Η "ματιά" του ΣΕΒ σε περιόδους κυβερνητικής αλλαγής

Δημοσιεύτηκε από economia 01/07/2019 0 Σχόλια αρχείο Βιομηχανική Επιθεώρησις,

Η εναλλαγή στην κυβέρνηση των πολιτικών κομμάτων είναι βασικό χαρακτηριστικό της δημοκρατίας. Κοινωνικοί φορείς, όπως ο ΣΕΒ, καλούνται να συνεργαστούν με όλες τις κυβερνήσεις, προκειμένου να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα και να ενισχυθεί η βιομηχανία και η οικονομία. Με κάποιες κυβερνήσεις η «ατζέντα» παρουσιάζει περισσότερα κοινά και με άλλες καταγράφονται μεγαλύτερες αποκλίσεις. Στη βάση της παραδοσιακής διάκρισης πρόοδος-συντήρηση λογικό φαντάζει ο ΣΕΒ να αισθάνεται πιο άνετα όταν στην κυβέρνηση βρίσκεται ένα συντηρητικό κόμμα, πλην όμως και σε αυτόν τον κανόνα υπάρχουν εξαιρέσεις. Η μακρά ιστορία της Βιομηχανικής Επιθεώρησις, που αυτό τον μήνα συμπληρώνει τον 85ο χρόνο κυκλοφορίας, προσφέρει τη δυνατότητα αναδρομής στις Γενικές Συνελεύσεις του ΣΕΒ σε περιόδους κυβερνητικής αλλαγής κατά το δεύτερο μισό του προηγούμενου αιώνα.

 

1951: Έρχεται ο Παπάγος

Πρώτος σημαντικός σταθμός η άνοιξη του 1951, όταν οι δυνάμεις του κέντρου αδυνατούν να συνασπιστούν σε έναν πόλο και διαφαίνεται η επικράτηση του Παπάγου. Την κάθοδό του στην πολιτική υποστηρίζουν μεγάλα εκδοτικά συγκροτήματα, όπως αυτό του Λαμπράκη, αλλά φαίνεται ότι δεν ενθουσιάζει τα Ανάκτορα. Στο κλίμα αυτό «την Κυριακήν, 18 Μαρτίου 1951, συνήλθον εις την τακτικήν ετησίαν Γενικήν Συνέλευσιν των τα μέλη του Συνδέσμου Ελλήνων Βιομηχάνων εις την αίθουσαν τελετών του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Αθηνών», αναφέρει η Βιομηχανική Επιθεώρησις στο τεύχος Απριλίου 1951.

Στον λόγο του ο τότε πρόεδρος του ΣΕΒ, Χριστόφορος Κατσάμπας, ανέφερε ότι το 1950 «προοωνίζετο ήσυχον και αισιόδοξον και εθεωρείτο ως αφετηρία μιας προσπαθείας διά την οικονομικήν ανόρθωσιν της χώρας μας», καθώς «όλαι αι υπάρχουσαι ενδείξεις έπειθαν ότι δεν απείχομεν κατά πολύ του σημείου της πλήρους οικονομικής μας αποκαταστάσεως». Πλην όμως, το ξέσπασμα του Πολέμου στην Κορέα και η κλιμάκωση του Ψυχρού Πολέμου «φυσικώ τω λόγω επηρέασεν αναλόγως και την ημετέραν οικονομίαν». Στη βιομηχανία «είχεν ως αποτέλεσμα, αφ’ ενός την σπάνιν των πρώτων υλών βιομηχανίας και αφ’ ετέρου –το και σπουδαιότερον– την ύψωσιν των τιμών τούτων». Οι πιστώσεις περιορίζονται, το καταναλωτικό κλίμα επιδεινώνεται και η ανεργία αυξάνεται. Οι εκπρόσωποι του ΣΕΒ στρέφονται στην κυβέρνηση και ζητούν μέτρα στήριξης της βιομηχανίας, αλλά «δεν ημπορώ να ισχυρισθώ ότι αι απόψεις μας αυταί εγένοντο αποδεκταί υπό των αρμοδίων».

