Ευρώπη και χώρες κρίσης: ποια νομιμοποίηση;

Δημοσιεύτηκε από Antonis D. Papagiannidis 28/06/2019 0 Σχόλια Economia Blog,

Εκ πρώτης όψεως, η ημερίδα που οργανώθηκε χθες, στον φιλόξενο χώρο του EPLO/του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Δημοσίου Δικαίου στην Ρωμαϊκή Αγορά, στην Πλάκα, σε συνεργασία του ΕΛΙΑΜΕΠ με το Δίκτυο Jean Monnet για την Κρίση-την Δικαιοσύνη-την Δημοκρατία, σε Ευρώπη και Λατινική Αμερική, ηχούσε σαν ένα ακόμη φόρουμ συζήτησης (και αυτεπιβράβευσης) για την προβληματική της δημοκρατίας όπως την έχουμε συνηθίσει να την βλέπουμε από την Ευρώπη «μας», με την μελέτη των χωρών-κρίσης (εν προκειμένω Ελλάδας -Πορτογαλίας-Ιταλίας) να αξιοποιεί την συζήτηση για την Λατινική Αμερική ως καμβά καθησυχαστικής ανάγνωσης – «πάλι καλά είμαστε, εδώ».

 

Και όμως: ήταν κάτι πολύ περισσότερο/κάτι πολύ πιο ουσιαστικό. Ήδη η προσέγγιση των Ευρωπαϊκών περιπτώσεων – που τις συνέθεσε με μεγάλη διαύγεια ο Δημήτρης Κατσίκας (ΕΚΠΑ και ΕΛΙΑΜΕΠ) – έθεσε το δάκτυλο επί τον τύπων των ήλων στο βασικό θέμα της νομιμοποίησης: η «Ευρώπη» αντιμετώπιζε ήδη, πολύ πριν την κρίση, ένα δίδυμο πρόβλημα νομιμοποίησης. Το ένα ήταν θεσμικό, το είχαμε συνηθίσει ως «δημοκρατικό έλλειμμα», ως πρόβλημα δηλαδή ανάδειξης των Ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων και εγγύτητας προς την λαϊκή κυριαρχία (που μόνον επιδερμικά είχε αρχίσει να αντιμετωπίζεται με την ανάδειξη του ΕυρωΚοινοβουλίου στις κάλπες, αλλά και την βαθμιαία μεταβολή της διαδικασίας λήψεως αποφάσεων). Αυτό το δημοκρατικό έλλειμμα έρχεται να συμπληρωθεί από μιαν αίσθηση ότι η ΕΕ αποτελεί «διαδικασία κινούμενη από τις ελίτ». Το δεύτερο ήταν ένα πρόβλημα νομιμοποίησης «εκ του αποτελέσματος». Εδώ, εφόσον η ΕΕ δημιουργούσε, ή πάντως έδειχνε να δημιουργεί» ευημερία, ανταποκρινόταν στις προσδοκίες των Ευρωπαίων. Όταν όμως προέκυψε αποεπιτάχυνση, ύστερα δε η ανοιχτή κρίση της τελευταίας δεκαετίας, οι προσδοκίες πέρασαν σε διάψευση. Η εκ του αποτελέσματος νομιμοποίηση πήγε πίσω…

 

Σ’ αυτό το Ευρωπαϊκής κλίμακας νομιμοποιητικό κενό, ήρθε να προστεθεί – μετά την εμπειρία εφαρμογής των Μνημονίων, αλλά και των άλλων διαδικασιών προσαρμογής (η Ιταλία δεν γνώρισε Μνημόνιο αλλά πιέζεται, η Ισπανία ξώφαλτσα μόνον…) – η κρίση και η υπονόμευση της δημοκρατικής νομιμοποίησης που επέφερε. Πρώτα-πρώτα, σε θεσμικό επίπεδο, μηχανισμοί όπως της Τρόϊκας λειτούργησαν χωρίς διαφάνεια ή έστω κάποιο θεμέλιο σε κανόνες, με καθοριστική (αρχικά) συμμετοχή του ΔΝΤ που δεν έχει κανένα στοιχείο λογοδοσίας, με κάθε τόσο διαφορές και εντάσεις μεταξύ των μερών (ΔΝΤ, Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ΕΚΤ) που συχνά φαίνονταν να διαχειρίζονταν φέουδα επιρροής. Ύστερα, το ίδιο το περιεχόμενο των Μνημονίων, που προέκυψαν υπό συνθήκες «ασυμμετρικής διαπραγμάτευσης» (σε απλούστερα Ελληνικά: επιβολής), με βραχύτατους ορίζοντες εφαρμογής και με εμφανές στοιχείο τιμωρητικότητας (ιδίως στις πρώτες φάσεις) απέκλεισαν στην ουσία οποιαδήποτε δημιουργία εσωτερικής συναίνεσης. «Πολιτικές υποχρεωτικής επιλογής» ή «πολιτικές χωρίς εξουσιοδότηση», καθώς και η αίσθηση της εγκαθίδρυσης ενός «μόνιμου καθεστώτος έκτακτης ανάγκης» (θα προσθέταμε: και η πίεση προς το δικαιϊκό, ακόμη και το δικαστικό σύστημα των χωρών σε κρίση να συμμορφωθεί…), κυρίως όμως η παραμέληση των κοινωνικο-οικονομικών συνεπειών (που αφέθηκαν να έρθουν σε σύγκρουση με βασικές αρχές της ίδιας της ΕΕ), δημιούργησαν ή μάλλον επέτειναν το κενό νομιμοποίησης. Τόσο σε επίπεδο Ένωσης, όσο και σε επίπεδο εθνικών πολιτικών συστημάτων.

