Τα δεσμά των ομολόγων

Δημοσιεύτηκε από economia 18/07/2019 0 Σχόλια The Economist,

Οικονομική Επιθεώρηση, Ioύλιος 2019, τ. 984

ΔΙΕΘΝΗ από τον Τhe Economist

 

 

 

 

Η Κίνα δεν είναι εύκολο να χρησιμοποιήσει ως όπλο τα αμερικανικά κρατικά ομόλογα που διαθέτει

 

 

 

Υπάρχει μια παλιά θυμοσοφία που λέει: άμα χρωστάς στην τράπεζα 100 δολάρια, έχεις πρόβλημα· άμα χρωστάς 100 εκατομμύρια δολάρια, το πρόβλημα το έχει η τράπεζα. Η θυμοσοφία σιωπά όσον αφορά τα χρέη του τύπου εκείνων που έχει η Αμερική προς την Κίνα, τα οποία υπερβαίνουν τα 1,1τρισ. δολάρια. Αυτή η οφειλή δείχνει να είναι μοχλός πίεσης στα χέρια της κινεζικής ηγεσίας – λόγος ώστε ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ να δείξει σύνεση όταν αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο εμπορικού πολέμου, αν είναι να μην δει τον ομόλογό του Σι Τζινπίνγκ να δίνει εντολή στη Λαϊκή Τράπεζα της Κίνας (PBOC) να ξεπουλήσει τα ομόλογα του αμερικανικού Δημοσίου που κατέχει και να βυθίσει τις ΗΠΑ σε χρηματοπιστωτική κρίση.

 

Κύριο άρθρο της 29ης Μαΐου στη Λαϊκή Ημερησία, το επίσημο όργανο του Κομμουνιστικού Κόμματος, ανέφερε ότι η Κίνα θα μπορούσε να προβεί σε περιορισμό των εξαγωγών της προς Αμερική των σπάνιων γαιών που χρησιμοποιούνται για την κατασκευή έξυπνων τηλεφώνων, ηλεκτρικών αυτοκινήτων και πολλών άλλων αγαθών. Άμα κανείς δει τις πρόσφατες αυτές απειλές, τα μακροπρόθεσμα ομόλογα αξίας 20 δισ. δολ. που πουλήθηκαν τον Μάρτιο από την Κίνα θα μπορούσαν να θεωρηθούν απλή προειδοποιητική βολή. Όμως, το βουνό ομολόγων της Κίνας φέρνει μάλλον κάτι σε μπομπάρδα παρά σε τηλεκατευθυνόμενο βλήμα με λέιζερ. Είναι το ίδιο πιθανό να αστοχήσει, ή να αυτοκαταστραφεί, όσο και να πετύχει τον στόχο του.

 

 

Πως ξεκίνησε

 

Οι αγορές ομολόγων από την Κίνα ξεκίνησαν με αρκετά αθώο τρόπο. Οι Κινέζοι ηγέτες, πρόθυμοι να δοκιμάσουν το παραδοσιακό μονοπάτι της ανάπτυξης μέσω εξαγωγών, προτιμούσαν ένα υποτιμημένο νόμισμα. Στις αρχές της δεκαετίας του 2000, όταν η επιτάχυνση της παραγωγής και των εξαγωγών πίεζε την ισοτιμία προς τα πάνω, η PΒOC πουλούσε γιουάν αγοράζοντας δολάρια (τα οποία βρίσκονταν κυρίως ενσωματωμένα σε ομόλογα του αμερικανικού Δημοσίου).

 

Η απόκτηση φθηνής χρηματοδότησης φαινόταν ωραία ευκαιρία για τις ΗΠΑ, που τότε βρίσκονταν βαθιά στο κόκκινο λόγω των μειώσεων των φόρων και των πολέμων τους στο εξωτερικό. Όπως συνέβη, πάντως, και άλλες φορές με την Κίνα, κάτι που ξεκίνησε πολύ μικρό για να το προσέξει κανείς συντόμως κατέληξε τόσο μεγάλο ώστε να είναι αδύνατον να το αγνοήσει. Τα επισήμως διακρατούμενα από την Κίνα αμερικανικά ομόλογα πέρασαν από λιγότερα των 100 δισ. δολαρίων το 2002 σε οροφή σχεδόν 1,3 τρισ. το 2013. Σήμερα πλέον διαχειρίζεται το γιουάν έναντι ενός καλαθιού νομισμάτων αντί έναντι του δολαρίου και μόνον – οπότε, δεν αγοράζει τόσο πολλά αμερικανικά ομόλογα. Όμως, το βουνό που έχει ως απόθεμα δεν παύει να είναι εκεί.