Κεντρικό ρόλο παίζουν οι πιστώσεις στο πλαίσιο του Σχεδίου Μάρσαλ. Η Γενική Συνέλευση του ΣΕΒ το 1950 υιοθέτησε ψήφισμα όπου «εξεφράζετο η αντίθεσις του βιομηχανικού κόσμου προς την κυβέρνησιν» για τη διαχείριση των πιστώσεων και «εζητείτο παρ’ αυτής η σύστασις τριμερούς Επιτροπής, η οποία θα εμελετά το όλον βιομηχανικόν πρόβλημα». Η Επιτροπή όντως συστάθηκε και κατέληξε σε συμπεράσματα, τα οποία το 1951 ο ΣΕΒ ζητούσε να «λάβουν την νομοθετικήν των κύρωσιν». Σημαντικές διαφωνίες διατυπώνονται για το νέο φορολογικό σύστημα, καθώς και για τη «ρύθμισις του ζητήματος των μισθών και ημερομισθίων», όπου «διά Νόμου εγένετο και αύξησις αυτών». Τέλος, υιοθετείται ψήφισμα όπου εκφράζεται μεν η «ικανοποίησιν διά την ίδρυσιν του υπουργείου Βιομηχανίας», πλην όμως καλείται η «κυβέρνησιν να μεριμνήση διά την έγκαιρον οργάνωσιν του υπουργείου Βιομηχανίας και την εύρυνσιν των αρμοδιοτήτων αυτού εφ’ όλων των ζητημάτων της παραγωγικής διαδικασίας».

Έξι μήνες αργότερα, στις εκλογές της 9ης Σεπτεμβρίου 1951 ο Ελληνικός Συναγερμός του Στρατάρχη Παπάγου συγκεντρώνει 36,5%, αλλά οι δυνάμεις του κέντρου καταφέρνουν να σχηματίσουν κυβέρνηση συνασπισμού, που πάλι αποδεικνύεται βραχύβια. Στη Γενική Συνέλευση του ΣΕΒ το 1952 το κλίμα είναι ακόμα πιο βαρύ. Στις εκλογές του Νοεμβρίου του 1952 ο Συναγερμός συγκεντρώνει 49,22% και ο Στρατάρχης Παπάγος σχηματίζει κυβέρνηση με υπουργό Συντονισμού τον Σπύρο Μαρκεζίνη. Εντός του εξαμήνου αυτού προχωρά στην υποτίμηση της δραχμής κατά 50% και στη σύνδεσή της με το δολάριο, επιτυγχάνοντας έτσι τη σταθεροποίηση της οικονομίας. 

 

1956: Ανατέλλει το άστρο του Καραμανλή

Ο Παπάγος πεθαίνει μετά από σύντομη ασθένεια τον Οκτώβριο του 1955 και ο Βασιλιάς Παύλος αποφασίζει μόνος του να αναθέσει την πρωθυπουργία στον Κωνσταντίνο Καραμανλή. Σχεδόν τρεις μήνες αργότερα, στις 22/1/1956, «συνήλθον εις την ετησίαν τακτικήν γενικήν συνέλευσίν των τα μέλη του Συνδέσμου Ελλήνων Βιομηχάνων, εις τα επί της οδού Ξενοφώντος γραφεία αυτού». Ήταν έτος αλλαγής σκυτάλης στην ηγεσία του ΣΕΒ, με τον Νικόλαο Δρίτσα να διαδέχεται τον Αλέξανδρο Τσάτσο.