 

Όταν λοιπόν, τα ίδια τα Προγράμματα Προσαρμογής/Μνημόνια ανέδειξαν την προβληματικότητα του σχεδιασμού τους, όταν καταδείχθηκαν οι εσφαλμένες υποθέσεις βάσης τους (η διαβόητη συζήτηση για τον πολλαπλασιαστή), όταν οι ασυμφωνίες μεταξύ μελών της ίδιας της Τρόικας έγιναν πάγιο φαινόμενο αλλά και οι προβλέψεις απόδοσης διαψεύσθηκαν, ή «εκ του αποτελέσματος» νομιμοποίηση τραυματίσθηκε οριστικά. Μπορεί οι περιπτώσεις όπως της Πορτογαλίας ή έκβαση να υπήρξε – μετά από ένα σημείο – θετικότερη, όμως αν δει κανείς διαχρονικά τους ρυθμούς ανάπτυξης ή την ανεργία στο «Κέντρο» και τις χώρες Νότου της ΕΕ, ή πάλι το ποσοστό πληθυσμού σε κίνδυνο φτώχειας, διαπιστώνει μιαν απόκλιση που συνεχίζεται, αν δεν επιδεινώνεται.

 

Το αποτέλεσμα; Με κορύφωση το 2012-2016, αλλά με διατήρηση και έως τώρα, 1/3 έως 1/5 των πληθυσμών του Νότου διατηρούν αρνητική αίσθηση για την ΕΕ. Όσο μάλιστα περνάει ο χρόνος, η απόκλιση αρνητισμού μεταξύ Κέντρου και Περιφέρειας επιδεινώνεται. Ακόμη περισσότερο, όμως, η «Περιφέρεια» σπάει στα δυο: Ιρλανδία, Ισπανία και Πορτογαλία έχουν σαφώς καλύτερη εικόνα ως προς την ΕΕ έναντι Ιταλίας, Κύπρου και (πάντα στην χειρότερη θέση…) Ελλάδας. Αντίστοιχα ισχύουν και με την εικόνα που είναι διαμορφωμένη για το ευρώ – μόνον που εδώ στην Ελλάδα, με το ζεμάτισμα που υπέστη με το φλερτ με το Grexit, ο κόσμος δείχνεται πιο συγκρατημένος στην άρνηση.

 

Άμα, τέλος, περάσει κανείς στον δείκτη «εμπιστοσύνη στους θεσμούς διαπιστώνει ότι το πλήγμα που έχει προξενηθεί δεν γεφυρώθηκε: με κορύφωση το 2012-16, μέχρι και τα 4/5 του πληθυσμού (Ελλάδα), πάντως 2/3 σε Ιταλία ή Κύπρο και σχεδόν ½ σε Ισπανία ή Ιρλανδία δηλώνουν δύσπιστοι. Πόσο το καταγράφουν όμως αυτό οι ίδιοι οι Ευρωπαϊκοί θεσμοί; Ο Κλάους Ρέγκλινγκ δείχνει να είναι αισιόδοξος ότι «το πικρό φάρμακο λειτούργησε» . Ο Μάριο Σεντενο να θεωρεί ότι «η οικονομία της Ευρώπης ζει σε χρυσή εποχή». Όμως, ενώ οι Στρατηγική της ΕΕ 2014-19 μιλούσε για πρώτη προτεραιότητα «Απασχόληση-Ανάπτυξη-Ανταγωνιστικότητα» και δεύτερη «Μια ένωση που ενδυναμώνει και προστατεύει όλους τους πολίτες», η Στρατηγική 2019-24 έχει μετατοπισθεί σε «Ανάπτυξη της οικονομικής βάσης της Ευρώπης για το μέλλον». Ενδιαφέρουσα μετατόπιση, όχι;

 

Η συζήτηση για την νομιμοποίηση στην «Ευρώπη» δεν θα γίνει ευκολότερη. Όμως από την περαιτέρω ημερίδα ΕΛΙΑΜΕΠ/Δικτύου Jean Monnet για την Κρίση-την Δικαιοσύνη-την Δημοκρατία προέκυψαν κάποια διδάγματα «εισαγόμενα» από την Λατινική Αμερική (και δεν φαντάζεται κανείς ότι το Δίκτυο Jean Monnet είναι… ύποπτο τριτοκοσμισμού!) χρήσιμα και για το δικό μας μέλλον. Ίσως επανέλθουμε πιο διεξοδικά, πλην για την ώρα ας καταγράψουμε την έννοια του «mal-estar»/της εγκατεστημένης δυσθυμίας που οδηγεί σε πολιτική αποστράτευση, μαζί και με την αίσθηση ότι οι αποφάσεις «λαμβάνονται από τις ελίτ, για τις ελίτ». Καθώς και την μετάβαση από τις δημοκρατικές διαδικασίες της κάλπης σε εκείνες της διαβουλευτικής και συμμετοχικής δημοκρατίας (που σ’ εμάς διακωμωδήθηκαν και απ’ όσους τις προέβαλαν…), σε αναζήτηση – ακριβώς – μιας κάποιας ουσιαστικής νομιμοποίησης.

 

Αφήστε ένα σχόλιο