Η εντυπωσιακή επόμενη μέρα

Δημοσιεύτηκε από economia 15/07/2019 0 Σχόλια The Economist,

Οικονομική Επιθεώρηση, Ioύλιος 2019, τ. 984

ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ από τον Τhe Economist

 

 

 

Το δεύτερο μισό του πλανήτη προσέρχεται στο ίντερνετ – θα το αλλάξουν και θα τους αλλάξει

 

 

Το 2017, για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας, περισσότεροι άνθρωποι ζούσαν σε πόλεις παρά έξω απ’ αυτές. Χρειάστηκαν 5.000 χρόνια για να επέλθει αυτή η αλλαγή. Το ίντερνετ υπήρξε πολύ πιο γρήγορο στο να πετύχει αυτό τον στόχο – του μισού της ανθρωπότητας. Πάνω από 50% των κατοίκων του πλανήτη έχουν προσέλθει πλέον σ’ αυτό, μόλις ένα τέταρτο του αιώνα αφότου το διαδίκτυο απογειώθηκε για πρώτη φορά, με χρήστες τους τεχνολογικά ευαισθητοποιημένους κατοίκους της Δύσης. Τώρα, ξεκινάει το δεύτερο μισό της επανάστασης του ίντερνετ. Ήδη αλλάζει το πώς λειτουργεί η κοινωνία – και δημιουργεί ένα νέο επιχειρηματικό αίνιγμα.

 

Οι περισσότεροι νέοι χρήστες είναι στις αναδυόμενες χώρες: τα τρία τελευταία χρόνια και μόνο, κάπου 726 εκατομμύρια ανθρώπων απέκτησαν κι αυτοί σύνδεση στο διαδίκτυο. Η Κίνα συνεχίζει την ταχύρρυθμη ανάπτυξή της, όμως μεγάλο μέρος αυτής της αύξησης έρχεται από φτωχότερα μέρη του κόσμου – ιδίως από την Ινδία και την Αφρική. Έχοντας δει τι κακό κάνουν τα fake news και το τρολάρισμα στον δημόσιο διάλογο στις πλούσιες χώρες, πολλοί παρατηρητές ανησυχούν για το πώς θα μπορούσε να υποσκαφθεί η πολιτική – από την πόλωση του εκλογικού σώματος στην Ινδία μέχρι τη δίωξη της μειονότητας των Ροχίνγκια στη Μιανμάρ. Στη θετική πάλι πλευρά του ισοζυγίου, οι φιλανθρωπικές οργανώσεις και οι ασχολούμενοι με τη διεθνή βοήθεια δεν παύουν να μιλούν με ζήλο για το πώς τα έξυπνα τηλέφωνα επιτρέπουν στους αγρότες να ελέγχουν τις τιμές των προϊόντων τους στην αγορά, δίνουν πρόσβαση στους κατοίκους των χωριών σε διαδικτυακή εκπαίδευση, αλλά και βοηθούν τους γιατρούς να προωθήσουν τα ποσοστά εμβολιασμού.

 

Λιγότερο ευνοϊκά σχόλια αφορούν το γεγονός ότι η βασική ελκυστικότητα της παρουσίας στο ίντερνετ είναι –για το δεύτερο αυτό μισό– η ίδια που υπήρξε για το πρώτο μισό. Κοινωνική συναναστροφή και παιχνίδια, όχι αυτοβελτίωση ή δουλειά, είναι η βασική χρήση. Δημοφιλέστατο είναι το πορνό. Η δυνατότητα αποστολής και λήψης μηνυμάτων βοηθάει τους φίλους να μην χάνουν τη μεταξύ τους επικοινωνία, ενώ οι μετανάστες μπορούν και λένε καληνύχτα στα παιδιά τους που βρίσκονται πίσω στην πατρίδα. Πολλοί διασκεδάζουν φίλους τους –ή και ξένους– ανεβάζοντας σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όπως το YouTube, ερασιτεχνικά βίντεο – ή πάλι στο TikTok, μια εφαρμογή που χρησιμοποιείται κυρίως για σύντομα κωμικά κλιπάκια. Πειρατική πρόσβαση σε ταινίες ή φθηνά εργαλεία πρόσβασης συγκεντρώνουν εκατομμύρια θεατών, οι οποίοι αλλιώς δεν θα είχαν επισκεφθεί κινηματογράφο. Οι εφαρμογές για ραντεβού είναι πιο δημοφιλείς από τις συμβουλές για βελτίωση των αγροτικών καλλιεργειών, ενώ το ρεκόρ δημοφιλίας έχουν τα βιντεοπαιχνίδια. Αν και παρόμοιες θετικές πλευρές της χρήσης του ίντερνετ δεν είναι και τόσο πιθανό να βρουν θέση στις ποικίλες εκθέσεις του ΟΗΕ για την ανάπτυξη, δεν παύουν όμως να αναβαθμίζουν την ανθρώπινη ευτυχία διεθνώς.