Στην ομιλία του ο απερχόμενος πρόεδρος χαιρέτισε τη σταθεροποίηση της οικονομίας που επέφερε η υποτίμηση του 1953, αλλά επεσήμανε ότι «η ελευθερία των εισαγωγών δεν ερρυθμίσθη ως από της πρώτης στιγμής υπεδείξαμεν και ετονίσαμεν», κυρίως σε σχέση με τους δασμούς που επιβάρυναν τις τιμές των εισαγόμενων πρώτων υλών για τη βιομηχανία. «Παραπλανούν και παραπλανώνται ανωφέλως οι ομιλούντες περί εκβιομηχανίσεως της χώρας, εφ’ όσον δεν αντιλαμβάνονται τας βασικάς προϋποθέσεις επί των οποίων δέον να στηρίζεται η ελληνική βιομηχανία», αναφέρει η ΒΕ στο τεύχος Φεβρουαρίου 1956.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στο ότι «η κατανάλωσις αγαθών εν Ελλάδι είναι γεγονός ότι είναι περιωρισμένη και τούτο διότι το εθνικόν εισόδημα είναι εξαιρετικά χαμηλόν» και γι’ αυτό «το εθνικόν εισόδημα πρέπει να αυξάνη ετησίως αρκετά περισσότερον εις ποσοστόν έναντι του προηγουμένου και πάντως περισσότερον από το ποσοστόν αυξήσεως του πληθυσμού, διά να υπάρχη βελτίωσις του βιοτικού επιπέδου». Καθώς τίποτα δεν δείχνει ότι αυτό θα αλλάξει τα επόμενα χρόνια, «η εσωτερική αγορά δεν φαίνεται να δικαιολογή οικονομικώς την επένδυσιν κεφαλαίων προς παραγωγήν βιομηχανικών προϊόντων εσωτερικής καταναλώσεως εκ των ήδη παραγομένων». Καταλήγει έτσι στο συμπέρασμα ότι «τα δεδομένα αυτά οδηγούν εις την σκέψιν, ότι μεγαλυτέρας αναπτύξεως είναι επιδεκτά εκείνα τα είδη τα οποία θα ηδύναντο να διευρύνουν τον κύκλον των καταναλωτών αυτών διά της αναπτύξεως των εξαγωγών».

Ως εξαίρεση αναφέρεται «η οικοδομική δραστηριότης», η οποία «εις ολόκληρον την χώραν κατά τα τελευταία έτη πείθει ότι ο Έλλην εκεί που αισθάνεται περισσοτέραν την ασφάλειαν, προθύμως επενδύει την αποταμίευσίν του». Ο Αλ. Τσάτσος ολοκληρώνει δε τον λόγο του αναφερόμενος στο διαφαινόμενο εγχείρημα δημιουργίας τελωνειακής ένωσης στην Ευρώπη. «Με τοιαύτην προοπτικήν, χρέος συνετών επιχειρηματιών είναι να προσανατολιζώμεθα προς αυτήν την μελλοντικήν πραγματικότητα» και «Κυβέρνησις και Βιομηχανία, ας προετοιμαζώμεθα δι’ εν τοιούτον μέλλον, διά να μεθέξωμεν, όχι ως πτωχοί συγγενείς, αλλ’ ως ζωντανά στοιχεία συμβολής εις μίαν ευρυτέραν Οικονομίαν».

Λιγότερο από έναν μήνα αργότερα, στις 19 Φεβρουαρίου του 1956, η ΕΡΕ που έχει πλέον ιδρύσει ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, έρχεται μεν δεύτερη σε ψήφους (47,38% έναντι 48,15% του συνασπισμού της Δημοκρατικής Ένωσης, υπό τον Γεώργιο Παπανδρέου), πλην όμως αποσπά 165 έδρες και σχηματίζει μια κυβέρνηση που θα έδινε έμφαση στην εκβιομηχάνιση, στην άνθηση της οικοδομής και θα πετύχαινε η Ελλάδα να γίνει η πρώτη χώρα με συμφωνία σύνδεσης με την ΕΟΚ.

 

 

 

 

 

 

 

 

1964: Αυτοδυναμία της Ενώσεως Κέντρου

Ο Καραμανλής ηττάται στις εκλογές του Νοεμβρίου του 1963 και έναν μήνα αργότερα εγκαταλείπει την πολιτική και τη χώρα. Ο Γεώργιος Παπανδρέου δεν έχει αποσπάσει κοινοβουλευτική πλειοψηφία, με αποτέλεσμα να ακολουθήσουν νέες εκλογές τον Φεβρουάριο, όπου η Ένωσις Κέντρου αποσπά 52,72% και 171 έδρες. Κατά την προεκλογική περίοδο η ΕΡΕ προβάλλει τους κινδύνους για την οικονομία από ενδεχόμενη αυτοδυναμία της Ενώσεως Κέντρου, οπότε στη Γενική Συνέλευση του ΣΕΒ, που πραγματοποιείται στις 26/4/1964, επικρατεί «παγωμάρα».

