Η παγκόσμια κρίση του συντηρητισμού

Δημοσιεύτηκε από economia 12/07/2019 0 Σχόλια The Economist,

Η σημερινή δεξιά δεν συνιστά εξέλιξη του συντηρητισμού, αλλά αποκήρυξή του

 

Ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν έχει χαρακτηρίσει τη φιλελεύθερη ιδεολογία «απαρχαιωμένη». Το ότι διαφωνούμε μ’ αυτή τη δήλωση δεν θα εκπλήξει κανέναν. Και διαφωνούμε όχι μόνο επειδή δήλωσε στους Financial Times ότι ο φιλελευθερισμός έχει να κάνει κυρίως με τη μετανάστευση, την πολυπολιτισμικότητα και την πολιτική συζήτηση περί των δύο φύλων (είναι δηλαδή μια παρωδία), αλλά και επειδή διάλεξε τον λάθος στόχο. Η ιδεολογία που απειλείται περισσότερο από όλες στη Δύση είναι ο συντηρητισμός· ούτε είναι απαραίτητο να είναι κανείς συντηρητικός για να αναγνωρίσει ότι αυτό είναι βαθύτατα ανησυχητικό.

 

Σε χώρες όπου επικρατούν δικομματικά συστήματα, όπως π.χ. στις ΗΠΑ και (πολύ γενικά) στη Βρετανία, στην εξουσία βρίσκεται η δεξιά· η εξουσία αυτή, όμως, πηγάζει από το ότι έχει απορρίψει τις αξίες που παραδοσιακά την καθόριζαν στο παρελθόν. Σε χώρες με πολυκομματικό σύστημα, η κεντροδεξιά διαβρώνεται, όπως συμβαίνει στη Γερμανία και την Ισπανία, ή χάνει την ουσία της, όπως στη Γαλλία και την Ιταλία. Σε άλλες χώρες, π.χ. στην Ουγγαρία, που έχουν μικρότερη δημοκρατική παράδοση, η δεξιά έχει περάσει κατευθείαν στον λαϊκισμό, χωρίς να δοκιμάσει καν τον συντηρητισμό.

 

Ο συντηρητισμός δεν συνιστά τόσο φιλοσοφία όσο προδιάθεση. Ο φιλόσοφος Μάικλ Όουκσοκ το έχει θέση με τον καλύτερο τρόπο: «Το να είναι κάποιος συντηρητικός σημαίνει… ότι προτιμά το οικείο από το άγνωστο, το δοκιμασμένο από το μη δοκιμασμένο, το γεγονός από το μυστήριο, το πραγματικό από το πιθανό, το περιορισμένο από το απεριόριστο, το κοντινό από το μακρινό». Όπως και ο κλασικός φιλελευθερισμός, έτσι και ο συντηρητισμός είναι απόρροια του Διαφωτισμού. Οι φιλελεύθεροι υποστηρίζουν ότι η κοινωνική τάξη αναδύεται αυθόρμητα από την ελεύθερη δράση των ατόμων, οι συντηρητικοί όμως θεωρούν ότι προηγείται η κοινωνική τάξη, η οποία δημιουργεί με τη σειρά της τις συνθήκες που ευνοούν την ελευθερία. Προκειμένου να ελέγξει –αλλά και να επιβραδύνει– την αλλαγή ο συντηρητισμός βασίζεται στον θεσμό της οικογένειας, της εκκλησίας, της παράδοσης και των τοπικών ενώσεων, απορρίπτοντας οργανισμούς με δική του ευθύνη. Παρόλ’ αυτά, πλήττεται κι αυτός από μια παρόμοια κατάρρευση, που τις πηγές της έχει στη δεξιά.

 

Η νέα δεξιά δεν συνιστά εξέλιξη του συντηρητισμού, αλλά αποκήρυξή του. Οι σφετεριστές του νιώθουν θιγμένοι και δυσαρεστημένοι. Είναι πεσιμιστές και αντιδραστικοί. Όταν κοιτάζουν τον κόσμο, βλέπουν αυτό που ο Ντόναλντ Τραμπ αποκάλεσε κάποτε «μακελειό».

