Η μεταμόρφωση της Δεξιάς

Δημοσιεύτηκε από economia 22/07/2019 0 Σχόλια The Economist,

 

Ο συντηρητισμός παλεύει για τη ζωή του ενάντια στον αντιδραστικό εθνικισμό

 

 

Για να αντιληφθείτε πώς έχει αλλάξει η πολιτική, όχι μόνο στην Αμερική αλλά και αλλού, κάντε το σύντομο κουίζ που ακολουθεί: (α) Ποιος Αμερικανός προεδρικός υποψήφιος είπε τα ακόλουθα τρία πράγματα, και (β) Πώς τα πήγε στην καμπάνια του;

Μα τι συμβαίνει με τους ηγέτες μας; Κάθε χρόνο εκατομμύρια παράνομοι μετανάστες καταπατούν τους νόμους μας, περνούν τα σύνορά μας και απαιτούν κοινωνικές παροχές που πληρώνονται με τα δολάρια των φόρων που εισπράττονται από τους Αμερικανούς πολίτες. Για κάθε φόρο που επιβάλλεται στα προϊόντα που παράγονται στην Αμερική, ας επιβάλουμε έναν ισόποσο φόρο στα ξένα προϊόντα που μας φορτώνονται στην Αμερική. Για κάθε δασμό που μας επιβάλλει η Κίνα, ας επιβάλλουμε κι εμείς τον ίδιο. Έτσι θα φέρουμε τις δουλειές αυτές στην πατρίδα μας, κρατώντας παράλληλα αμετάβλητες όσες ήδη έχουμε· μα όταν μπαίνω στο Οβάλ Γραφείο, αρχίζουμε να κοιτάμε πρώτα έξω από την Αμερική.

Απάντηση: (α) Είναι ο Πατ Μπιουκάναν, ο τηλεοπτικός αναλυτής που έγραφε ομιλίες για τον Ρίτσαρντ Νίξον. To 1992 και το 1996 προσπάθησε να κερδίσει το χρίσμα των Ρεπουμπλικανών για τις προεδρικές εκλογές, τελικά το κέρδισε το 2000 με το Μεταρρυθμιστικό Κόμμα· (β) Όταν ήταν στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, τα πήγε αρκετά καλά. Κέρδισε σε κάποια προκαταρκτικά στάδια, έδωσε ομιλίες σε συνέδρια. Εκτός του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος τα πήγε φρικτά. Το 2004 κέρδισε ένα 0,04 των ψήφων.

Αυτό οφείλεται εν μέρει στον Μπιουκάναν. «Δεν είναι δυνατόν να υπάρχει έστω και ένας που αποδέχεται αυτό τον τύπο», δήλωσε ένας από τους ηττημένους στο Μεταρρυθμιστικό Κόμμα, χαρακτηρίζοντάς τον Μπιουκάναν «λάτρη του Χίτλερ» που «δεν του αρέσουν οι μαύροι». Οφείλεται και στο ότι το μήνυμα του Μπιουκάναν δεν ταίριαζε με την εποχή. Το 2000 η Αμερική ένιωθε περήφανη ως η μόνη υπερδύναμη· ο ψυχροπολεμικός της αντίπαλος, η Σοβιετική Ένωση, είχε διαλυθεί. Ο οικονομικός της αντίπαλος τη δεκαετία του ’80, η Ιαπωνία, βρισκόταν σε τέλμα, ενώ το ΑΕΠ της Κίνας μόλις που είχε υπερβεί αυτό της Ιταλίας. Η 11η Σεπτεμβρίου δεν ήταν και πολύ σημαντικότερη από τη 10η ή τη 12η. Γιατί να δώσει κανείς σημασία στον πικρόχολο πεσιμισμό του Μπιουκάναν;

 

 

Όταν το 2016 ο Ντόναλντ Τραμπ –εκείνος που έτρεφε κάποτε ελπίδες στο Μεταρρυθμιστικό Κόμμα και είχε αμαυρώσει τη φήμη του Μπιουκάναν αποκαλώντας τον «λάτρη του Χίτλερ» το 2000– κατέβηκε στις εκλογές με τους Ρεπουμπλικανούς, έστειλε ένα παρόμοιο μήνυμα που άγγιξε ένα ακόμη πιο ευαίσθητο αδύναμο σημείο. Όχι μόνο επειδή ο πόλεμος, η οικονομική κρίση και η άνοδος της Κίνας είχαν αλλάξει τον κόσμο, αλλά επειδή είχε αλλάξει και η ίδια η πολιτική.

