Η α(υτα)πάτη των Προγραμμάτων της Οικονομικής Προσαρμογής της Ελλάδας

Δημοσιεύτηκε από economia 18/06/2019 0 Σχόλια Βιβλιοπαρουσίαση,

Γ. Αργείτης, Ν. Κορατζάνης, Δ. Παϊταρίδης, Κ. Πασσάς, Χ. Πιέρρος, Η α(υτα)πάτη των Προγραμμάτων της Οικονομικής Προσαρμογής της Ελλάδας

Εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 2018, σελίδες 182, τιμή: 10,80 ευρώ

 

 

 

Μπορεί να υπάρξει, πάντως να διατυπωθεί, μια αντισυμβατική εκδοχή σταθεροποίησης και προσαρμογής της ελληνικής οικονομίας μετά την περιδίνησή της στην κρίση χρέους που ξεκίνησε πριν από δέκα χρόνια – και δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι έχει φθάσει στην έξοδο για τη χώρα και τους ανθρώπους της; Η συλλογική αυτή δουλειά ερευνητών, οι οποίοι συνειδητά κινούνται στην ανάλυσή τους κοντά στην πραγματική οικονομία (ο Γ. Αργείτης έχει την ευθύνη του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ, αλλά κι οι υπόλοιποι επιλέγουν την σφαίρα της πολιτικής οικονομίας), έρχεται να αμφισβητήσει από τη ρίζα τους τα διαδοχικά Προγράμματα Οικονομικής Προσαρμογής (ΠΟΠ) που εφαρμόστηκαν στην ελληνική οικονομία – όχι μόνο/όχι τόσο λόγω του δυσανάλογα μεγάλου οικονομικού και κοινωνικού κόστους που είχαν για τη χώρα και τους ανθρώπους της.

 

Αλλά και επειδή ο σχεδιασμός και η υλοποίησή τους, ακριβώς για να μην αποσπαστούν από το κυρίαρχο υπόδειγμα οικονομικής πολιτικής –που μπορεί να μπολιάστηκε στην ευρωπαϊκή πρακτική από το ΔΝΤ, όμως με ενθουσιασμό υιοθετήθηκε και στις Βρυξέλλες– παραμέρισαν/αγνόησαν τα γνωρίσματα της ελληνικής οικονομίας. Για να καταλήξουν, τα ΠΟΠ, στην περίπου απορημένη διαπίστωση ότι η απορρύθμιση της αγοράς εργασίας, η υπερσυμπίεση των μισθών, η άνθηση της γκρίζας οικονομίας δεν βελτίωσαν όσο αναμενόταν την ανταγωνιστικότητα. Και, βασιζόμενα στην προσέγγιση ότι η λιτότητα (και μάλιστα η απότομη εφαρμογή της) θα μπορούσε να αποτελέσει πηγή αναπτυξιακής επανεκκίνησης, αγνόησαν τη δομή και τις ιδιαιτερότητες της ελληνικής οικονομίας.

 

Φέρνοντας έτσι τη μεγαλύτερη ύφεση οικονομίας χωρίς… το προαπαιτούμενο πολέμου, διαλύοντας την κοινωνική και πολιτική συναίνεση και καταλήγοντας με βάρος χρέους μεγαλύτερο απ’ εκείνο του σημείου εκκίνησης, καθώς και με περιορισμένη βελτίωση στην εξωστρέφεια της οικονομίας. Και αυτή είναι μόνον η μία διάσταση – εκείνη που «βλέπει» προς το παρελθόν. Η άλλη, εκείνη που αναλογίζεται τι θα σημάνει η διατήρηση των υπερυψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων, που θα συνεχίσουν να «στραγγίζουν» την οικονομία, καταλήγει σε ακόμη πιο αδιέξοδα συμπεράσματα.

Αφήστε ένα σχόλιο