Ας αναλογιστούμε πώς διαλύουν τη μία συντηρητική παράδοση μετά την άλλη. Ο συντηρητισμός βλέπει τον κόσμο πραγματιστικά, η νέα δεξιά όμως είναι ενθουσιώδης και εξετάζει την αλήθεια με τρόπο ιδεολογικό και υπεροπτικό. Μπορεί η Αυστραλία να υποφέρει από ξηρασίες και θάλασσες που πλήττονται από τη λεύκανση των κοραλλιογενών υφάλων, παρόλ’ αυτά η δεξιά κέρδισε εκεί τις εκλογές με ένα κόμμα που ο ηγέτης του απευθύνθηκε στη Βουλή κρατώντας ένα κομμάτι κάρβουνο λες κι ήταν κανένα ιερό κειμήλιο. Στην Ιταλία, ο Ματέο Σαλβίνι, ο αρχηγός της Βόρειας Λέγκα, υποστήριξε θερμά το κίνημα κατά των εμβολιασμών. Για τον Ντ. Τραμπ τα «γεγονότα» δεν είναι παρά τεχνικές για να ενισχύσει τη δημόσια εικόνα του ή σλόγκαν που δημιουργούνται με στόχο να υποδαυλίσουν την οργή και τη φυλετική πίστη.

 

Μπορεί οι συντηρητικοί να αντιμετωπίζουν την αλλαγή με επιφύλαξη, από την άλλη όμως η σημερινή δεξιά σκέφτεται ελαφρά τη καρδία την επανάσταση. Η Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) φλέρταρε με ένα δημοψήφισμα για τη συμμετοχή της χώρας στη ζώνη του ευρώ. Σε περίπτωση που ο Ντ. Τραμπ πραγματοποιούσε τις απειλές του περί αποχώρησης από το ΝΑΤΟ, θα ανέτρεπε την ισορροπία δυνάμεων. Μολονότι ένα Brexit άνευ συμφωνίας δεν θα ήταν παρά ένα άλμα στο άγνωστο, εντούτοις οι Συντηρητικοί το επιθυμούν διακαώς, ακόμη κι αν καταστρέψει την ένωση με τη Σκωτία και τη Βόρεια Ιρλανδία.

 

Οι Συντηρητικοί πιστεύουν στον χαρακτήρα, κι αυτό διότι η πολιτική έχει να κάνει τόσο με την κρίση όσο και με τη λογική. Το χάρισμα και την προσωπολατρία τα βλέπουν με καχυποψία. Στην Αμερική, πολλοί Ρεπουμπλικανοί, κατά τ’ άλλα πανέξυπνοι, υποστηρίζουν τον Ντ. Τραμπ, παρά το ότι έχει δικαίως κατηγορηθεί από 16 γυναίκες για σεξουαλικά παραπτώματα. Οι Βραζιλιάνοι εξέλεξαν τον Ζαΐρ Μπολσονάρο, ο οποίος αναπολεί με νοσταλγία την εποχή της στρατιωτικής δικτατορίας. Παρά το ότι οι βουλευτές δεν τον εμπιστεύονται, ο χαρισματικός Μπόρις Τζόνσον είναι ο ευνοούμενος για νέος πρωθυπουργός της Mεγάλης Βρετανίας – κι αυτό γιατί θεωρείται ο «Συντηρητικός τύπου Heineken», αυτός που, όπως και η μπίρα, θα καταφέρει να «δροσίσει» κομμάτια της κοινωνίας που δεν μπορούν να προσεγγίσουν οι Συντηρητικοί.

 