Όπως τα περισσότερα επιτυχημένα κόμματα με πολυετή ιστορία, έτσι και η αμερικανική Δεξιά της δεκαετίας του 1990 ήταν σαν μια μεγάλη εκκλησία με λίγα ή πολλά σχίσματα στο εσωτερικό της. Μολονότι στους κόλπους της υπήρχαν υποστηρικτές του Μπιουκάναν, υπήρχαν και αρκετοί συντηρητικοί της παλιάς σχολής (υπέρμαχοι της μικρής κυβέρνησης και της επιχειρηματικότητας, συνήθως θρησκευτικά και κοινωνικά εγκρατείς και μετρημένοι, προσκολλημένοι στους πολλούς θεσμούς της αμερικανικής κοινωνίας, τη σημαία και την οικογένεια πάνω απ’ όλα, και σίγουροι για την ικανότητά τους να κυβερνήσουν) έτσι ώστε να παρεμποδίσουν την επικράτηση του χυδαίου, αντιδραστικού και απομονωτικού σοβινισμού. Μέχρι το 2016, δεν υπήρχαν και πολλοί.

 

Στην Αμερική και πολλές άλλες πλούσιες χώρες, τα συντηρητικά κόμματα έχουν ηττηθεί ή αμφισβητηθεί από τον αντιδραστικό εθνικισμό. Αυτό δεν απειλεί μόνο τα ίδια τα κόμματα, αλλά τον συντηρητισμό ως πολιτική ιδέα – έτσι τουλάχιστον όπως τον έχουμε κατανοήσει τα τελευταία 200 χρόνια στον αγγλόφωνο κόσμο. Σε όσους αυτοπροσδιορίζονται ως αντιτιθέμενοι στη Δεξιά, αυτός ο συντηρητισμός θα λείψει όταν πια δεν θα υπάρχει.

Στον πυρήνα του υπό εξαφάνιση συντηρητισμού βρίσκεται η πίστη ότι υπάρχει καλός λόγος που τα πράγματα έχουν ως έχουν, ακόμη κι αν δεν μπορούμε να τον διακρίνουμε εύκολα ή τον ξεχνάμε. Οι συντηρητικοί που το πιστεύουν αυτό κοιτούν με καχυποψία την κεντρική κυβερνητική εξουσία (ειδικά όταν βρίσκεται στα χέρια δημαγωγών) και υποστηρίζουν σθεναρά πολλούς άλλους θεσμούς, π.χ. μοναρχίες, ένοπλες δυνάμεις και εκκλησίες. Προσδίδουν αξία στις ιεραρχικά δομημένες ενώσεις, από τις τοπικές και ειδικές μέχρι τις εθνικές και γενικές, οι οποίες συνθέτουν την κοινωνία. Ο σεβασμός της παράδοσης «σημαίνει ότι δίνουμε την ψήφο μας σε αυτούς που μας είναι πιο άγνωστοι από όλους, τους προγόνους μας. Είναι η δημοκρατία των νεκρών», είχε γράψει ο Τζ. Κ. Τσέστερτον στο έργο του “Orthodoxy” (Ορθοδοξία) το 1908. «Η παράδοση αρνείται να υποκύψει στη μικρή και υπεροπτική ολιγαρχία αυτών που τυχαίνει έτσι απλά να υπάρχουν».

 

Οι συντηρητικοί έχουν μια τάση προς τη νοσταλγία και τρέμουν την έλλειψη τάξης. Οι πολιτικοί ψυχολόγοι τονίζουν ότι οι φιλελεύθεροι είναι σε γενικές γραμμές πιο ανοιχτοί από τους συντηρητικούς σε νέες εμπειρίες, από το φαγητό μέχρι τα ταξίδια στο εξωτερικό. Ο Αμερικανός συγγραφέας Ουίλιαμ Φ. Μπάκλεϊ είπε αξιομνημόνευτα ότι ο ρόλος των συντηρητικών είναι «να στέκονται ενάντια στην ιστορία και να φωνάζουν Στοπ, τη στιγμή που κανένας άλλος δεν έχει την τάση να κάνει κάτι τέτοιο».

