Και τώρα, εκλογές – πάλι!

Δημοσιεύτηκε από Antonis D. Papagiannidis 06/06/2019 0 Σχόλια άρθρα,

Οι προκλήσεις που συσσωρεύονται μπροστά μας αφορούν, είτε το θέλουμε είτε όχι, τη χώρα – όχι τα κόμματα

 

 

Τα αποτελέσματα των Ευρωεκλογών της 26ης Μαΐου –ο ΣΥΡΙΖΑ, που μετρήθηκε με 23,8%, η ΝΔ που εκτοξεύθηκε στο 33,2%, το ΚΙΝΑΛ που έμεινε στο 7,4%, μαζί και με την καθαρή επικράτηση της ΝΔ στις Περιφέρειες (πλην Κρήτης) και τους μεγάλους Δήμους– έφεραν άμεσες βουλευτικές εκλογές.

 

Έτσι όπως οι Ευρωεκλογές φορτώθηκαν περιεχόμενο πολιτικής αντιπαράθεσης εθνικών εκλογών (όσο κι αν σεμνοπρεπώς εκφωνούνταν ευρωπροβληματισμοί και ευρωευαισθησίες), έτσι όπως και οι Περιφερειακές και οι βασικές Δημοτικές εκλογές με ανάλογο τρόπο αναγιγνώσκονται, είναι παράξενο πόσο λίγο συνειδητοποιείται ότι οι προκλήσεις που ανέδειξε η καμπάνια για τις Ευρωεκλογές δημιουργούν νέας γενιάς αδιέξοδα, πάντως ισχυρά εμπόδια. Που αφορούν τη χώρα/την Ελληνική Δημοκρατία. Και όχι τους πολιτικούς χώρους που με ζήλο τα δημιούργησαν ή και τα ενίσχυσαν.

 

Το γεγονός ότι τη νύχτα των αποτελεσμάτων ο Κυριάκος Μητσοτάκης επέλεξε να τηρήσει χαμηλούς τόνους και να εκπέμψει κάτι σαν ενωτική προοπτική –σε αντίθεση με την προεκλογική καμπάνια– αλλά και ότι ο Αλέξης Τσίπρας δεν δίστασε να φέρει αμέσως το θέμα της τελικής επιλογής ρότας στον λαό –αποτρέποντας ενδεχόμενο μηνών ακυβερνησίας– είναι μια θετική ένδειξη. Όμως… τα προβλήματα είναι μπροστά.

 

Τι εννοούμε; Η πορεία προς τις ευρωκάλπες έγινε με τον παραδοσιακό εσωστρεφή τρόπο. Συνέβη αυτό λίγο-πολύ παντού ανά την Ευρώπη, όμως στην Ελλάδα –που είχε να πάει στις κάλπες σχεδόν τέσσερα χρόνια (μετά από μια ομοβροντία δύο εθνικών εκλογών και ενός δημοψηφίσματος το 2015, που ακολούθησαν τις Ευρωεκλογές του 2014, που κι εκείνες ήρθαν λίγο μετά τις δίδυμες κάλπες του 2012, οι οποίες είχαν ξηλώσει ούτως ή άλλως το παλιό πολιτικό σύστημα, της Μεταπολίτευσης)– οι Ευρωεκλογές και οι Περιφερειακές/Δημοτικές λειτούργησαν απολύτως ως πλατφόρμα εθνικής αναμέτρησης.

 

Πέρα δε από την ένταση και την οξύτητα, που δύσκολα θα αποφευχθεί να εγκατασταθούν πλέον ως βασικό συστατικό του (νέου) δικομματισμού, είχαμε και τη διαμόρφωση μιας ουσιαστικότατης οικονομικής πολιτικής/πρακτικής «στο νήμα». Που θα μείνει μαζί μας. Μας συνοδεύει στις εθνικές κάλπες. Και στη συνέχεια, άλλωστε. Δείτε:

 

 

Η σκιά των μέτρων οικονομικής πολιτικής

 