Οι Συντηρητικοί σέβονται το επιχειρείν και υπηρετούν με σύνεση την οικονομία, αφούη ευημερία είναι το στήριγμα των πάντων. Ο πρωθυπουργός της Ουγγαρίας Βίκτορ Όρμπαν δημιουργεί για τον εαυτό του την εικόνα ενός οικονομικά συντηρητικού πολιτικού, υπέρμαχου της χαμηλής φορολόγησης, από την άλλη όμως υπονομεύει το κράτος δικαίου στο οποίο βασίζονται οι επιχειρήσεις. Ο Ντ. Τραμπ παίζει με εμπορικούς πολέμους. Πάνω από το 60% των Συντηρητικών βουλευτών είναι πρόθυμοι να προκαλέσουν «σοβαρότατη ζημία» στην οικονομία προκειμένου να διασφαλίσουν το Brexit. Στην Ιταλία, η Λέγκα κοψοχολιάζει τις αγορές παίζοντας με το ενδεχόμενο έκδοσης τίτλων του Δημοσίου που θα λειτουργήσουν ως παράλληλο νόμισμα προς το ευρώ. Στην Πολωνία, το κόμμα Νόμος και Δικαιοσύνη έχει σπαταλήσει μεγάλα χρηματικά ποσά σε προγράμματα κοινωνικής πρόνοιας. Στη Γαλλία, κατά την εκστρατεία του εν όψει των εκλογών στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, τα απομεινάρια του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος έκαναν ακόμη μεγαλύτερο πάταγο μιλώντας για «ιουδαιο-χριστιανικές ρίζες» της Ευρώπης παρά για συνετή οικονομική διαχείριση.

 

Τέλος, η δεξιά αλλάζει την έννοια του ανήκειν. Στην Ουγγαρία και την Πολωνία, η δεξιά αγαλλιάζει με έναν άκρατο εθνικισμό, ο οποίος αποκλείει και κάνει διακρίσεις. Το ακροδεξιό Vox, μια νέα δύναμη στην Ισπανία, αναπολεί την εποχή που οι χριστιανοί εκδίωξαν τους μουσουλμάνους, προ μισής χιλιετίας. Ένας οργισμένος, αντιδραστικός εθνικισμός γεννά την καχυποψία, το μίσος και τον διαχωρισμό. Πρόκειται ουσιαστικά για πλήρη αντίθεση προς τη συντηρητική θεώρηση των πραγμάτων, σύμφωνα με την οποία η ένταξη στο έθνος, σε μια εκκλησία και στην τοπική κοινωνία μπορεί να ενώσει τους ανθρώπους και να τους κινητοποιήσει έτσι ώστε να δράσουν υπηρετώντας το κοινό καλό.

 

Τα αίτια που οδήγησαν στη ριζοσπαστικοποίηση του συντηρητισμού είναι ποικίλα. Ένα από αυτά είναι η παρακμή των «μικρών διμοιριών», όπως τις είχε ονομάσει ο Έντμουντ Μπερκ, στις οποίες στηρίζεται: της οικογένειας, των ενώσεων και της οικογένειας. Ένα άλλο είναι το γεγονός ότι τα παλαιά κόμματα τόσο της δεξιάς όσο και της αριστεράς έχουν απαξιωθεί λόγω της οικονομικής κρίσης, της λιτότητας και των μακρόχρονων πολέμων στο Ιράκ και το Αφγανιστάν. Όσοι ζουν έξω από τις πόλεις νιώθουν λες και τους χλευάζουν κάποιοι άπληστοι αστοί με φινετσάτους τρόπους που εξυπηρετούν μόνο το δικό τους συμφέρον. Είναι και κάποιοι που έχουν πληγεί από την ξενοφοβία των πολιτικών επιχειρηματιών. Ορισμένοι θεωρούν πως η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης έλιωσε την κόλα που κρατούσε ενωμένο έναν ετερογενή συνασπισμό από ιέρακες της εξωτερικής πολιτικής, ελευθεριακούς, οπαδούς του πολιτισμικού συντηρητισμού και της επιχειρηματικότητας. Καμία από αυτές τις τάσεις δεν θα μπορέσει να αντιστραφεί εύκολα.

 