Η άποψη-κλειδί, όμως, των συντηρητικών είναι ότι ο ρους της ιστορίας δεν δύναται πάντα να ανασχεθεί, ούτε είναι η ανάσχεση αυτή η καλύτερη πάντα λύση. Σε κάποιες αλλαγές πρέπει να αντιστεκόμαστε, κάποιες πρέπει να τις καθυστερούμε και κάποιες άλλες να τις διαχειριζόμαστε. Όπως το έθεσε ο Έντμουντ Μπερκ στο έργο του “Reflections on the Revolution in France” (Στοχασμοί πάνω στη Γαλλική Επανάσταση) (1790): «Ένα κράτος που δεν διαθέτει τα μέσα για την επίτευξη μιας κάποιας αλλαγής δεν διαθέτει τα μέσα της αυτοσυντήρησής του». Μερικές φορές τους νεκρούς πρέπει να τους παρακάμπτουμε.

 

Aμάν, ο Χάγιεκ

Επομένως, πριν από την εποχή όπου δόθηκε το δικαίωμα ψήφου στις γυναίκες, οι Βρετανοί συντηρητικοί ήταν υπέρμαχοι της διατήρησης της κοινωνικής τάξης που διέτρεχε όλη την κοινωνία, από τον μονάρχη στην κορυφή μέχρι τον εργάτη φάρμας στο κατώτατο σκαλί. Κατόπιν προασπίστηκαν την έννοια της αυτοβελτίωσης. Έχοντας δείξει την προτίμησή τους για τη γη παρά για το εμπόριο και τη βιομηχανία, έγιναν υπερασπιστές της επιχειρηματικότητας παντού. Έχοντας υποστηρίξει επί μακρόν την άποψη ότι η θέση της γυναίκας είναι στο σπίτι, όταν τους προσφέρθηκε μια γυναίκα που θεωρούσαν ότι θα ανταποκριθεί στο έργο που θα αναλάμβανε, επέλεξαν με κάποια επιφύλαξη τη Μάργκαρετ Θάτσερ, υποστηρίζοντάς τη θερμά αργότερα, όταν αυτή απέδειξε την αξία της. Είχαν σίγουρα αρχές, η στάση τους όμως απέναντί τους ήταν παρόμοια με αυτήν που κρατούσε ο Τζορτζ Όργουελ όσον αφορά τους κανόνες συγγραφής: πρέπει να εγκαταλείπονται όταν η προσκόλληση σε αυτούς θα οδηγήσει κάποιον σε κάτι εξαιρετικά βάρβαρο, όπως το να χάσει την εξουσία.

Η απώλεια της εξουσίας είναι αρνητική, επειδή ο συντηρητισμός είναι ένα δόγμα που έχει να κάνει με τη διακυβέρνηση. Το ενδιαφέρον του να καθοδηγήσει την αλλαγή δεν μπορεί να βγαίνει εκτός ορίων. Η εξουσία όμως που ποθεί θυμίζει φρένο παρά πηδάλιο. Στο δοκίμιο που έγραψε με τίτλο “Why I am not a conservative” (Γιατί δεν είμαι συντηρητικός), ο Φρίντρικ Χάγιεκ, ένας Αυστριακός οικονομολόγος, υποστήριξε ότι ο συντηρητισμός δεν μπορεί από τη φύση του να προσφέρει μια εναλλακτική στην πορεία που ακολουθεί η κοινωνία. Μολονότι «μπορεί να αντιστέκεται επιτυχώς στις τρέχουσες τάσεις, επιβραδύνοντας έτσι ανεπιθύμητες εξελίξεις», έγραψε, ο συντηρητισμός το ‘χει στη μοίρα του κάθε φορά «να παρασύρεται σε ένα μονοπάτι που δεν επέλεξε ο ίδιος». Αυτό το είπε για να τους τσιγκλήσει, δεν θα το έπαιρναν όμως έτσι όλοι οι συντηρητικοί.

