Ο πειρασμός της πολιτικής ανάμειξης

Δημοσιεύτηκε από economia 21/05/2019 0 Σχόλια The Economist,

Οικονομική Επιθεώρηση, Μάιος 2019, τ. 982 

ΚΕΝΤΡΙΚΕΣ ΤΡΑΠΕΖΕΣ από τον Τhe Economist

 

 

Η ανεξαρτησία των κεντρικών τραπεζών απειλείται. Αυτή είναι δυσάρεστη εξέλιξη για τον κόσμο

 

 

Οι επικριτές των Οικονομικών συνηθίζουν να λένε ότι οι αφηρημένες θεωρίες τους δεν έχουν ανταπόκριση στον πραγματικό κόσμο. Υπάρχει όμως ένα εντυπωσιακό παράδειγμα περί του αντιθέτου: πρόκειται για την ανάδυση της ανεξαρτησίας των κεντρικών τραπεζών, σε παγκόσμια κλίμακα, τα τελευταία 25 χρόνια.

 

Τη δεκαετία του ‘70 ήταν συνηθισμένο φαινόμενο οι πολιτικοί να χειραγωγούν τα επιτόκια προκειμένου να βελτιώσουν τη δική τους δημοφιλία. Αυτό είχε οδηγήσει στην επιδημία του πληθωρισμού. Η συνέπεια ήταν οι πλούσιες χώρες, αλλά και πολλές από τις φτωχές, να μετακινηθούν προς ένα σύστημα όπου οι πολιτικοί θέτουν μεν έναν ευρύτερο στόχο (τη σταθερότητα των τιμών) αλλ’ αφήνουν ανεξάρτητους κεντρικούς τραπεζίτες να εξασφαλίσουν την επίτευξή του. Μέσα σε μία και μόνο γενιά, δισεκατομμύρια άνθρωποι ανά τον κόσμο έχουν συνηθίσει σε μια κατάσταση χαμηλού και σταθερού πληθωρισμού, καθώς και στην ιδέα ότι τα επιτόκια των καταθέσεών τους και των στεγαστικών δανείων τους βρίσκονται υπό έλεγχο.

 

Σήμερα, αυτό το επίτευγμα απειλείται από έναν συνδυασμό λαϊκισμού, εθνικισμού αλλά και οικονομικών δυνάμεων που επαναπολιτικοποιούν την άσκηση της νομισματικής πολιτικής. Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ έχει απαιτήσει να περικοπούν τα επιτόκια, ανακίνησε φήμες για απόλυση του επικεφαλής της αμερικανικής κεντρικής τράπεζας, της Fed, και είπε ότι θα ορίσει τον Στίβεν Μουρ και τον Χέρμαν Κέιν (δυο στενούς του φίλους χωρίς προσόντα) στο Διοικητικό της Συμβούλιο. Οι οπαδοί του Brexit καταφρονούν τον επαγγελματισμό και τις προθέσεις της Τράπεζας της Αγγλίας, ενώ ο Τούρκος πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν βρίσκεται σε εμπόλεμη κατάσταση με τη δική του κεντρική τράπεζα. Στην Ινδία, η κυβέρνηση αντικατέστησε έναν ικανό κεντρικό τραπεζίτη με μια συμβιβαστική φιγούρα του χώρου – που προχώρησε σε μείωση επιτοκίων προς τις εκλογές. Ήδη, πολλές κεντρικές θέσεις ευθύνης στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) –συμπεριλαμβανομένης εκείνης του προέδρου– αναμένουν νέους κατόχους τους, οπότε ορισμένες θα μπορούσαν να καταστούν μέρος μιας ευρύτερης πάλης για το ποιος θα έχει την ευθύνη των ευρωπαϊκών θεσμών στομέλλον. Χρειάζεται σήμερα γνήσιος αναστοχασμός σχετικά με τους στόχους και τα εργαλεία της νομισματικής πολιτικής. Όμως ήδη βρίσκονται σε κίνηση επίφοβες δυνάμεις, που θα μπορούσαν να έχουν δυσοίωνες συνέπειες για την οικονομική σταθερότητα.

 