Με σαφή προεκλογικό σχεδιασμό, δόθηκε λίγες μέρες πριν από τις κάλπες η «13η σύνταξη». Πολλή ένταση σπαταλήθηκε προκειμένου να εξηγηθεί ή να αμφισβητηθεί ο μόνιμος ή μη, επιδοματικός ή συνταξιοδοτικός χαρακτήρας της. Πάντως: (α) κόστισε γύρω στα 970 εκατομμύρια ευρώ (μεικτά: έχει κρατήσεις, άρα το καθαρό δημοσιονομικό κόστος είναι γύρω στα 800 εκατ.) και (β) εισήγαγε έναν χαρακτήρα έντονα αναλογικό/αναδιανεμητικό, καθώς όσοι έχουν σύνταξη μέχρι 500 ευρώ –κάτι σαν 40% του συνόλου των δικαιούχων– έλαβαν 100% του ποσού αυτού, με αποκλιμάκωση στα 70%, 50% και 30% άνω των 1.000 ευρώ. Επίσης, λίγες μέρες πριν από τις κάλπες είχαμε τη μείωση του ΦΠΑ στην εστίαση και σε βασικά προϊόντα διατροφής (από 24% σε 13%), συν μετάταξη από τον συντελεστή 13% στον υπερεκπτωτικό 6% για το ηλεκτρικό και το φυσικό αέριο: εδώ, το κόστος είναι κάτω από 300 εκατ., καθώς είμαστε στο μέσο της χρονιάς. Η συνολική ελάφρυνση αφορά πάντως το 31% της κατανάλωσης, πράγμα όχι αμελητέο.

 

Τα μέτρα αυτά επικρίθηκαν, καταγγέλθηκαν κ.λπ. ως προεκλογικά (που και ήταν!), πλην… ψηφίσθηκαν στη Βουλή των Ελλήνων με ευρύτατες πλειοψηφίες, πάντως από την αξιωματική και την ελάσσονα αντιπολίτευση. Επίσης, με ευρύτατη πλειοψηφία «πέρασαν» οι δίδυμες ρυθμίσεις «των –μέχρι– 120 δόσεων» για οφειλές προς ΕΦΚΑ και εφορία. Το εύρος του ενδιαφέροντος γι’ αυτές τις ρυθμίσεις φάνηκε από το γεγονός ότι ήδη υπήρξαν δεκάδες χιλιάδες επισκέψεις – και πάνω από 12.000 υποβολές αιτήσεων.

 

Καθώς η Ελλάδα βρίσκεται πλέον σε καθεστώς μεταμνημονιακής παρακολούθησης (και όχι μνημονιακής επιτήρησης/εποπτείας), η «υποδοχή» αυτής της σειράς πρωτοβουλιών από τους Ευρωπαίους εταίρους προκάλεσε κάποιους κυματισμούς. Οι μεν αφορούσαν την ενδεχόμενη παρέκκλιση από τους συμφωνημένους δημοσιονομικούς στόχους πρωτογενών πλεονασμάτων (το διαβόητο 3,5% του ΑΕΠ μέχρι το 2022), οι δε την αντίστοιχα ενδεχόμενη υπόσκαψη της «κουλτούρας πληρωμών».

 

Η πιο σημαντική αντίδραση προήλθε από τον Κλάους Ρέγκλινγκ του ESM –είχε προηγηθεί ο (υποψήφιος για την προεδρία της Επιτροπής) Μάνφρεντ Βέμπερ– ενώ προειδοποίηση για την τήρηση των δημοσιονομικών στόχων υπήρξε και από τον Πιερ Μοσκοβισί (ο οποίος, ωστόσο, στάθηκε και στην ανάγκη να μην παραβλέπονται και οι κοινωνικοί στόχοι…), αλλά και από τον Όλαφ Σολτς, από τον οποίο αναμενόταν με μεγαλύτερο σασπένς η τοποθέτηση (περισσότερο τόνισε ότι «στο τέλος, όλοι θα φανούν προσεκτικοί»). Μόνον από την ολλανδική Βουλή φάνηκε ενδεχόμενο μπλοκάρισμα της επιστροφής κερδών των κεντρικών τραπεζών από ελληνικά ομόλογα, κ.λπ.

 

 

Η μελλοντική διαπραγμάτευση για τον δημοσιονομικό χώρο

 

Τα πράγματα περιπλέκονται κάπως περισσότερο με το γεγονός ότι από την κυβέρνηση προαναγγέλθηκε όχι μόνον η συνέχιση των φετινών μέτρων σε ορίζοντα 2020, αλλά και η παράλληλη μείωση του μεσαίου/μειωμένου συντελεστή ΦΠΑ από 13% σε 11%, η κατάργηση/μείωση της εισφοράς αλληλεγγύης με ταυτόχρονη αποτροπή της διατήρησης του αφορολογήτου και μετά την 1/1/2020, που πλησιάζει σε κόστος τα 2 δισ. Ενώ, η προβολή σε ορίζοντα 2022 γίνεται με μια διπλή λογική: αφενός με το «κλείδωμα» σε ειδικό λογαριασμό 5,5 δισ. ευρώ από τα υπερπλεονάσματα των τελευταίων ετών, αφετέρου με προσδοκία συνεχιζόμενων πρωτογενών πλεονασμάτων άνω του στόχου. Η προβολή αυτή θα συμπεριλάβει την υπεσχημένη μείωση ΕΝΦΙΑ, τη μείωση του κατώτατου συντελεστή της κλίμακας από 22% σε 20%, τη βελτίωση της φορολογίας των επιχειρήσεων – κυρίως όμως μια προαναγγελμένη υποχώρηση του στόχου πλεονασμάτων 3,5% σε 2,5% για μετά το 2020.

