Η αρχή, γένους θηλυκού

Δημοσιεύτηκε από economia 18/06/2019 0 Σχόλια άρθρα,

Οικονομική Επιθεώρηση, Ιούνιος 2019, τ. 983

Αισθημάτων Νομίσματα του Βασίλη Βασιλικού

 

 

 

 

 

 

Ένα βιβλίο σταθμός. Ο Νίκος Α. Μάντης με το έκτο βιβλίο του, το Σφάλμα συστήματος (Καστανιώτης), καθιερώνεται πια για μένα στο πεζογραφικό μας σύμπαν ως ο κατ’ εξοχήν συγγραφέας της γενιάς της 1ης 20ετίας της 3ης χιλιετίας, όπως υπήρξε ο Χρήστος Χωμενίδης με το πρώτο βιβλίο του Το σοφό παιδί ο κατ’ εξοχήν πεζογράφος της γενιάς του απερχόμενου 20ού αιώνα.

 

Είχε προηγηθεί προ διετίας το Οι τυφλοί (βραβείο μυθιστορήματος της Ακαδημίας Αθηνών, Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη), κι εκείνο 500 περίπου σελίδων, που ξεκινούσε με μια καταδίωξη στον Λυκαβηττό ενός εκ των βασικών χαρακτήρων του βιβλίου από έναν μαγκουροφόρο χρυσαυγίτη, πήγαινε κατόπιν στον πρωταγωνιστή, ο  οποίος στη διάρκεια της στρατιωτικής θητείας του ως εύζων παρωδεί σπαρταριστά το «κιτς» πανηγύρι της χούντας στο Παναθηναϊκό Στάδιο (1971), για να καταλήξει στις μέρες μας σε μια σχεδόν μεταφυσική πλοήγηση «τυφλών» στη δαιδαλώδη κοίτη του Ιλισσού, που εξακολουθεί να ρέει ορμητικά στο υπέδαφος της Αθήνας, κλείσιμο του ματιού στους Αθλίους του Ουγκό με το αποχετευτικό δίκτυο του Παρισιού, τον Ιαβέρη και τον Γιάννη Αγιάννη.

 

Στο καινούργιο μυθιστόρημά του, Σφάλμα συστήματος, ο Νίκος Α. Μάντης έχει ως θέμα κάτι εντελώς διαφορετικό, όσο κι αν η γραφή παραμένει το ίδιο συναρπαστική με του προηγούμενου. Αρχίζει με τις μαθητικές καταλήψεις του 1999 και τελειώνει –ναι, όσο κι αν φαίνεται ακατόρθωτο– στις αρχές του 2019. Αποτελείται από δύο ισομερή (σε αριθμό σελίδων) κεφάλαια με τους ίδιους πρωταγωνιστές/-στριες. Στο πρώτο κυριαρχεί η ιστορία μιας άγριας ενηλικίωσης από το γύρισμα του αιώνα μέχρι το σημαδιακό 2015 και στο δεύτερο από το 2015 μέχρι την έξοδο «στις αγορές» τον Αυγούστου του 2018. Για να τελειώσει με τον θάνατο της Πέρσας, μητέρας του προβληματικού Άρη, που μεταμορφωμένη σε ψυχή-πεταλούδα υπερίπταται του τάφου της εξομολογούμενη ό,τι έχει κρύψει από τους δικούς της ανθρώπους σε όλη της τη ζωή. (Αυτό το αυτοτελές κομμάτι προσφέρεται από μόνο του για ανθολόγηση.)

 

Υιοθετώ τη φράση από το οπισθόφυλλο: «Μια αφήγηση έρωτα και αναρχίας, ένα τεχνολογικό θρίλερ με στοιχεία ιλαροτραγωδίας, ένα αντισυστημικό όνειρο που δεν εντόπισε εγκαίρως το σφάλμα;»

 

Τώρα, το «σφάλμα» για μένα δεν είναι ορατό διά γυμνού οφθαλμού. Το σφάλμα είναι διάχυτο μες το βιβλίο, όπου η ανθρώπινη ζωή αντικαθίσταται απ’ την απάνθρωπη τεχνολογία της ρομποτικής μετεξέλιξης του σάρκινου στην άσαρκη τεχνητή νοημοσύνη. Είναι η νέα εποχή, αν θέλετε, της επικοινωνίας διά της ψηφιακής ύπαρξής μας με τα προσωπικά δεδομένα να γίνονται βορά της απρόσωπης ανυπαρξίας.