Αυτό το είδος συντηρητισμού έχει μια προϊστορία εξίσου παλιά με αυτήν του σκεπτικισμού και των προνομιών. Ξεκίνησε εν είδει διαφωνίας , «ως ένας δισταγμός στο πλαίσιο του φιλελευθερισμού» όσον αφορά τη Γαλλική Επανάσταση, σύμφωνα με την ωραία τοποθέτηση του Βρετανού συντηρητικού συγγραφέα Ρότζερ Σκρούτον. Κάποιοι φιλελεύθεροι εκμεταλλεύτηκαν την κατάληψη της Βαστίλης. Ο Τόμας Τζέφερσον τη θεώρησε τον δεύτερο θρίαμβο της ελευθερίας μετά την Αμερικανική Επανάσταση· ο Τσαρλς Τζέιμς Φοξ, ο ηγέτης των Ουίγων στη Βρετανία, την επιδοκίμασε ως επανάληψη της Ένδοξης Επανάστασης στο Ηνωμένο Βασίλειο το 1688. Από την άλλη, υπήρξαν κάποιοι, όπως κυρίως ο Μπερκ, ο έτερος Ουίγος, που θεώρησαν ότι θα οδηγούσε στην καταστροφή.

 

Μερικά από τα καλύτερα στοιχεία του μετέπειτα συντηρητισμού θεμελιώθηκαν επί τη βάσει της αντίδρασης του Μπερκ: τον σκεπτικισμό του δηλαδή όσον αφορά τη ριζοσπαστική αλλαγή και την πεποίθησή του ότι, μια που η ανθρώπινη φύση είναι αυτή που είναι, τα ανθρώπινα πάθη πρέπει να τελούν υπό τον έλεγχο της εξουσίας και της ορθής κρίσης. Οι φιλελεύθεροι –του Χάγιεκ συμπεριλαμβανομένου– συχνά ένιωθαν ότι η νέα τάξη θα αναδυθεί αυθόρμητα από τις νέες ελευθερίες. Οι συντηρητικοί-ακόλουθοι του Μπερκ είδαν την τάξη ως κάτι θεσμικό, άρρηκτα συνδεδεμένο με τον περιορισμό και την ιεραρχία.

 

Αλλού στην Ευρώπη, η Δεξιά του 19ου αιώνα ήταν συχνά πολύ πιο ριζοσπαστική σε πολιτικό επίπεδο. Στη Βρετανία, φιλελεύθεροι και συντηρητικοί μπορούν να θεωρηθούν εταίροι που αντιδικούν μεταξύ τους εντός όμως ενός πλαισίου που έχει περιφραχτεί από τον σεβασμό για τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα κι έναν βαθμό ατομικής ελευθερίας. Στην Ευρώπη συχνά ήταν οι χειρότεροι εχθροί. Οι αντιδραστικοί συντηρητικοί της Ευρώπης επιδίωκαν να αποκρούσουν την αλλαγή, όχι απλώς να τη διαχειριστούν. Συχνά επιζητούσαν παλινορθώσεις – μοναρχιών, της εξουσίας του κλήρου, του κύρους της αριστοκρατίας. Αρκεί να συγκρίνουμε το έργο “Reflections” (Στοχασμοί) του Μπερκ με το “Considerations on France” (Στοχασμοί για τη Γαλλία) (1797) του Ζοζέφ ντε Μεστρ, έναν υποστηρικτή της μοναρχίας των Βουρβόνων από τη Σαβοΐα, και να δούμε τις διαφορές μεταξύ τους. Όταν ήρθε αντιμέτωπος με την ανατροπή της μοναρχίας, ο ντε Μεστρ δεν θέλησε απλώς να αντισταθεί, αλλά να γυρίσει τη Γαλλία στον Μεσαίωνα, τότε που το δικαίωμα των μοναρχών να κυβερνούν ελέω Θεού ήταν αδιαμφισβήτητο. Ο ντε Μεστρ εκτιμούσε βαθύτατα τον εκτελεστή, το σπαθί του οποίου πίστευε ότι ήταν το θεμέλιο κάθε μορφής τάξης. Δεν υπάρχει και μεγάλη αυτοσυγκράτηση εδώ: θυμίζει έργο ενός Ρος Λιμπό του 18ου αιώνα.

 

