Μπορεί ο δικαστής να ξηλώνει την δημοσιονομική πολιτική;

Δημοσιεύτηκε από Antonis D. Papagiannidis 21/05/2019 0 Σχόλια Economia Blog,

Η απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ – για την ώρα πρόκειται για διαρροές, αλλά αυτό δεν αλλάζει την ουσία – που ανατρέπει την παλαιότερη στάση του αρμοδίου ΣΤ΄ Τμήματος (σε ευρεία σύνθεση) και δέχεται ως συνταγματική την περικοπή δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα και του επιδόματος αδείας δημοσίων υπαλλήλων είναι ένα σημαντικό βήμα για την κατάργηση της λογικής του «λεφτόδεντρου», της αναζήτησης αναδρομικών κοκ. Της λογικής, δηλαδή, ότι με δικαστικές αποφάσεις μπορεί να ξηλώνεται η δημοσιονομική πολιτική.

 

Η απόφαση αυτή καθιστά εντελώς επίκαιρη την συζήτηση που έγινε στο – όχι και τόσο συχνά ανοιχτό σ’ ένα ευρύτερο κοινό – κτίριο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, στην αίθουσα Βασιλείου Οικονομίδη (μνήμη 19ου αιώνα) την περασμένη βδομάδα, με πρωτοβουλία του Ιδρύματος Τσάτσου και με θέμα που, εκ πρώτης όψεως, ηχούσε αυστηρά νομικό: «Τα όρια του δικαστικού ελέγχου και η δημοσιονομική πολιτική». Το θέμα εισηγήθηκαν ο Αντιπρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου Ιωάννης Σαρμάς, η πάρεδρος του ΣτΕ Στ. Κτιστάκη και ο καθηγητής ΕΚΠΑ Γ. Δελλής, με συντονιστή τον Ξενοφώντα Κοντιάδη του Ιδρύματος Τσάτσου. Κάτω απ’ αυτήν την ακαδημαϊκή επιφάνεια κρύβεται η πιο εκρηκτική ίσως δημοσιονομική/οικονομική, πολιτική και κοινωνική πρόκληση αυτής της φάσης της δημόσιας ζωής.

 

Μεταφραζόμενο σε απλούστερη διατύπωση, το ερώτημα είναι αν και κατά πόσον – και με ποιες συνέπειες, και με τι συνέχεια – μπορεί ο δικαστής να ανατρέπει την δημοσιονομική πολιτική, δηλαδή να ξηλώνει (σε ακόμη πιο ωμή διατύπωση) ισορροπίες οι οποίες έχουν διαμορφωθεί από την νομοθετική εξουσία, υπό τις γνώριμες σε όλους συνθήκες μημονιακής επιβολής αλλά – κυρίως! – οικονομικών αδιέξοδων της δεκάχρονης κρίσης. Για να το θέσει κανείς πιο λαϊκότροπα, συνάμα όμως και πιο ουσιαστικά, πρόκειται για την επώδυνη αναμέτρηση της δικαστικής κρίσης – από το Συμβούλιο της Επικρατείας, ήδη στο ξεκίνημα των Μνημονίων, και από το Ελεγκτικό Συνέδριο –  της ύπαρξης ή μη «λεφτόδεντρου». ευγενέστερα, για την αναμέτρηση της θεσμικής ανάγνωσης των θεμάτων μειώσεων μισθών, περικοπών συντάξεων, αναδρομικών (των επιμέρους κατηγοριών, αλλά και του συνόλου του πληθυσμού εν τέλει) με την οικονομική πραγματικότητα.