 

Ωστόσο αδικώ το βιβλίο περιορίζοντάς το στο μήνυμα που μας έστειλε προ ετών ο Τόφλερ με το Τρίτο κύμα του και δεν το πήραμε τότε εντελώς σοβαρά. Γιατί έχουμε έναν συγγραφέα εκ γενετής ταλαντούχο και, όπως όλοι οι αυθεντικοί πεζογράφοι, ένα είναι το βασικό θέμα γι’ αυτούς: ο άνθρωπος και οι συνθήκες της εποχής του. Και ποιες είναι αυτές στην εποχή μας; Η παγκοσμιοποίηση, τα ναρκωτικά, οι πρόσφυγες, το άγχος, η evolution στη θέση της revolution, οι αναποφάσιστοι στη θέση των άλλοτε αποφασισμένων, το εικονικό στη θέση του υπαρκτού, η κλιματική αλλαγή που φέρνει πιο γρήγορα και την κλιμακτήριο του έμβιου ζώου (μέσα σ’ αυτό και το δίποδο που λέγεται άνθρωπος), τα μεταλλαγμένα προϊόντα, η μεταποίηση, η μεταφορά όχι ως η φιλοσοφική metaphora αλλά ως τρίκυκλο, το αυτοκίνητο που μεταλλάσσεται σε ετεροκίνητο χωρίς οδηγό, τα fake news αλλά και οι μη fake χάκερς.

 

Ένας εκ των οποίων είναι και ο Άρης του βιβλίου, με την τετραπλή προσωπικότητα: ετεροθαλής αδελφός του Δημήτρη, που είναι υιοθετημένος και το ανακάλυψε 13 χρονών αλλά δεν το ομολογεί ούτε στον εαυτό του, παντρεμένος εξ αποστάσεως με την πρώην αναρχική Ρίτα, τώρα σύμβουλο του υπουργού Οικονομικών, όπου ο υπερχάκερ Άρης, υπάλληλος του ίδιου Υπουργείου, τη νύχτα καταστρέφει το ηλεκτρονικό του σύστημα ως εκδίκηση για την «κωλοτούμπα» της κυβέρνησης και το πρωί ως υπάλληλος το επαναφέρει σε λειτουργία – για να καταλήξει τελικά πού; Πού αλλού από το Δρομοκαΐτειο. Όλα αυτά μαζί με τους φόνους, τις απειλές, τις λίγες έως ελάχιστες στιγμές της ευφορίας, και αυτές κυρίως μέσω του σεξ, μας οδηγούν μοιραία στο όραμα που γίνεται παρόραμα, «στην ουτοπία που γίνεται ανεπανόρθωτη βλάβη».

 

«Τώρα υπήρχε μόνο η ασταμάτητη ροή κωδίκων και μαθηματικών στοιχείων. Η ίδια η ζωή στην εικονική της μορφή ήταν που ενσωμάτωνε πια τη διαφήμιση.

 

«Χρησιμοποιούσες καθημερινά τέσσερις διαδικτυακές ταυτότητες βαφτισμένες από τα συνώνυμα άβαταρ της εποχής που ήσουν κολλημένος στο Heritage. Άλλοτε ήσουν η Cat, μια πανέμορφη γκόμενα (την εικόνα της οποίας είχες κλέψει απ’ τον λογαριασμό ενός εικοσάχρονου μοντέλου απ’ το Εκουαδόρ), άλλοτε ο Jay, ένας τριαντάρης τραπεζικός υπάλληλος (η εικόνα του είχε αντληθεί από τον λογαριασμό στο LinkedIn ενός Νεοζηλανδού τεχνικού ειδικών εφέ) που η κρίση είχε μειώσει τον μισθό του στο μισό και φοβόταν τρομερά την ανεργία. Υπήρχε επίσης ο Leftei (η φάτσα του ανήκε σε έναν Αργεντινό σέρφερ…»

 

Διαβάστε το. Το αξίζει. To παρόραμα ξαναγίνεται όραμα...