 

Για την επιχειρηματική κοινότητα, αυτό το δεύτερο μισό του ίντερνετ ανοίγει έναν μεγάλο χώρο νέων πελατών. Προξενεί όμως κι έναν πονοκέφαλο: οι περισσότεροι απ’ αυτούς τους νέους χρήστες είναι πολύ φτωχοί για να μπορούν να δαπανήσουν αρκετά χρήματα. Ντουζίνες δισεκατομμυρίων δολαρίων από φορείς venture capital έχουν εισρεύσει σε διαδικτυακά startups των αναδυόμενων αγορών – πέρα από την Κίνα. Οι γίγαντες της Silicon Valley έχουν δημιουργήσει πελώριες βάσεις χρηστών – πάνω από 1,5 δισεκατομμύριο χρηστών του Facebook βρίσκονται σε αναπτυσσόμενες χώρες. Το YouTube, το βιντεοσάιτ που ανήκει στην Google, αρχίζει όλο και περισσότερο να κυριαρχείται από χρήστες που βρίσκονται έξω από τη Δύση. Πέρσι, η αμερικανική Walmart ξόδεψε 16 δισ. δολ. προκειμένου να αγοράσει το Flipkart, ινδικό γίγαντα ηλεκτρονικού εμπορίου. Το Junia, που επίσης δραστηριοποιείται στο ηλεκτρονικό εμπόριο με 4 εκατομμύρια πελάτες στη Νιγηρία και άλλες 13 αφρικανικές χώρες, έχει εισαχθεί στο Χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης από τον Απρίλιο.

 

Παρόλες όμως τις ισχυρές χρηματιστηριακές κεφαλαιοποιήσεις παρόμοιων σχημάτων, ακόμη αναζητούνται βιώσιμα επιχειρηματικά μοντέλα γι’ αυτά. Η ινδική Relience Jio έχει επενδύσει 37 δισ. δολ. προκειμένου να διαμορφώσει δίκτυο υψηλών ταχυτήτων και να αποκτήσει μια ευρύτατη βάση (φτωχών κυρίως) χρηστών. Κάθε χρήστης που έχει το Facebook στην Ασία γεννάει μόλις 11 δολάρια σε διαφημιστικά έσοδα τον χρόνο, έναντι 112 δολαρίων για κάθε χρήστη στη Β. Αμερική. Οι συνολικές εισπράξεις όλων των εταιριών ίντερνετ στις αναπτυσσόμενες χώρες (και πάλι εκτός Κίνας) μπορεί να φθάσουν τα 100 δισ. δολ. τον χρόνο. Αυτό το μέγεθος είναι περίπου ίσο με εκείνο της Comcast – της 31ης μεγαλύτερης εισηγμένης εταιρείας των ΗΠΑ από πλευράς πωλήσεων.

 

Πάντως, η επίπτωση που θα έχουν στο μέλλον αυτού του είδους οι επιχειρήσεις δεν θα σταματήσει να αυξάνεται, με δύο τρόπους: πρώτον, θα έχουν ταχύτατη ανάπτυξη – άσχετο αν αυτή η ανάπτυξη θα αποδειχθεί ικανή να δικαιολογήσει τη χρηματιστηριακή τους αποτίμηση. Προκειμένου να εξασφαλίσουν κάτι τέτοιο, πολλές απ’ αυτές δεν προσφέρουν μία και μόνο υπηρεσία (ας πούμε, διαδικτυακής αναζήτησης ή προβολής βίντεο), όπως συνέβη αρχικά με τις δυτικές επιχειρήσεις. Αντιθέτως, προσφέρουν διάφορες υπηρεσίες μέσα από μία και μόνο εφαρμογή, προσδοκώντας έτσι να πραγματοποιούν περισσότερες εισπράξεις ανά χρήστη. Τον δρόμο έδειξαν πρώτα η Alibaba και η Tencent στην Κίνα. Η ινδονησιακή Go-Jek προσφέρει κλήσεις προς ταξί, πληρωμές, συνταγογράφηση φαρμάκων και υπηρεσίες μασάζ. Το Facebook προωθεί στην Ινδία ένα σύστημα πληρωμών μέσα από την υπηρεσία συζητήσεών του, το WhatsApp.

 

Ο δεύτερος τρόπος έγκειται στο ότι, στον αναπτυσσόμενο κόσμο, οι εκάστοτε κατεστημένες επιχειρήσεις είναι πιθανότερο να βρεθούν περισσότερο πιεσμένες απ’ ό,τι οι αντίστοιχες στον πλούσιο κόσμο. Διαθέτουν λιγότερες υποδομές, όπως αποθήκες ή σάιτ λιανικής, οι οποίες λειτουργούν ως φραγμοί στην πρόσβαση άλλων στην αγορά. Μεγάλο μέρος του πληθυσμού –ιδίως έξω από τις μεγάλες πόλεις– δεν έχει καθόλου πρόσβαση στις υπηρεσίες τους.

 

Οι εταιρείες που πουλάνε μπίρα, απορρυπαντικά και άλλα καταναλωτικά αγαθά μπορεί να δουν νέους ανταγωνιστές να προσφέρουν παρόμοια προϊόντα πιο γρήγορα, όσο η εμπορία τους περνάει στο ίντερνετ. Οι τράπεζες θα χρειαστεί να προσαρμοστούν γρήγορα στις ψηφιακές πληρωμές, αλλιώς θα πεθάνουν. Άμα προσεγγίσει κανείς υπό αυτή την οπτική γωνία τα πράγματα, βλέπει ότι στο τραπέζι βρίσκονται πελώρια ποσά – η συνολική αξία των επιχειρήσεων στον αναδυόμενο κόσμο, πέραν Κίνας, είναι 8 τρισ. δολάρια.

 

Αν λοιπόν νομίζετε ότι το πρώτο μισό της επανάστασης του ίντερνετ έφερε οικονομική αναταραχή, περιμένετε λίγο να δείτε τη δεύτερη πράξη του έργου!

 

 

 

 

 

 

© The Economist. Μεταφράστηκε και δημοσιεύθηκε από τις Εκδόσεις Κέρκυρα Α.Ε., έπειτα από ειδική άδεια. Το πρωτότυπο αγγλικό κείμενο βρίσκεται στο www.economist.com