Σε αναζήτηση εργαλείων πολιτικής

Δημοσιεύτηκε από economia 11/07/2019 0 Σχόλια The Economist,

Οικονομική Επιθεώρηση, Ioύλιος 2019, τ. 984

ΚΕΝΤΡΙΚΕΣ ΤΡΑΠΕΖΕΣ από τον Τhe Economist

 

 

 

Προκειμένου να βρεθούν σωστά εξοπλισμένες για την επόμενη ύφεση, οι κεντρικές τράπεζες θα χρειαστούν λεπτούς χειρισμούς

 

 

 

Μία δεκαετία έχει περάσει από την τελευταία ύφεση που έχουν γνωρίσει οι ΗΠΑ, και χρειάστηκε όλος αυτός ο χρόνος μέχρι να διερωτηθεί η Fed, η αμερικανική κεντρική τράπεζα, αν είναι έτοιμη για να αντιμετωπίσει την επόμενη κρίση. Συνάντηση –αρχές Ιουνίου, στο Σικάγο– υπηρεσιακών στελεχών και πανεπιστημιακών στόχο είχε, ακριβώς, να συζητηθεί πώς θα ‘πρεπε να λειτουργεί η νομισματική πολιτική σ’ έναν κόσμο χαμηλών επιτοκίων. Σήμερα το βασικό αμερικανικό επιτόκιο είναι 2,25-2,5%, οπότε η Fed έχει περιορισμένο περιθώριο χειρισμών μέχρι να φτάσει στο μηδέν – δηλαδή λιγότερο από το μισό περιθώριο εκείνου που χρειάστηκε σε προηγούμενες τέτοιες περιπτώσεις υποχώρησης της οικονομικής δραστηριότητας. Και, σαν να ‘θελε να θυμίσει στους υπεύθυνους της οικονομικής πολιτικής ότι τα πολύ χαμηλά επιτόκια έχουν μόνιμο χαρακτήρα, τα 10ετή ομόλογα του αμερικανικού Δημοσίου έκλεισαν τον Μάιο με αποδόσεις κάτω του 2,3%. Άλλες κεντρικές τράπεζες, που έχουν την ευθύνη διαχείρισης ακόμη χαμηλότερων επιτοκίων και πιο αδύναμων οικονομιών, κοιτάζουν προς τη Fed για να βρουν εκεί κάποια έμπνευση.

 

 

Το να αναζητείται με καθυστέρηση ένα σχέδιο μάχης είναι θετική εξέλιξη, όμως η επιλογή χρονικής στιγμής είναι άβολη. Η λειτουργία των κεντρικών τραπεζών τείνει να επαναπολιτικοποιηθεί. Ο πρόεδρος Τραμπ έχει καλέσει τη Fed να περικόψει τα επιτόκια – και προσπάθησε, χωρίς αποτέλεσμα, να ορίσει δύο δικούς του ανθρώπους στο Συμβούλιό της. Στην Αριστερά, όλο και περισσότεροι ενδιαφέρονται να αναλάβουν τα ηνία της νομισματικής πολιτικής. Στη Βρετανία έχουν προτείνει από το να αναλάβει η Τράπεζα της Αγγλίας να ανακόψει την άνοδο των τιμών των ακινήτων μέχρι το να θέσει ως στόχο την παραγωγικότητα – λες και η ταχύτητα της τεχνολογικής αλλαγής αποτελεί νομισματικό φαινόμενο. Πολλές φορές οι κεντρικές τράπεζες μπαίνουν στο στόχαστρο όταν αναζητούνται κεφάλαια για επένδυση σε υποδομές ή για την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής. Η ποσοτική χαλάρωση (Q.E.), που αποτελεί πολιτική της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (δηλαδή η αγορά ομολόγων με φρέσκο χρήμα που δημιουργείται), αποτελεί πηγή έντασης μεταξύ των χωρών της Ευρωζώνης, πράγμα που οδηγεί στο να εμφανίζεται η ηγεσία της ΕΚΤ ακόμη πολιτικότερη απ’ ό,τι συνήθως.

 

 

Με δεδομένες αυτές τις πιέσεις, δεν θα ‘πρεπε να θεωρείται περίεργο που οι κεντρικοί τραπεζίτες δείχνουν επιφυλακτικοί. Ασφαλώς και φοβούνται ότι αν χρειαστεί να αναθεωρήσουν τους στόχους τους και τα εργαλεία πολιτικής που χρησιμοποιούν, θα μπορούσαν να περιέλθουν σε γενικευμένο κατήφορο, όπου σταθερότητα και ανεξαρτησία θα έδιναν τη θέση τους στη λαϊκίστικη παρέμβαση, ή και σε φαινόμενα οικονομικού κομπογιαννιτισμού. Αυτό όμως δεν αρκεί για να δικαιολογήσει μιαν επιφυλακτική στάση. Χειρότερος είναι ο κίνδυνος να βρεθεί ο κόσμος αντιμέτωπος με μια κάμψη της οικονομικής δραστηριότητας, η οποία να μην μπορέσει να καταπολεμηθεί σωστά. Οι κεντρικές τράπεζες χρειάζεται να προετοιμαστούν για τα επερχόμενα, και για να το πράξουν θα πρέπει να ξαναδούν τους στόχους τους και τα εργαλεία πολιτικής τους – χωρίς να πάψουν να προσπαθούν να διατηρήσουν την ανεξαρτησία τους.