Ο συντηρητισμός τύπου Μπερκ έχει την τάση να βλέπει την αντιδραστική αλλαγή με την ίδια καχυποψία που βλέπει κάθε άλλη αλλαγή· είναι ανεκτή σε μικρές δόσεις, επικίνδυνη όταν φτάνει σε απόλυτα άκρα. Το δεύτερο, όμως, μισό του 20ού αιώνα, μεγάλο μέρος της Δεξιάς στη Δύση βρήκε τρόπους ώστε οι δύο αυτές τάσεις να μπορούν να συνυπάρξουν. Κι έτσι προέκυψαν οι φιλελευθερίζοντες, οι θρησκευτικοί συντηρητικοί και κάποιοι λίγοι φιλελεύθεροι. Αυτό που συνέδεε όλους αυτούς ήταν η αντίθεσή τους προς μια Αριστερά η οποία, ακόμη και στις ηπιότερες εκδοχές της, ενδιαφερόταν λιγότερο για τη διατήρηση της ιδιοκτησίας και την προστασία του πλούτου από τη Δεξιά – στις πιο ακραίες της εκδοχές επεδίωκε να επιβάλει νέες μορφές τάξης, που ούτε θα ήταν γέννημα του παρελθόντος, ούτε θα είχαν δημιουργηθεί αυθόρμητα, αλλά θα είχαν υπαγορευθεί από την Κομιντέρν.

 

Στην Αμερική και αλλού, αυτή η Δεξιά των τελών του 20ού αιώνα περιελάμβανε ανθρώπους που είτε δεν εμπιστεύονταν τις μεγάλες επιχειρήσεις είτε δεν νοιάζονταν και για πολλά. Περιελάμβανε οικολόγους που ενδιαφέρονταν για την προστασία του περιβάλλοντος και άλλους που έβλεπαν με σκεπτικισμό κάθε κυβερνητική ρύθμιση προς αυτόν ή οποιονδήποτε άλλο σκοπό. Περιελάμβανε ελιτιστές που δεν είχαν καμία εμπιστοσύνη στον λαό και λαϊκιστές που δεν είχαν καμία εμπιστοσύνη στην ελίτ. Περιελάμβανε φιλελευθερίζοντες που ήθελαν άδεια για τα πάντα και πιστούς που θεωρούσαν ότι σκοπός του κράτους είναι η εκπλήρωση της επιθυμίας του Θεού. Περιελάμβανε ρατσιστές, ανθρώπους πρόθυμους να υποκύψουν στον ρατσισμό των άλλων για να είναι αποδεκτοί και ανθρώπους που ήταν πραγματικά αντίθετοι με τον ρατσισμό. Το κοινό στοιχείο όλων αυτών ήταν η επιθυμία τους για άνοδο της οικονομίας, για την ασφάλεια του έθνους από τους κομμουνιστές και για την παραμονή των αριστερών εκτός εξουσίας. Όταν μάλιστα συνδυάζονταν με ορθή διαχείριση, όλα αυτά ήταν αρκετά για να δίνονται διάφορα σόου στους δρόμους.

 

Τις τελευταίες δύο δεκαετίες όλα πάνε στραβά. Οι επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου, που βρήκαν αντίκρισμα σε Μαδρίτη, Λονδίνο και αλλού, γέννησαν νέους φόβους. Η οικονομική κρίση οδήγησε σε νέες στερήσεις, τις οποίες ενέτειναν οι δυσκαμψίες της Ευρωζώνης. Πολλοί έχασαν την εργασία τους λόγω εισαγωγών· πολύ περισσότεροι ένιωσαν να απειλούνται. Ακόμα και όσοι δεν περιθωριοποιήθηκαν οικονομικά στον υπέρτατο βαθμό –η ανεργία παρέμεινε σε χαμηλά επίπεδα στις περισσότερες χώρες– ένιωσαν παρόλ’ αυτά αποκλεισμένοι και κατηγορούσαν τους άλλους. Σε πολλές χώρες υπήρξε αύξηση του μεταναστευτικού ρεύματος, με την πλήρη έγκριση, ή συγκαταβατική έστω συναίνεση, τόσο της φιλελεύθερης Αριστεράς όσο και της ευρύτερης Δεξιάς.  

 

Για να ευδοκιμήσει σ’ αυτόν τον κόσμο, ο αντιδραστικός εθνικισμός δεν χρειαζόταν πια τους συντρόφους με τους οποίους σφιχταγκαλιαζόταν στο παρελθόν. Δεν είχε ανάγκη από ιδεολογικές δεσμεύσεις σε μικρές κυβερνήσεις ή ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς. Δεν είχε καμία ανάγκη όσους εκτιμούσαν την αξία της κοινωνίας ως συνόλου και προσπαθούσαν να την υπηρετήσουν, με τον τρόπο που το κάνουν οι Βρετανοί συντηρητικοί-υπέρμαχοι του «ενός έθνους», ούτε εκείνους που θεωρούσαν ότι οι επιχειρήσεις ωφελούνται από αυστηρούς αλλά δίκαιους νόμους. Δεν υπήρχε καμία ανάγκη να δείχνει αφοσίωση σε θεσμούς. Δεν χρειαζόταν εκείνους που προσπαθούσαν να βελτιώσουν την κοινωνική αλλαγή, όταν αυτή φαινόταν αναπόφευκτη. Αντίθετα, ένιωθε πως είχε τη δύναμη να επικρίνει ορισμένες αλλαγές και άλλες να προσπαθήσει να τις αντιστρέψει.