Στην ομιλία του ο πρόεδρος, Γεώργιος Δράκος, υπογραμμίζει τη σημασία της εκβιομηχάνισης και προειδοποιεί ότι αυτή είναι μεν «έργον και της κυβερνητικής αρμοδιότητος, αλλά και έργον ημών και είναι σαφές ότι όσον η ιδιωτική πρωτοβουλία συσταλή, τόσον θα εκταθή η δημοσίας μορφής πρωτοβουλία» (ΒΕ, Μάιος 1964). Γι’ αυτό «το έργον ημών των φορέων της ιδιωτικής πρωτοβουλίας είναι προφανές: έντασις των επενδύσεων, αμείλικτος υποβιβασμός του κόστους, εξαγωγαί».

Αμέσως μετά έλαβε τον λόγο ο πρώην πρόεδρος του ΣΕΒ και πρόεδρος της Συνέλευσης, Χριστόφορος Κατσάμπας, ο οποίος ένιωσε την ανάγκη να δηλώσει ότι «προασπίζομαι τον θεσμόν της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, διότι είναι εκείνος, ο οποίος καλείται να οδηγήσει εις τον εκσυγχρονισμόν, εις την βελτίωσιν και εις την εξύψωσιν, μίαν ημέραν, προς τας ευρωπαϊκάς προηγμένας οικονομίας». Διαφαίνεται, δηλαδή, μια ανησυχία για τις προθέσεις της νέας κυβέρνησης, η οποία σύντομα μετατράπηκε σε ανοικτή εχθρότητα από σημαντικό τμήμα τόσο των βιομηχάνων όσο και του Τύπου, οδηγώντας στις αποστασίες του 1965 και τελικά στο πραξικόπημα του 1967.

 

 

 

 

 

 

 

 

1981: Η χρονιά της Αλλαγής

Η επόμενη αντίστοιχη συγκυρία απαντάται μετά από σχεδόν δύο δεκαετίες. Τον Μάιο του 1981 πραγματοποιείται στο Χίλτον η Γενική Συνέλευση του ΣΕΒ, με όλα να δείχνουν ότι επίκειται επικράτηση του ΠΑΣΟΚ στις εκλογές του φθινοπώρου. Ο Γιώργος Δράκος ήταν πλέον πρόεδρος της Συνέλευσης, ενώ στο τιμόνι του ΣΕΒ ήταν ο Δημήτρης Κυριαζής.

Στο τεύχος Ιουνίου 1981 η ΒΕ παραθέτει τα όσα ειπώθηκαν υπό τον τίτλο «αγώνας επιβιώσεως της βιομηχανίας μας κάτω από εξαιρετικά δυσμενείς συνθήκες», ως αποτέλεσμα «της οικονομικής συγκυρίας, της υπέρμετρης διογκώσεως του δημοσίου τομέως – και μιας πολιτικής, που αποθαρρύνει την ιδιωτική πρωτοβουλία και δεν προωθεί την οικονομική ανάπτυξι». Όντως, οι ομιλίες είναι σε δραματικούς τόνους, με τον Δημήτρη Κυριαζή να προειδοποιεί πως «η ελληνική βιομηχανία έχει φθάσει σήμερα σ’ ένα πολύ επικίνδυνο σημείο, σε μια φάσι που κυριολεκτικά παλεύει για την επιβίωσή της». Ζητά μια «άλλη πολιτική» με βασικούς άξονες τη «δημιουργία των καταλλήλων συνθηκών για να δραστηριοποιηθεί πλήρως η ιδιωτική πρωτοβουλία και να αυξηθή η παραγωγικότης» και τον «περιορισμό του δημοσίου τομέως με την απελευθέρωσι πόρων, που θα μεταφερθούν στους παραγωγικούς τομείς της οικονομίας».

Το 1981 είναι βέβαια και το έτος πλήρους ένταξης στην ΕΟΚ. Η Βιομηχανική Επιθεώρησις φιλοξενεί άρθρο του προέδρου της Ενώσεως Ευρωπαϊκών Βιομηχανιών (UNICE), Γκουίντο Κάρλι, στο οποίο υπογραμμίζεται η «ανάγκη προσαρμογής της ευρωπαϊκής οικονομίας στις νέες συνθήκες», με τα διεθνή νομισματικά προβλήματα και τις νέες προκλήσεις για τη βιομηχανία.