 

 

Δυστυχώς, για την ώρα οι συζητήσεις φαίνεται ότι θα περιοριστούν σε μια μικρή αλλαγή στους στόχους της Fed ή στην επικοινωνιακή της πολιτική, καθώς και σε απόφαση να μην μεταβληθούν τα εργαλεία της νομισματικής πολιτικής. Η Fed μπορεί να δεσμευτεί ότι θα επαναπροσδιορίσει τον στόχο πληθωρισμού που έχει τάξει (στο 2%), ώστε ο στόχος αυτός να παρακολουθείται με βάση μέσους όρους του συνόλου του οικονομικού κύκλου. Οι υπερβάσεις στις φάσεις ανόδου θα μπορούσαν να αντισταθμίζουν τις υστερήσεις στις φάσεις υποχώρησης της οικονομικής δραστηριότητας. Η θεωρία πίσω απ’ αυτή την πολιτική λέει ότι θα βοηθηθεί ο χειρισμός όταν τα επιτόκια είναι κολλημένα κοντά στο μηδέν, με την ενίσχυση των πληθωριστικών προσδοκιών στις περιόδους κάμψης. Κάτι τέτοιο θα διαμόρφωνε χαμηλότερα πραγματικά επιτόκια, που με τη σειρά τους θα τόνωναν την οικονομία.

 

 

Υπάρχει, όμως, ο κίνδυνος κάτι τέτοιο να αποδειχθεί πολύ επιφυλακτικό. Ας ξεκινήσουμε με τους στόχους. Αφότου ανακοινώθηκε ο στόχος πληθωρισμού (το 2012), ο πληθωρισμός έτεινε να διαμορφώνεται χαμηλότερα στο 85% των περιπτώσεων. Οι χρηματοπιστωτικές αγορές θεωρούν ότι αυτού του είδους η υστέρηση θα συνεχιστεί για χρόνια. Οι επενδυτές πιθανότατα θα αγνοήσουν κάθε καινούργια ανακοίνωση των κεντρικών τραπεζών ότι θα οδηγήσουν τον πληθωρισμό πάνω από τον στόχο. Αλλ’ ακόμη κι αν πίστευαν τη Fed, πάλι η μείωση των πραγματικών επιτοκίων θα ήταν πολύ μικρή προκειμένου να αντισταθμιστεί μια σοβαρή ύφεση. Στις σκοτεινές εποχές του 2009, ένας πρακτικός κανόνας νομισματικής πολιτικής οδηγούσε σε ανάγκη διαμόρφωσης ονομαστικών επιτοκίων σε επίπεδο -4%.

 

 

Χρειάζεται συνεπώς και αναθεώρηση των διαθέσιμων εργαλείων πολιτικής. Οι περισσότερες κεντρικές τράπεζες διαθέτουν τρεις μορφές μη συμβατικής πολιτικής προκειμένου να τονώσουν τις οικονομίες όταν βρίσκονται σε ύφεση: την ποσοτική χαλάρωση/Q.E., την πολιτική μελλοντικών ενδείξεων/forward guidance (ανακοινώσεις με στόχο τη μείωση των αποδόσεων των ομολόγων) και τα αρνητικά επιτόκια. Για την αποτελεσματικότητα του Q.E. υπάρχει σημαντική αμφισβήτηση – ορισμένοι τη θεωρούν απλώς μια συγκαλυμμένη μορφή πολιτικής μελλοντικών ενδείξεων. Όμως και οι ίδιες οι μελλοντικές ενδείξεις δεν είναι πάντα αξιόπιστες, είτε είναι συγκαλυμμένες είτε όχι. Από την άλλη, τα πολύ αρνητικά επιτόκια προϋποθέτουν μεταρρυθμίσεις προκειμένου να αποθαρρυνθούν οι πολίτες να αποθησαυρίζουν ρευστά, ή πάλι να μην προκληθεί αστάθεια στις τράπεζες (οι οποίες θα χρειαζόταν να παλέψουν για να πείθουν τον κόσμο να τις πληρώνει ώστε να δέχονται καταθέσεις…).

 

 

Αν οι μεταρρυθμίσεις αποδειχθούν ανεπαρκείς, τότε το αποτέλεσμα θα μπορούσε να είναι μια μακρά και καταστροφική ύφεση. Αξίζει τον κόπο να αναληφθούν οι κίνδυνοι αυτοί, προκειμένου να αποφευχθεί μια τέτοια μοίρα. Οι κεντρικές τράπεζες θα μπορούσαν συνεπώς να ανταλλάξουν τον στόχο πληθωρισμού τους με κάτι καλύτερο –θα ήμασταν υπέρ ενός στόχου ονομαστικού ΑΕΠ, δηλαδή ενός μέτρου στενότερα συνδεδεμένου με τη μοίρα των οφειλετών ή των επενδυτών– ενώ θα αναζητούσαν και νέες πηγές νομισματικών πολεμοφοδίων.

 

 

Στην επιλογή παρόμοιων καινοτομιών θα παίξουν αναπόφευκτα ρόλο οι πολιτικοί – κι αυτό είναι σωστό, καθώς αυτοί είναι που θέτουν τα πλαίσια για τους τεχνοκράτες. Ακόμη περισσότερο, η αναγκαία επεξεργασία θα χρειαστεί σταθερή προσπάθεια. Οι τραπεζίτες δεν θα πρέπει να λυγίσουν κάτω από την απειλή της πολιτικοποίησης: η δουλειά τους είναι πολύ σημαντική και πολύ επείγουσα για να αφήσουν να συμβεί κάτι τέτοιο.

 

 

 

© The Economist. Μεταφράστηκε και δημοσιεύθηκε από τις Εκδόσεις Κέρκυρα Α.Ε., έπειτα από ειδική άδεια. Το πρωτότυπο αγγλικό κείμενο βρίσκεται στο www.economist.com

Αφήστε ένα σχόλιο