 

Η αντιδραστική Δεξιά αγκάλιασε την περιφρόνηση για τις «ελίτ» –όταν μιλάμε ειδικά για την Ευρώπη, εκείνες των Βρυξελλών– και για τους «άλλους», έτσι όπως χαρακτηρίζονται βάσει φυλής ή τόπου καταγωγής. Αυτό δεν σημαίνει ότι είναι όλοι οι υποστηρικτές της αντιδραστικής Δεξιάς ρατσιστές· ούτε ότι, όπου υπάρχουν ρατσιστές, αυτοί θα υποστηρίξουν πρωτίστως την αντιδραστική Δεξιά. Στη Γαλλία, το αντιμεταναστευτικό Εθνικό Μέτωπο, που έχει πλέον μετονομαστεί σε Εθνικό Συναγερμό, αποδείχτηκε πως είχε προβλέψει πολύ καλύτερα από άλλους το αποτέλεσμα για αποχώρηση της Βρετανίας από την ΕΕ στο σχετικό δημοψήφισμα. Στην Αμερική, η υποστήριξη που έλαβε ο πρόεδρος Τραμπ αντανακλούσε περισσότερο την πεποίθηση ότι οι μαύροι Αμερικανοί δεν είναι θύματα ρατσισμού παρά την οικονομική δυσχέρεια (βλ. Διάγραμμα). Σύμφωνα με μελέτη του Χάρβαρντ για τις αμερικανικές εκλογές (Co-operative Congressional Election Study), το 60% περίπου των ψηφοφόρων του Τραμπ το 2016 είχαν οικογενειακό εισόδημα άνω των 50.000 δολαρίων. Ο μέσος ψηφοφόρος του Κλίντον ήταν κατά τι φτωχότερος.

 

Επανεξετάζοντας την Ανακατάκτηση

 

Σε αντίθεση με όσους το παίζουν συντηρητικοί στο Fox News, τους περισσότερους από τους σοβαρούς συντηρητικούς στοχαστές στην Αμερική τούς απωθεί και ο ηγέτης του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος και η προθυμία των αξιωματούχων του να τον υποστηρίζουν. H αφρόκρεμα των συντηρητικών σχολιαστών (όπως οι Max Boot, David Brooks, Ross Douthat, David French, David Frum, Bill Kristol, Yuval Levin, Jennifer Rubin, Reihan Salam, Peter Wehner και George Will) είτε υποστηρίζουν όλοι τους τους Δημοκρατικούς, σκεπτόμενοι πώς θα μπορούσαν ενδεχομένως να επηρεάσουν το κόμμα μετά την αποχώρηση του Ντ. Τραμπ, ή αποσύρονται από την πολιτική. «Αυτή τη στιγμή βρίσκεται σε εξέλιξη μια συζήτηση σχετικά με τον βαθμό στον οποίο θέλουμε να προσαρμόσουμε τα πιστεύω μας στις νέες συνθήκες», λέει ο Herny Olsen του Ethics & Puplic Policy Centre, μιας συντηρητικής ομάδας προβληματισμού με έδρα την Ουάσιγκτον. «Κανένας όμως δεν είναι ενθουσιασμένος με τον τύπο που δημιούργησε όλη αυτή τη φασαρία».

Με δυο λόγια, μολονότι η Αριστερά έχασε τις εκλογές από τον Τραμπ, πολλοί στη Δεξιά από αυτόν έχασαν το ίδιο τους το κόμμα, κάτι που είναι ακόμα χειρότερο. Το ίδιο συνέβη και στη Βρετανία, αν και έγινε με διαφορετικό τρόπο. Τα μέλη του Συντηρητικού Κόμματος έχουν πάθει εμμονή με το Brexit, ανεξαρτήτως κόστους. Οι επίδοξοι ηγέτες του ντροπιάζουν τον εαυτό τους στην προσπάθειά τους να προλάβουν τις εξελίξεις. Μόνο ένας από τους έξι Τόρις που συμμετείχαν στον δεύτερο γύρο του αγώνα διαδοχής της Τερέζα Μέι τον Ιούνιο αρνήθηκε να ανεχτεί ένα Brexit άνευ συμφωνίας. Η εμπιστοσύνη του Rory Stewart στην προσωπική του κρίση θα έκανε περήφανο τον Μπερκ – και τον οδήγησε υψηλότερα απ’ ό,τι περίμεναν πολλοί. Δεν υπήρχε όμως ποτέ περίπτωση να νικήσει.

