Από το τρίλημμα του Μαντέλ στην ηλεκτρονική τραπεζική του αύριο

Δημοσιεύτηκε από Antonis D. Papagiannidis 20/06/2019 0 Σχόλια Economia Blog,

Είχε πολλά που μπορούσε να τρυγήσει κανείς για το αύριο της οικονομίας και τον ρόλο των τραπεζών στη χθεσινή Ημερίδα του ΙΔΙΣ με θέμα «Ελληνικές Τράπεζες: Πυλώνας Ανάπτυξης ή μεγάλος ασθενής;», που θάξιζε μεγαλύτερη συμμετοχή – αλλά η εξεταστική περίοδος, βλέπετε…

 

Καθώς όμως η εισαγωγική ομιλία είχε δοθεί στον Γιώργο Αλογοσκούφη, ο οποίος υπήρξε ο πρώτος ΥΠΟΙΚ που κράτησε στα χέρια του την βόμβα της κρίσης (άλλωστε τα «ομόλογα Αλογοσκούφη» ήταν που στήριξαν μέχρις ενός σημείου το τραπεζικό σύστημα όταν ακόμη το διεθνές/Ευρωπαϊκό σύστημα ψαχνόταν για την διάσωση της Ελληνικής οικονομίας, ή όταν σκόνταφτε στην πρώτη προσπάθεια), είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον η ex post ματιά του στις ρίζες της κρίσης – και τον ρόλο των τραπεζών σ’ αυτήν. Για τον Αλογοσκούφη, ο τρόπος με τον οποίο αποφάσισε η Ελλάδα την είσοδό της στο ευρώ, με «κλειδωμένη» στην οικονομία της την στρεβλή μεταπολεμική ανάπτυξη, με την προβληματική μάκρο-διαχείριση της δεκαετίας του ΄80, με την μετέπειτα ανεπιτυχή προσπάθεια (διαδοχικών Κυβερνήσεων) να επιτευχθεί δημοσιονομική προσαρμογή και τελικά με μια είσοδο στο ευρώ χωρίς ΟΥΤΕ ανταγωνιστική ΟΥΤΕ δημοσιονομική προσαρμογή, είχε χτίσει τις προϋποθέσεις μείζονος κρίσης. Που «απλώς» επιβαρύνονταν από τις διαρθρωτικές προβληματικότητες της ίδιας της Ευρωζώνης, αλλά και τις εμμονές της πολιτικής της διαχείρισης.

 

Βρέθηκε λοιπόν η Ελλάδα αντιμέτωπη με το τρίλημμα (δίλημμα προκειμένου περί χώρας που λειτουργεί σε ζώνη με ενιαίο νόμισμα) του Mundell. Μικρές, ανοιχτές οικονομίες με περιορισμένη ανταγωνιστικότητα και χωρίς δυνατότητα προσαρμογής στην ισοτιμία τους, κινδυνεύουν λόγω του μόνου διαθέσιμου εργαλείου της δημοσιονομικής προσαρμογής ΕΙΤΕ να δουν το εξωτερικό τους ισοζύγιο να ξεφεύγει, ΕΙΤΕ την απασχόληση να καταβυθίζεται. Το ρίσκο του διλήμματος ανέλαβε, «εν γνώσει» κατά Αλογοσκούφη, η Ελλάδα. Και εκείνο που έζησε ήταν η απότομη μείωση των επιτοκίων, που δημιούργησε κύμα επενδύσεων/μείωση της αποταμίευσης, αύξηση των επενδύσεων (κυρίως όμως σε ακίνητα) και της κατανάλωσης που εκτόξευσε το έλλειμμα στο ισοζύγιο – βοηθούσης και της χαλάρωσης της δημοσιονομικής διαχείρισης (η οποία στηρίχθηκε σε εύκολο δανεισμό). Εδώ, η ανάλυση Αλογοσκούφη ενσωμάτωσε τον ρόλο των Τραπεζών οι οποίες λειτούργησαν ως ιμάντας μεταβίβασης σ’ αυτήν την διαδικασία, με την υπερβολική πιστωτική επέκταση και ισχυρή μόχλευση/leveraging, με το πλεόνασμα αποταμίευσης (προ ευρώ) να μετατρέπεται σε πλεόνασμα δανεισμού (μετά) χάρις στην εύκολη πρόσβαση και των ίδιων των τραπεζών σε εξωτερικό δανεισμό – και μάλιστα με βάση τους κρατικούς τίτλους του Ελληνικού Δημοσίου που είχαν στα χαρτοφυλάκιά τους οι τράπεζες…

 

Εδώ, παρενέβη στην αφήγηση Αλογοσκούφη ο Μιχάλης Σάλλας με την παρατήρηση «Μα, γι αυτό μπήκαμε [στο ευρώ]». Δηλαδή (και) για να υπάρξει η πρόσβαση σε καλύτερη χρηματοδότηση μιας οικονομίας, που παγίως αυτό είχε ανάγκη. Ο Γ. Αλογοσκούφης διευκρίνισε ότι δεν έφταιξαν τα πρόσωπα, αλλά οι μηχανισμοί. Γιατί – η συνέχεια του αφηγήματος –  ή ίδια αυτή διαδικασία, όταν ήρθε η κρίση και η «διάσωση» μέσω των διαδοχικών Προγραμμάτων/Μνημονίων, λειτούργησε αντίστροφα: απομόχλευση/ισχυρό deleveraging, με επίρριψη της επίπτωσης της διόρθωσης του εξωτερικού ελλείμματος στα εισοδήματα, στην παραγωγή  και στην απασχόληση.