 

Ωστόσο, η αξία του ως οικονομικού όπλου είναι αμφιλεγόμενη. Το να ριχτούν τα ομόλογα στην αγορά θα οδηγούσε σε κορεσμό την αγορά αυτή αμερικανικού χρέους. Το βαρύ χρέος της κυβέρνησης των ΗΠΑ απαιτεί σταθερή μετακύλιση, ενώ τα συνεχιζόμενα ελλείμματα προστίθενται με ρυθμό 1 τρισ. δολ. τον χρόνο. Για την ώρα, οι επενδυτές συνεχίζουν να αγοράζουν. Η Κίνα όμως, άμα προσέλθει πωλητής, μπορεί να φορτώσει την αγορά με περισσότερα ομόλογα απ’ όσα αυτή μπορεί να χωνέψει εύκολα. Προκειμένου να κρατήσει τους υπερφορτωμένους επενδυτές στην αγορά, η αμερικανική κυβέρνηση μπορεί να χρειαστεί να προσφέρει υψηλότερα επιτόκια. Αν υπάρξει αρκετά σοβαρό άλμα στο κόστος δανεισμού, θα χρειαζόταν να επιλέξει μεταξύ δημοσιονομικής λιτότητας, που θα πνίξει την ανάπτυξη, και δημοσιονομικής κρίσης.

 

 

Άρνηση της βαρύτητας

 

Όμως, τα αμερικανικά ομόλογα δεν είναι τυπικό είδος χρεογράφου. Για παράδειγμα, το 2011 η Standard & Poor’s, που αξιολογεί τα ομόλογα του Δημοσίου, μείωσε τη βαθμολογία που έδινε στα αμερικανικά αναφερόμενη στο χρέος των ΗΠΑ, που απογειωνόταν, και στη δυσλειτουργική τους πολιτική. Οι αγορές έσπευσαν και αγόρασαν περισσότερα ομόλογα παρά ποτέ: σε λίγο, οι αποδόσεις των 10ετών αμερικανικών ομολόγων έπεσαν κατά περισσότερο από 1%. Αυτό το φαινόμενο άρνησης της βαρύτητας οφείλεται στον ηγεμονικό ρόλο των ΗΠΑ στον κόσμο των χρηματοπιστωτικών: εκδίδουν το βασικό αποθεματικό νόμισμα του κόσμου και το πιο δημοφιλές στοιχείο ενεργητικού που υπάρχει. Η παγίως υγιής όρεξη που παρατηρείται στις αγορές για αμερικανικό χρέος μεγαλώνει κάθε φορά που υπάρχει οικονομική αβεβαιότητα – ακόμη κι όταν η ίδια η Αμερική είναι η αιτία της αναταραχής. Άμα λοιπόν κινεζικές πωλήσεις ομολόγων διαταράξουν τις παγκόσμιες αγορές, τότε η φυγή προς ασφαλές καταφύγιο θα μπορούσε εύκολα να απορροφήσει τις νέες εκδόσεις αμερικανικών ομολόγων.

 

 

 

Ο ρόλος της Fed

 

Ακόμη κι αν οι αγορές δεν δείξουν ταραχή, οι κινεζικές πωλήσεις μπορεί να μην αποτελέσουν κάτι περισσότερο από απλή ενόχληση. Ανάλυση που είχε δημοσιεύσει η Fed (η αμερικανική κεντρική τράπεζα) το 2015 ανέφερε ότι αγορές της τάξεως των 1,5 τρισ. δολ. μπορεί να αναμένεται να μειώσουν τις αποδόσεις των 10ετών αμερικανικών ομολόγων κατά 40-50 σημεία βάσης. Αντίστοιχη αύξηση των αποδόσεων των ομολόγων, που θα προκαλούσαν οι κινεζικές πωλήσεις, θα ήταν άβολη εξέλιξη, που όμως δεν θα αποτελούσε και καταστροφή καθώς η Fed θα μπορούσε να παρέμβει αν η άνοδος των αποδόσεων απειλούσε την αμερικανική οικονομία. Η Fed αυτό τον καιρό διώχνει από πάνω της κάθε μήνα ομόλογα αξίας 15 δισ., όσο τερματίζει τα αντισυμβατικά μέτρα πολιτικής που εφάρμοσε μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση. Άμα η Κίνα άρχιζε να πουλά, η Fed απλώς θα μπορούσε να ξαναρχίσει να αγοράζει.