 

Στη λογική της κυβέρνησης, αυτή η «προ-χρηματοδότηση» μέρους των πλεονασμάτων διευκολύνει τη συναίνεση των εταίρων – εν καιρώ. Η τοποθέτηση της αξιωματικής αντιπολίτευσης πηγαίνει την ίδια ουσιαστικά σκέψη, διαφορετικά: ξεκινάει με βάση την προσδοκία/υπόσχεση για εξαρχής μείωση του στόχου πρωτογενούς πλεονάσματος, με βάση την οποία μείωση θα στηθεί ένα ευρύτερο πρόγραμμα φορολογικών μειώσεων, με έμφαση αφενός στον ΕΝΦΙΑ αλλά και στη φορολογία των επιχειρήσεων. Απ’ αυτήν ελπίζεται ότι θα προκύψει αναπτυξιακή επανεκκίνηση (μετάβαση από έναν ρυθμό 2% σε 4%), η οποία με τη σειρά της θα δώσει ενάρετη ισορροπία μεσοπρόθεσμα.

 

Αυτή η διαπίστωση παραλληλισμού, στην ουσία, ως προς τη δημοσιονομική χαλάρωση έχει σημαντικό πολιτικό βάρος. Όσο κι αν στην εσωτερική πολιτική αντιπαράθεση αυτό προσπερνιέται. Η δέσμευση για πλεονάσματα είναι ενώπιον Eurogroup, αλλά και ενώπιον αγορών. (Οι οποίες αγορές έδειξαν κάποιαν ενόχληση, με το 10ετές να φεύγει από την περιοχή του 3,30%-3,35% στις αρχές Μαΐου και να περνάει μέχρι το 3,58% μέχρι να επανέλθει στο 3,40%. Το πενταετές βρισκόταν μιαν ανάσα πάνω από το 2%.) Ούτως ή άλλως, λοιπόν, η πορεία προς τις εθνικές πλέον κάλπες δεν είναι απλή υπόθεση…

 

 

Η μελλοντική εμπλοκή στην Ανατολική Μεσόγειο – και τα ελληνοτουρκικά

 

Ας βάλει, τώρα, κανείς στον υπολογισμό των μηνών που έρχονται και τις συνεχιζόμενες, με κλιμάκωση της έντασης, προβληματικές συμπεριφορές και δηλώσεις της γειτονικής Τουρκίας. Από τις αμφισβητήσεις της κυπριακής ΑΟΖ (με σκάφη σεισμολογικών ερευνών, ήδη όμως και με πλωτά γεωτρύπανα) και τις διεκδικήσεις ευρύτατων δικαιωμάτων στην Ανατολική Μεσόγειο δυτικά της Κύπρου (στον «κώνο του Καστελόριζου»), έφθασε να ανακινεί σε νέα βάση ζήτημα εναέριου χώρου στο Αιγαίο (αμφισβήτηση των 10 μιλίων, εκεί όπου τα χωρικά ύδατα παραμένουν στα 6 μίλια) αλλά και αποστρατικοποιήσεις νησιών. Το –πάλι– προεκλογικό ελληνικό πολιτικό σύστημα βρίσκεται μπροστά σε προοπτική πρόσθετης εμπλοκής. Πιο επικίνδυνης, πιο άμεσης.

 

Διότι μπορεί ΕΕ και ΗΠΑ και χώρες της περιοχής (Ισραήλ, Αίγυπτος) να έχουν δείξει δυσαρέσκεια προς τις κινήσεις της Άγκυρας, όμως από πρωτοβουλίες ανάσχεσης λίγα πράγματα!

 

Κι εδώ, οι προκλήσεις που συσσωρεύονται αφορούν τη χώρα. Όχι τα κόμματα. Συνειδητοποιείται αυτό; Αμφίβολο.

 

Αφήστε ένα σχόλιο