 

Για την ανάγνωση Αλογοσκούφη, αν είχαν μπει νωρίτερα capital controls – επιλογή που θα ήταν «απόλυτα δικαιολογημένη» με δεδομένες τις συνθήκες –  θα είχε αποφευχθεί ένα μέρος της ζημίας. Ενώ, πάλι σύμφωνα με τον ίδιο, η μεθόδευση του PSI λειτούργησε καταστροφικά, τουλάχιστον όσον αφορά την διάσταση του ρόλου των τραπεζών στην κρίση. Όσο για το «τώρα», η δική του σύσταση θα ήταν να υπάρξει, ιδίως μετά την αντιμετώπιση των κόκκινων δανείων, προσεκτική αύξηση της μόχλευσης – ίση π.χ. με τον ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ – και πάντως όχι απότομη χαλάρωση στα δημοσιονομικά, ώστε να αποφευχθεί μια (χλωμή, έστω) επανάληψη της κρίσης στο μέλλον.

 

[Βέβαια, με την ξιφούλκηση του Ζαν-Κλωντ Γιουνκέρ εναντίον των στατιστικών στοιχείων των Κυβερνήσεων 2004-2009, η αφήγηση/ανάλυση Αλογοσκούφη δεν θα βρει πρόθυμο ακροατήριο. Αυτό είναι λάθος: η κατανόηση των μηχανισμών της κρίσης/της βύθισης είναι αναγκαία όσο ποτέ].

 

Στην δική του τοποθέτηση, ο Νίκος Καραμούζης επέμεινε στο ότι στο διάστημα 1997-98 μέχρι και 2010 δεν πρέπει να λησμονείται ότι η Ελλάδα βρέθηκε σε τροχιά ταχύρρυθμης ανάπτυξης, με εισροή κάπου 400 δις ευρώ (που επέτρεψαν σοβαρούς εκσυγχρονισμούς) και με την μεγάλη μείωση επιτοκίων να φέρνει την Ελληνική οικονομία «σε νέα εποχή». Γι’ αυτόν δεν υπήρξαν οι τράπεζες βασική αιτία της κρίσης – την οποία κρίση μάλιστα πλήρωσαν ακριβά, με 64 δις σε ανακεφαλαιοποιήσεις (που έσβησαν τους παλαιούς μετόχους), με 70 δις σε πρόσθετες προβλέψεις, με 117 δις εκροή καταθέσεων και με 107 δις κορύφωση των NPEs. Σήμερα, αν και υπάρχει βελτίωση και επιστροφή καταθέσεων, που επιτρέπουν την κανονική λειτουργία, ακόμη οι τράπεζες δεν λειτουργούν ως καταλύτης για την ανάπτυξη.

 

Κυρίως όμως ο Ν. Καραμούζης τόνισε ότι οι ίδιες αυτές τράπεζες με τα βάρη που φέρουν – legacy banks – βρίσκονται τώρα αντιμέτωπες με την πιεστική ανάγκη του ψηφιακού μετασχηματισμού τους. Επενδύσεις της τάξεως του 1 δις στην αμέσως επόμενη περίοδο θα χρειαστούν οι συστημικές, και τούτο την στιγμή που ευθέως η αγορά προσεγγίζονται από νέα σχήματα τραπεζών χωρίς καταστήματα, όπως η Ν26 ή η Resolute (η πρώτη διαθέτει ήδη 250.000 λογαριασμούς στην Ελλάδα). Οι πελάτες δεν δέχονται πλέον καθυστερήσεις ή προβλήματα, δείχνουν δε μικρή τάση να μείνουν πιστοί στην τράπεζά τους.

 

Ο Μιχάλης Σάλλας στάθηκε αρχικά στην περίοδο της εισόδου της Ελλάδας στην Ευρωζώνη, θυμίζοντας τις παραλείψεις πολιτικής «που επέτρεψαν ο καφές των 100 δραχμών, σε μια νύχτα, να αρχίσει να χρεώνεται 1 ευρώ» αλλά και στα (ομολογημένα) σφάλματα των διαδοχικών Μνημονίων όταν επέπεσε η κρίση. Υπενθύμισε ότι, παρά την σημαντική εκροή καταθέσεων «η μέση τάξη άφησε τα λεφτά της στην Ελλάδα» - χωρίς, τόνισε, «να της έχει επιστραφεί κάτι έως τώρα». Εν τω μεταξύ, ο όγκος των ρυθμίσεων και των γραφειοκρατικών υποχρεώσεων κάνει τις Ελληνικές τράπεζες να δυσλειτουργούν: «χάνουν τον επιχειρηματικό τους χαρακτήρα και γίνονται απλώς πλατφόρμες εξυπηρέτησης του κοινού». Εκείνο που πρώτιστα θα χρειαστεί πλέον, είναι μια σοβαρότερη αντιμετώπιση των κόκκινων δανείων (χωρίς τιμωρητική αντίληψη) και προσαρμογή του επιχειρηματικού μοντέλου των τραπεζών.

 

Αφήστε ένα σχόλιο