παραπλανούν τους πελάτες.

 

 

Σε όλο όμως το φάσμα της οικονομίας, οι εγκατεστημένες επιχειρήσεις γίνονταν τα τελευταία 20 χρόνια όλο και πιο ισχυρές, οπότε οι καταναλωτές είναι δυσκολότερο να μετακινηθούν. Μία μόνο εναλλακτική υπάρχει για την Boeing: η Airbus– κι αυτή δεν έχει διαθέσιμο ελεύθερο παραγωγικό δυναμικό. Οι χρήστες του Facebook δυσκολεύονται να το εγκαταλείψουν. Αλλά και τα εντομοκτόνα και τα ζιζανιοκτόνα, οι φορείς πιστοληπτικής αξιολόγησης, η διακίνηση φαρμάκων και η λιανική διάθεσή τους, όλα αυτά έχουν συγκεντρωθεί με τον καιρό σε λίγα χέρια. Ίσως το νέο κύμα κρίσεων να φέρει ενδοσκόπηση στις ίδιες τις επιχειρήσεις. Αλλιώς, η εμπιστοσύνη της κοινής γνώμης στον καπιταλισμό μπορεί να κλονιστεί και πάλι.

 

 

 

 

© The Economist. Μεταφράστηκε και δημοσιεύθηκε από τις Εκδόσεις Κέρκυρα Α.Ε., έπειτα από ειδική άδεια. Το πρωτότυπο αγγλικό κείμενο βρίσκεται στο www.economist.com

Αφήστε ένα σχόλιο