Η πολιτικοποίηση ως εμπειρία

Το πρόβλημα της πολιτικοποίησης είχε γίνει οξύτατο τη δεκαετία του ‘70. Μετά την κατάρρευση του παγκόσμιου συστήματος συναλλαγματικών ισοτιμιών που καθιερώθηκε στο Bretton Woods μετά τον Πόλεμο, οι κεντρικές τράπεζες είχαν αποτύχει να συγκρατήσουν τον πληθωρισμό, και τούτο επειδή οι πολιτικοί –οι οποίοι επηρέαζαν αποφασιστικά τις αποφάσεις πολιτικής– δίσταζαν να σηκώσουν το βραχυπρόθεσμο κόστος της υψηλής ανεργίας. Δύο δεκαετίες ανεξέλεγκτου πληθωρισμού και επαναλαμβανόμενων κρίσεων οδήγησαν σε μια νέα ορθοδοξία: ότι οι κεντρικές τράπεζες όφειλαν να αποκτήσουν λειτουργική αυτονομία προκειμένου να επιδιώκουν την επίτευξη ενός δεδομένου στόχου πληθωρισμού. Κατά τη δεκαετία του ‘90, οι κεντρικές τράπεζες της Ευρωζώνης, της Μεγ. Βρετανίας και της Ιαπωνίας κατέστησαν νομικά ανεξάρτητες. Στις ΗΠΑ, ο Λευκός Οίκος απέφευγε ακόμη και να συζητά δημόσια για την πολιτική της Fed. Αυτή η ταυτόσημη διαχείριση επιβίωσε από τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2007-08, ενώ αποτελεί τον λόγο που ο παγκόσμιος πληθωρισμός κρατήθηκε σε ένα 4% τον χρόνο, στα μέσα επίπεδα, τις τελευταίες δύο 10ετίες.

 

Η υπόσκαψη της ανεξαρτησίας των κεντρικών τραπεζών οφείλεται σε διάφορους λόγους. Ο ένας είναι ο λαϊκισμός. Ηγέτες όπως ο Ντόναλντ Τραμπ συνδυάζουν την επιθυμία του πολιτικού να διατηρούνται χαμηλά τα επιτόκια με μια άφρονα ροπή προς υπόσκαψη των θεσμών. Άλλος όμως λόγος είναι η επέκταση του πεδίου δράσης των ίδιων των κεντρικών τραπεζών, ιδίως μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση. Πολλές από αυτές σήμερα διατηρούν πελώρια χαρτοφυλάκια κρατικών ομολόγων, και τούτο τη στιγμή που έχουν και την ευθύνη αστυνόμευσης του χρηματοπιστωτικού τομέα. Οι επιδόσεις των κεντρικών τραπεζών, βέβαια, πολύ απέχουν από το να είναι τέλειες. Ενδεχομένως επειδή οι ίδιες έχουν συνήθως στάση γερακιών (και τούτο παρά την άσκηση αντισυμβατικής πολιτικής), η ανάκαμψη από την κρίση υπήρξε αργή, με αποτέλεσμα να υποσκάπτεται η εμπιστοσύνη των ψηφοφόρων απέναντι στους τεχνοκράτες, οι οποίοι οφείλουν νομιμοφροσύνη στο κοινό καλό. Όλα αυτά οδηγούν στο να αντιμετωπίζονται οι κεντρικοί τραπεζίτες ως πολιτικοί. Και τούτο, τη στιγμή που η μνήμη της εποχής των κρίσεων –οι οποίες οδήγησαν στην ανεξαρτησία τους– έχει ατονήσει.

 

Σε διάφορες χώρες, η πίεση ασκείται με διαφορετικούς τρόπους. Ο Ντ. Τραμπ έχει ξεκινήσει επίθεση κατά της Fed, μολονότι δεν είναι σαφές ότι έχει νομικά τη δικαιοδοσία να απομακρύνει τον Τζερόμ Πάουελ (πρόεδρο της Fed), τον οποίο ο ίδιος έχει ορίσει στη θέση αυτή – αν ο Ντόναλντ Τραμπ κερδίσει το 2020 την επανεκλογή του, θα έχει την ευχέρεια να ορίσει και νέο πρόεδρο και δύο νέα μέλη στο ΔΣ της Fed. Στην Ευρώπη, ένα σύνολο αλλαγών σε κεντρικές θέσεις ευθύνης απειλεί να υποβαθμίσει την ποιότη-τα των μηχανισμών λήψης αποφάσεων στην ΕΚΤ και να τροφοδοτήσει τις υπορρέουσες διαφωνίες που σημειώνονται. Μέχρι το τέλος του 2019, τρεις από τους έξι συνολικά της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΕΚΤ, αλλά και 8 από τους 19 εθνικούς Διοικητές (που κι αυτοί έχουν ψήφο στον καθορισμό των επιτοκίων), πρόκειται να φύγουν. Κεντρικός εδώ είναι ο ρόλος του Μάριο Ντράγκι, του επικεφαλής της ΕΚΤ: η δική του αποχώρηση, τον Οκτώβριο, θα συμπέσει σχεδόν με τις αλλαγές (μετά τις Ευρωεκλογές) των επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου – φαινόμενο που δεν παρατηρήθηκε επί 40 χρόνια. Πάνω όμως από τα παιχνίδια αυτά με τις καρέκλες, υπάρχει και η πάλη μεταξύ χωρών για τον έλεγχο της πολιτικής. Οι Βορειοευρωπαίοι έχουν φανεί καχύποπτοι έναντι των προγραμμάτων αγοράς ομολόγων της ΕΚΤ, θεωρώντας τα καλυμμένη επιδότηση του Νότου της Ευρώπης. Αντί να επιδιώξουν να επικρατήσουν με τα επιχειρήματά τους, προσπαθούν να επικρατήσουν τοποθετώντας δικούς τους ανθρώπους στις ανώτατες θέσεις ευθύνης. Αυτό θα προσθέσει προβλήματα.