Πώς έχουν τα πράγματα

Αυτό δεν σημαίνει ότι βαίνουν όλα κατ’ ευχήν για τα κόμματα της νέας δεξιάς. Στη Μεγάλη Βρετανία και την Αμερική τουλάχιστον, τα δημογραφικά στοιχεία είναι εναντίον τους. Οι ψηφοφόροι της είναι λευκοί και σχετικά μεγάλης ηλικίας. Τα Πανεπιστήμια είναι χώροι απαλλαγμένοι από δεξιές παρατάξεις. Σύμφωνα με έρευνα που πραγματοποίησε το Pew Research Center πέρσι, το 59% των Αμερικανών ψηφοφόρων που γεννήθηκαν τις δεκαετίες του 1980 και του 1990 (οι λεγόμενοι millenials) ήταν Δημοκρατικοί ή έκλιναν προς τα εκεί· το αντίστοιχο μερίδιο των Ρεπουμπλικανών ήταν μόλις 32%. Όσον αφορά τη λεγόμενη «σιωπηλή γενιά» (silent generation), δηλαδή εκείνους που γεννήθηκαν μεταξύ 1928 και 1945, το 43% από αυτούς ήταν Δημοκρατικοί και το 52% Ρεπουμπλικανοί. Το εάν η νεότερη γενιά θα κατευθυνθεί προς τη δεξιά καθώς θα μεγαλώνει, καλύπτοντας έτσι αυτό το κενό, δεν είναι ακόμη ξεκάθαρο.

 

Η νέα δεξιά, όμως, κερδίζει με διαφορά στη μάχη ενάντια στον συντηρητισμό του Διαφωτισμού. Αυτό θλίβει τους κλασικούς φιλελευθέρους, όπως είναι αυτό το περιοδικό. Μπορεί συντηρητικοί και φιλελεύθεροι να διαφωνούν σε πολλά ζητήματα, π.χ. τα ναρκωτικά και η σεξουαλική ελευθερία, τις περισσότερες φορές όμως είναι σύμμαχοι. Αμφότεροι απορρίπτουν την ουτοπική παρόρμηση να βρεθεί μια κυβερνητική λύση για όλα τα στραβά του κόσμου· αμφότεροι αντιστέκονται στον κρατικό σχεδιασμό και την υψηλή φορολόγηση. Η τάση των συντηρητικών να αστυνομεύουν τα ήθη αντισταθμίζεται από τη διάθεσή τους να διαφυλάξουν την ελευθερία του λόγου και να προωθήσουν την ελευθερία και τη δημοκρατία σε όλο τον κόσμο. Είναι αλήθεια ότι οι συντηρητικοί και οι φιλελεύθεροι αναδεικνύουν συχνά τα καλύτερα στοιχεία ο ένας του άλλου. Ο συντηρητισμός αμβλύνει τον άκρατο ενθουσιασμό των φιλελευθέρων κι εκείνοι με τη σειρά τους αποδυναμώνουν τον εφησυχασμό των συντηρητικών.

 

Αντίθετα, η νέα δεξιά είναι αδιάλλακτα εχθρική προς τους κλασικούς φιλελευθέρους. Αυτό ενέχει τον κίνδυνο να οδηγηθούν αντιδραστικά οι μετριοπαθείς στα δύο άκρα της δεξιάς και της αριστεράς, προκαλώντας ο ένας τον άλλον έτσι ώστε να μετακινηθούν ακόμη περισσότερο προς τα άκρα. Ενδέχεται να μην υπάρξει επιλογή στους ψηφοφόρους. Εκφράζοντας τη δυσαρέσκειά τους για τον Ντ. Τραμπ, οι Δημοκρατικοί μετακινήθηκαν ακόμη περισσότερο προς την αριστερά με αφορμή το θέμα της μετανάστευσης. Οι Βρετανοί, με τα δύο μεγάλα κόμματα, μπορεί να κληθούν να επιλέξουν ανάμεσα στον Τζέρεμι Κόρμπιν, τον επικεφαλής των αριστερών Εργατικών, και ενός ριζοσπαστικοιημένου κόμματος Συντηρητικών υπό τον Μπ. Τζόνσον. Ακόμη κι αν υπάρχει η δυνατότητα να ψηφίσει κάποιος το κέντρο, όπως στην περίπτωση του Εμανουέλ Μακρόν στη Γαλλία, αυτό σημαίνει ότι ένα κόμμα θα νικά εξ ορισμού επαναλαμβανόμενα – κάτι που, μακροπρόθεσμα, πλήττει τη δημοκρατία.

 

Στην καλύτερή του έκφραση, ο συντηρητισμός μπορεί να αποτελέσει μια σταθερή επιρροή. Είναι λογικός και συνετός· δίνει αξία στην ικανότητα· δεν βιάζεται. Αυτές οι μέρες έχουν παρέλθει. Η σημερινή δεξιά μαίνεται ανεξέλεγκτα και είναι επικίνδυνη.