 

Στα πρώτα πλειοψηφικά εκλογικά συστήματα, όπως αυτά της Βρετανίας και της Αμερικής, οι αντιδραστικοί εθνικιστές πήραν το έλεγχο κομμάτων εκ των έσω. Αντίθετα, στα πολυκομματικά συστήματα που εφαρμόζονται στις περισσότερες χώρες της δυτικής Ευρώπης, τα συντηρητικά κόμματα βρίσκονται υπό την απειλή, ή έχουν ήδη καταληφθεί, από νεοεμφανιζόμενους και δυναμικούς ακροδεξιούς. Οι Γκολιστές της Γαλλίας, που κυβερνούν τη χώρα κατά το μεγαλύτερο μέρος της Πέμπτης Δημοκρατίας, έχουν διχαστεί από ένα νέο φιλελεύθερο κόμμα, το La République en Marche, και τον Εθνικό Συναγερμό, το καινοφανές άβαταρ του Εθνικού Μετώπου.

 

Στην Ισπανία, το καθιερωμένο συντηρητικό κόμμα, το Λαϊκό, βιώνει την ίδια πτώση, καθώς το υποσκελίζουν οι φιλελεύθεροι κεντρώοι του Κόμματος των Πολιτών και το νέο ακροδεξιό κόμμα Vox. Στην Ιταλία, το παλαιό συντηρητικό κόμμα έχει πεθάνει προ πολλού λόγω σκανδάλων και του Σίλβιο Μπερλουσκόνι, έχοντας έκτοτε αντικατασταθεί από τη Βόρεια Λέγκα (σήμερα απλώς Λέγκα). Στο μεταξύ, ανατολικά, η Ουγγαρία πήγε απευθείας στον αντιδραστικό εθνικισμό, χωρίς σχεδόν να περάσει καν από ένα μετριοπαθέστερο στάδιο.

Το κοινό στοιχείο όλων αυτών των κινημάτων είναι η αφοσίωσή τους στην περηφάνια, μια περηφάνια ανδρικού τύπου κυρίως, που διακηρύσσει ζωηρά την απροθυμία τους να απολογηθούν – για τη λεγόμενη Νότια Στρατηγική στην Αμερική, τον Φράνκο, τον Βισί, τον Μουσολίνι, τη βρετανική κυριαρχία στις Ινδίες, την αμερικανική Συνομοσπονδία. Σε μια διαδήλωσή του πέρσι ο ηγέτης του Vox, Σαντιάγο Αμπασκάλ, ορκίστηκε στους οπαδούς του ότι: «Η Αριστερά δεν θα καταφέρει ποτέ να μας κάνει να ντραπούμε γι’ αυτά για τα οποία μόνο οι άριστοι περηφανεύονται», π.χ. την αντίθεσή τους στον φεμινισμό, στους μουσουλμάνους, στα δικαιώματα των ομοφυλόφιλων και σε ό,τι περιορίζει τη μάχη εναντίον γραμμωμένων ανδρών που φορούν στενά παντελόνια με σχέδια.

 

Απ’ αυτή την άποψη, ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η περηφάνια που σχετίζεται με την εθνικότητα. Σε αντίθεση με τους συντηρητικούς οπαδούς του Μπερκ, που έτειναν να σέβονται και να εκτιμούν τους θεσμούς τους παρελθόντος, οι αντιδραστικοί εκτιμούν μόνο τις ταυτότητες που βρίσκουν εκεί. Το 30% των Αμερικανών που υποστηρίζουν ότι για να είσαι καθαρόαιμος Αμερικανός πρέπει να είσαι αυτόχθων χριστιανός κλίνουν κυρίως προς τους Ρεπουμπλικανούς. Οι συντηρητικοί σέβονται την οικουμενική ανθρώπινη φύση· οι αντιδραστικοί τείνουν κάποιες φύσεις να τις εκτιμούν περισσότερο από άλλες.