 

 

1990: Η κυβέρνηση Μητσοτάκη

Η πρώτη κυβερνητική θητεία του Ανδρέα Παπανδρέου ολοκληρώνεται στα μέσα του 1989, αλλά η Νέα Δημοκρατία δεν δείχνει ικανή να εξασφαλίσει αυτοδυναμία. Συνοψίζοντας τους προβληματισμούς της Γενικής Συνέλευσης του ΣΕΒ, τον Μάιο του 1989, η Βιομηχανική Επιθεώρησις εντοπίζει την «απάντησι στις προκλήσεις του 1992 και του 2000» στη «συναίνεσι και την ανάπτυξι».

Τον επόμενο χρόνο το κλίμα είναι εντελώς διαφορετικό. Η Νέα Δημοκρατία μόλις έχει εξασφαλίσει οριακή αυτοδυναμία και πλέον η Βιομηχανική Επιθεώρησις κάνει λόγο για «αισιοδοξία και μηνύματα συστρατεύσεως» καθώς πλέον είναι «Η ώρα της ελεύθερης οικονομίας – Η ώρα της ιδιωτικής πρωτοβουλίας!».

Πρόεδρος του ΔΣ του ΣΕΒ είναι ο Λέων Μελάς, ο οποίος στην ομιλία του, μεταξύ άλλων, ζητά την απαλλαγή της οικονομίας από περιοριστικούς θεσμούς και πρακτικές, την απελευθέρωση επιχειρηματικών δραστηριοτήτων και ασκούνται από το κράτος και την ανακατανομή των κοινοτικών πόρων από την επιδότηση της κατανάλωσης στην υποστήριξη της ανάπτυξης. Ο νέος υπουργός Εθνικής Οικονομίας, Γιώργος Σουφλιάς, υπόσχεται «σταθερούς και διαφανείς κανόνες παιχνιδιού για τη λειτουργία των μηχανισμών της οικονομίας και την προσέλκυσι επενδύσεων» και διακηρύσσει ότι «η κυβέρνησι θα προχωρήση με ταχείς ρυθμούς στην αποκρατικοποίησι της οικονομίας και στην μεταβίβασι των υπό κρατικό έλεγχο επιχειρήσεων στον ιδιωτικό τομέα».

 

 

 

 

1994: Η επιστροφή του ΠΑΣΟΚ

 

Σε αντίθεση με τις προηγούμενες περιπτώσεις ανόδου στην κυβέρνηση κόμματος της κεντροαριστεράς, η επικράτηση του ΠΑΣΟΚ τον Οκτώβριο του 1993 δεν δείχνει να προκαλεί ανησυχία. Ο τίτλος της Βιομηχανικής Επιθεωρήσεως στο θέμα για τη Γενική Συνέλευση της 25ης Μαΐου 1994 είναι «αισιοδοξία… υπό προϋποθέσεις». Στο κλίμα αυτό κινείται η ομιλία του νέου Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, Γιάννου Παπαντωνίου, ο οποίος αναφέρεται στην πρόκληση «της απελευθέρωσης των αγορών των αγαθών, των υπηρεσιών, των κεφαλαίων και του χρήματος», την οποία «αντιμετωπίζουμε με αισιοδοξία».

Ο νέος πρόεδρος του ΔΣ του ΣΕΒ, Ανδρέας Κανελλόπουλος, υποστηρίζει ότι «για πρώτη φορά στη σύγχρονη ιστορία μας η ελληνική οικονομία είναι τόσο ανοιχτή στον διεθνή ανταγωνισμό». Κύρια πρόκληση θεωρείται, πλέον, η ένταξη στον σκληρό πυρήνα της ΕΟΚ και ο πρόεδρος της ΕΕ του ΣΕΒ, Ιάσων Στράτος, θέτει τον στόχο εκπλήρωσης των κριτηρίων ονομαστικής σύγκλισης της Συνθήκης του Μάαστριχτ. Όντως ο στόχος υλοποιήθηκε μέχρι το τέλος της δεκαετίας, πλην όμως δεν συνέβη το ίδιο και με την πρόβλεψή του στο τέλος της ομιλίας του: «Με μοχλό την βιομηχανία η ελληνική οικονομία μπορεί σύντομα να μπει σε ένα νέο δρόμο».

Αφήστε ένα σχόλιο