 

Υπάρχει το ενδεχόμενο να παρατηρηθεί επανεμφάνιση του πληθωρισμού, κι ας έχει πλέον ταφεί. Τότε, πιο αδύναμοι κεντρικοί τραπεζίτες μπορεί να χρειαστεί να παλέψουν για να τον αφανίσουν εκ νέου. Πιθανότερη όμως είναι μια κάμψη της διεθνούς ανάπτυξης. Φέτος, η παγκόσμια οικονομία δείχνει να αποεπιταχύνει – στις 9 Απριλίου το ΔΝΤ αναθεώρησε προς τα κάτω τις προβλέψεις του. Οι κεντρικοί τραπεζίτες θα χρειαστεί, τότε, να στηρίξουν τις οικονομίες τους.

 

Αυτό ακριβώς είναι που κάνει τόσο επικίνδυνη τη σημερινή πολιτικοποίηση. Οι τεχνοκράτες έχουν να αντιμετωπίσουν μια δύσκολη πρόκληση. Οι πλούσιες χώρες δεν διαθέτουν παρά ελάχιστο χώρο κινήσεων στα επιτόκια προτού χτυπήσουν το κατώφλι στο μηδέν, οπότε οι κεντρικοί τραπεζίτες θα χρειαστεί να στραφούν και πάλι σε αντισυμβατικά μέτρα – όπως η αγορά ομολόγων. Η Fed και οι άλλες μεγάλες κεντρικές τράπεζες μπορεί να χρειαστεί να συνεργασθούν σε παγκόσμιο επίπεδο εκ νέου, όπως έπραξαν στη φάση της χρηματοπιστωτικής κρίσης. Η ΕΚΤ θα χρειαστεί να πείσει τις αγορές ότι θα κάνει οτιδήποτε χρειαστεί προκειμένου να συγκρατήσει έναν νέο πανικό στην περιφέρεια της Ευρώπης. Η παρουσία πολιτικά επιλεγμένων προσώπων –είτε με περιορισμένα προσόντα, είτε με λογική βορειοευρωπαϊκών γερακιών– θα δυσχεράνει όλες αυτές τις προσπάθειες. Δεν είναι μόνον η λειτουργία των ψήφων τους στις αποφάσεις που έχει σημασία· είναι και η δυνατότητα να δηλητηριάζεται η δημόσια συζήτηση σχετικά με το τι μπορεί/τι πρέπει να κάνουν οι κεντρικές τράπεζες σε φάση ύφεσης.

 

Η λειτουργία των δημόσιων τοποθετήσεων

Είναι σωστό οι στόχοι και τα εργαλεία της νομισματικής πολιτικής να υπόκεινται σε δημοκρατικό έλεγχο και οι κεντρικοί τραπεζίτες να λογοδοτούν στα κοινοβούλια. Σήμερα, η Fed αναθεωρεί ήδη τους στόχους της προκειμένου να είναι έτοιμη για ενδεχόμενη οικονομική κάμψη. Και οι άλλες κεντρικές τράπεζες θα έπρεπε να λάβουν αντίστοιχη πρωτοβουλία. Μακροπρόθεσμα, κάτι τέτοιο βελτιώνει τη νομιμοποιητική τους βάση – και ως εκ τούτου εδραιώνει την ίδια τους την ανεξαρτησία. Στη σημερινή πολιτική συγκυρία, όμως, θα ήταν απλοϊκό να θεωρήσει κανείς ότι εκείνο που αληθινά επιθυμούν οι πολιτικοί είναι μια ζυγιασμένη δημόσια συζήτηση. Αντίθετα, όσο οι κεντρικές τράπεζες θα βρίσκονται στα φώτα της δημοσιότητας τόσο θα βλέπουν τις μήνα-μήνα αποφάσεις νομισματικής πολιτικής τους να περιάγονται σε εξωτερικές πιέσεις, ή πάλι να περιέρχονται στην επιρροή συμβουλίων όπου θα κυριαρχούν άσχετοι.

 

Αυτήν ακριβώς την πολιτικοποίηση ήταν που επιδίωξαν να αποφύγουν οι θεωρητικοί που δημιούργησαν την ανεξαρτησία των κεντρικών τραπεζών. Αν τολμήσετε να κοιτάξετε πίσω 40 χρόνια, θα δείτε τι περίπου θα μπορούσε και τώρα να στραβώσει.

 

 

 

 

© The Economist. Μεταφράστηκε και δημοσιεύθηκε από τις Εκδόσεις Κέρκυρα Α.Ε., έπειτα από ειδική άδεια. Το πρωτότυπο αγγλικό κείμενο βρίσκεται στο www.economist.com

Αφήστε ένα σχόλιο