 

Όμως, οι αποδόσεις των ομολόγων δεν είναι παρά η μία όψη του νομίσματος. Η Κίνα αγόραζε τα αμερικανικά ομόλογα προκειμένου να σταματήσει την υπερβολικά γρήγορη ανατίμηση του γιουάν. Αν τώρα τα πουλήσει και μετατρέψει τα έσοδα από την πώληση σε γιουάν, το νόμισμά της θα σημειώσει άνοδο με αποτέλεσμα να πληγούν οι ήδη χειμαζόμενοι εξαγωγείς της – πράγμα που θα ενθουσίαζε τον Ντόναλντ Τραμπ. Αντί γι’ αυτό, βέβαια, η Κίνα θα μπορούσε να προσπαθήσει να ανταλλάξει τα αμερικανικά ομόλογα που διακρατεί με άλλα στοιχεία ενεργητικού. Ατυχώς όμως, δεν υπάρχει άλλη αγορά κρατικών ομολόγων που να είναι αντίστοιχη με την αμερικανική σε μέγεθος και ασφάλεια. Τα γερμανικά κρατικά ομόλογα είναι σκληρά σαν βράχος, όμως λόγω των γερμανικών δημοσιονομικών πλεονασμάτων είναι σπάνιες οι εκδόσεις τους. Γαλλία, Ιταλία και Ιαπωνία έχουν μεγαλύτερες αγορές, αλλά και υψηλότερο ρίσκο. Όλοι θα εξοργίζονταν αν η Κίνα έστρεφε τα κεφάλαιά της προς αυτούς, κάνοντας έτσι τα νομίσματά τους να ανατιμηθούν, πιέζοντας τους εξαγωγείς τους και ίσως-ίσως προκαλώντας τους αποπληθωρισμό (τον οποίο ήδη πασχίζουν να καταπολεμήσουν). Οι κυβερνήσεις τους θα μπορούσαν να απαντήσουν με αύξηση των δασμών προς την Κίνα, εξέλιξη που θα ήταν καταστροφική για το Πεκίνο.

 

 

Τα θαμμένα ομόλογα

 

Η Κίνα θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει λίγη διολίσθηση προκειμένου να αντισταθμίσει τους δασμούς που επιβάλλουν οι ΗΠΑ. Οι επενδυτές το γνωρίζουν αυτό, και ίσως πουλάνε τώρα γιουάν προκειμένου να αποφύγουν ζημίες. Οι πρόσφατες πωλήσεις αμερικανικών ομολόγων μπορεί να αντανακλούν προσπάθεια της Κίνας να κρατήσει τη διολίσθηση σε εύτακτη πορεία, χρησιμοποιώντας δολάρια για να αγοράζει γιουάν από κλονισμένους επενδυτές – αντί δηλαδή να έχει ξεκινήσει ένα μαχητικό ξεπούλημα ομολόγων. Αν ο ρυθμός πωλήσεων παραμείνει χαμηλός, τότε η Κίνα θα μπορούσε να εξαγοράσει κι άλλα αμερικανικά ομόλογα που έχει στην κατοχή της χωρίς να εξαγοράσει εμπορικούς εταίρους της – αλλά και χωρίς να προξενήσει στις ΗΠΑ ενόχληση. Επιπλέον, ενόσω οι δυνάμεις της αγοράς θα πιέζουν το γιουάν προς τα κάτω, η αξία των δολαριακών στοιχείων ενεργητικού για την Κίνα θα είναι προφανής. Δίνουν στη χώρα αυτή λίγο μεγαλύτερη μακροοικονομική αυτονομία σε μια παγκόσμια οικονομία όπου το δολάριο είναι κυρίαρχο.

 

Η θέση των ΗΠΑ ως κέντρου του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος είναι βραχυπρόθεσμα αναντικατάστατη. Όμως ούτε η Αμερική ούτε και η Κίνα φαίνεται να κατανοούν το γιατί η θέση αυτή είναι τόσο κυρίαρχη. Το να προκαλέσει η Κίνα την Αμερική θα απαιτούσε να υπάρχουν ανοιχτές αγορές, διαφανείς χρηματοπιστωτικοί δασμοί και κράτος δικαίου – όλα τους στοιχεία δύσκολα συμβατά για ένα αυταρχικό καθεστώς.

 

Αλλά και η Αμερική βρίσκεται σε αμηχανία. Ένας άγαρμπος προστατευτισμός δύσκολα συμβιβάζεται με τον ρόλο οδηγού της παγκόσμιας οικονομίας. Με το να καταχράται τον προνομιούχο ρόλο της υπονομεύει την αμοιβαία εμπιστοσύνη που καθιστά τα αμερικανικά ομόλογα απαράμιλλο στοιχείο ενεργητικού.

 

Ο εμπορικός πόλεμος θεμελιώθηκε σε μια παρανόηση που θεωρεί τα ισχυρά στοιχεία των οικονομιών αδυναμίες, τις δε αδυναμίες στοιχεία ισχύος.

 

 

 

© The Economist. Μεταφράστηκε και δημοσιεύθηκε από τις Εκδόσεις Κέρκυρα Α.Ε., έπειτα από ειδική άδεια. Το πρωτότυπο αγγλικό κείμενο βρίσκεται στο www.economist.com

Αφήστε ένα σχόλιο