 

Ξεκίνησε η διαδρομή αυτή με αποφάσεις του 2012 και πάει να κλείσει με την δικαστική κρίση επί του Νόμου Κατρούγκαλου (ο οποίος αυτό πήγε να κάνει, να βουλώσει τις πολλές τρύπες που άνοιξαν προηγηθείσες δικαστικές αποφάσεις, ανοίγοντας με την σειρά του δικά του χάσματα). Έρχεται αντιμέτωπη με ένα θεμελιώδες ερώτημα: ποιος ακριβώς είναι ο νομοθέτης, οι επιλογές του οποίου κρίνονται; - γιατί καλά άμα κρίνεται μια διοικητική πράξη, αλλά τι ισχύει όταν η ίδια η κοινοβουλευτική διαδικασία αμφισβητείται ως προς το αποτέλεσμά της; Και τι ακριβώς ισχύει όταν μπαίνει ευθέως στο μικροσκόπιο η διάκριση των εξουσιών; Πόσο ισχυρή είναι η αναγκαιότητα ( η compelling economic need, γιατί δεν αποτελεί Ελληνική μοναδικότητα το ζήτημα, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έχει τρέξει παρόμοιες υποθέσεις); Πόσο πρόσφορα είναι κάθε φορά τα μέτρα που λαμβάνονται και κρίνονται – ιδίως οι περικοπές των συντάξεων – και πόσο σωστά «προβλέπουν» το μέλλον; Πόσο βλαπτικές, πόσο ακραίες είναι για τα συμφέροντα των θιγομένων; Και τι δυνατότητα υποκατάστασης υπήρχε; Εδώ, η στάση των δικαστηρίων να ζητούν π.χ. την ύπαρξη αναλογιστικών μελετών, όταν θυμάται κανείς τις συνθήκες υπο τις οποίες νομοθετήθηκαν τα Μνημόνια, είναι αρκετά προβληματική: όχι λιγότερο η – αρχικά επιλεκτική – αναφορά στο επίπεδο ευπρεπούς διαβίωσης…

 

Πάντως οι πολύπλοκες και εξαιρετικά υπεύθυνες αυτές αξιολογήσεις, με βαθύτατα τεχνικό χαρακτήρα (τα complex economic assessments, για να μην μείνουμε πάλι σε μια αντίληψη Ελληνικής μοναδικότητας…) θέτουν βαθύτερα το ζήτημα της κατανομής ρόλων δικαστικής εξουσίας και νομοθετικής/εκτελεστικής. Και υποχρεώνουν την δικαστική εξουσία να δεχθεί ότι ο έλεγχός της είναι έλεγχος ορίων. Την υποχρεώνουν όμως να συνειδητοποιεί – σε κάθε βήμα – και το καταλυτικό βάρος που μπορεί να έχουν οι αποφάσεις της, ιδίως έτσι όπως λαμβάνονται μέσα στην ένταση και τις κραυγές αυτού που (στην ωραία μας χώρα) λογίζεται «δημόσιος διάλογος». Καμιά επίκληση δικαίου της ανάγκης δεν μπορεί να αλλάξει αυτήν την πραγματικότητα.

 

Η τοποθέτηση των ζητημάτων αυτών από Σαρμά-Κτιστάκη-Δελλή, με συγκρατημένο λόγο και χωρίς την αίσθηση απολυτότητας του «σωστού», που ορισμένες φορές την βλέπει κανείς οσάκις αναλύεται η θέση της Δικαιοσύνης τα χρόνια της κρίσης, σού επέτρεπε να φύγεις με την αίσθηση – τουλάχιστον – ότι οι κυοφορούμενες αυτόν τον καιρό αποφάσεις έχουν βασανίσει και εκείνους που τις λαμβάνουν. Ενώ ξαναφέρνει στην επιφάνεια την σχεδόν απεγνωσμένη έκκληση ενός άλλου ανθρώπου που κράτησε στα χέρια του παρόμοια ζητήματα – του ήδη επιτίμου Προέδρου του ΣτΕ Τάκη Πικραμμένου – για κάποιου είδους προληπτικό έλεγχο, ή πάλι για συνταγματικό περιορισμό των ορίων της δικαστικής κρίσης. Ώστε ο δικαστής να μην περπατά πάνω σε λεπτό στρώμα πάγου.

 

Αφήστε ένα σχόλιο