Θα συνεχιστεί άραγε όλο αυτό; Μπαίνουμε στον πειρασμό να πούμε πως όχι. Ο συντηρητισμός έχει μακρά παράδοση προσαρμογής σ’ έναν κόσμο που έχει υπηρετήσει καλά. Οπορτουνιστική, χωρίς συνοχή και στέρεες βάσεις, η αντιδραστική Δεξιά δεν θα τα καταφέρει για πολύ και οι συντηρητικοί θα αναδυθούν και πάλι από το πλούσιο θεσμικό έδαφος στο οποίο προσδίδουν τόσο μεγάλη αξία, για να ελέγξουν και να καθοδηγήσουν την αλλαγή.

 

Παρόλ’ αυτά, τις πρώτες δεκαετίες του 21ου αιώνα, οι πιο εμφανείς πολιτικά τρόποι κατά τους οποίους αλλάζει η κοινωνία έχουν να κάνουν με πράγματα που κανένας στις πλούσιες δημοκρατίες δεν ψήφισε. Περισσότεροι άνθρωποι από ποτέ σε φτωχές χώρες βλέπουν στα μέσα ενημέρωσης εικόνες της Δύσης και έχουν την οικονομική ευχέρεια να ταξιδέψουν σε αυτές. Η Κίνα έχει ένα οικονομικό μοντέλο που παράγει προϊόντα που θέλουν άλλοι να αγοράσουν. Οι γυναίκες έχουν μεγαλύτερη πολιτική δύναμη και περισσότερες ελευθερίες ώστε να επιλέξουν πώς θέλουν να ζήσουν. Οι οικογενειακές δομές αλλάζουν, αφού οι άνθρωποι παντρεύονται σε μεγαλύτερη ηλικία ή και καθόλου. Οι κλιματικές αλλαγές ενέχουν τον κίνδυνο της καταστροφής ελλείψει δραστικών μέτρων. Οι πολιτικοί που προέρχονται από συντηρητικές παραδόσεις ίσως να κάνουν κάτι για κάποια έστω από όλα αυτά, αν και αυτές δεν είναι αλλαγές που μπορούν να ελέγξουν εύκολα.

 

Στην Αμερική, κάποιοι ρωμαιοκαθολικοί συντηρητικοί έχουν αποδεχτεί ότι δεν υπάρχει επιστροφή στην παρελθοντική κατάσταση των πραγμάτων – είναι αυτό που αποκαλούν «νεκρή αντίληψη για τα πράγματα». Αυτό δεν ισοδυναμεί με απώλεια, όπως υποστήριξαν σε άρθρο της εφημερίδας First Things. «Πράγματι, αν και η παλαιά, συντηρητική αντίληψη για τα πράγματα έδειχνε έναν υποκριτικό σεβασμό για τις παραδοσιακές αξίες, εντούτοις δεν κατάφερε να καθυστερήσει, πόσο μάλλον να αντιστρέψει, την έκλειψη μακραίωνων αληθειών, της σταθερότητας που προσφέρει η οικογένεια, της αλληλεγγύης στο πλαίσιο της κοινότητας και πολλών άλλων». Ίσως να έχουν ένα κάποιο δίκιο. Δεν έχουν όμως σχέδιο. Δεν ήταν η παρουσία επιχειρηματιών και φιλελευθέρων στον ρεπουμπλικανικό συνασπισμό της παλαιάς καλής εποχής που τους εμπόδισε να δώσουν τέλος σε αυτά που αποδοκιμάζουν. Δεν σταματάει έτσι η πολιτική.

Οι συντηρητικοί του Μπερκ δεν είναι οι μοναδικοί εχθροί του αντιδραστικού εθνικισμού: σε αυτόν αντιτίθενται και οι φιλελεύθεροι και η Αριστερά. Επομένως, οι παραδοσιακοί συντηρητικοί ίσως να έχουν ακόμη μια καλή ευκαιρία να υπερνικήσουν τη μετριοπάθειά τους. Αν δεν το κάνουν, αυτοί είναι που θα χάσουν τα περισσότερα. Όπως το έθεσε ο Χάγιεκ, διατρέχουν τον κίνδυνο να παρασυρθούν σε έναν δρόμο που δεν επέλεξαν οι ίδιοι.

Αφήστε ένα σχόλιο