Η μεγάλη δύναμη από τις Βρυξέλλες

Δημοσιεύτηκε από economia 30/07/2019 0 Σχόλια The Economist,

Η αποτυχημένη σχέση της ΕΕ με την Τουρκία είναι ένα τεστ για τη σοβαρότητα της εξωτερικής της πολιτικής

 

από την στήλη "Καρλομάγνος" του Economist, τ. 27/7-2/8/2019

 

Ο Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ προσέδεσε την Τουρκία στην Ευρώπη και τον δυτικό κόσμο γενικότερα μετά την κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ύστερα από εκατό χρόνια περίπου, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν αντιστρέφει αυτή τη διαδικασία. Τα διαδοχικά κρούσματα υφαρπαγής της εξουσίας από τον Τούρκο πρόεδρο οδήγησαν σταδιακά τη χώρα εγγύτερα στους ανατολικούς της γείτονες και μετέτρεψε σε αστείο το αίτημά της για συμμετοχή στην ΕΕ. Δύο πρόσφατα περιστατικά έκαναν μάλιστα τα πράγματα ακόμη χειρότερα. Στις 12 Ιουλίου η τουρκική Αεροπορία απέκτησε ένα ρωσικό πυραυλικό σύστημα εδάφους-αέρος S-400, ζητώντας να εξαιρεθεί από το πρόγραμμα stealth των μαχητικών αεροσκαφών F-35 του NATO. Έπειτα, στις 15 Ιουλίου, η ΕΕ επέβαλε κυρώσεις στην Τουρκία για τις θαλάσσιες γεωτρήσεις που πραγματοποιεί πέριξ της Κύπρου με στόχο την εξόρυξη φυσικού αερίου· η Κύπρος είναι μέλος της Ένωσης, το ένα τρίτο όμως του βόρειου τμήματος του νησιού ελέγχεται από την Τουρκία.

 

Η αποτυχία της ΕΕ να αποτρέψει την αλλαγή πορείας του κοντινού της γείτονα προκαλεί θλίψη και ντροπή. Κατά καιρούς η Ένωση υπήρξε συμβιβαστική, ειδικά κατά τη διάρκεια της μεταναστευτικής κρίσης, όταν η Τουρκία συμφώνησε να ενεργήσει ως συνοριοφύλακας της Ευρώπης με αντάλλαγμα χρήματα και την έκδοση καρτών βίζα. Οι ηγέτες της ΕΕ προτίμησαν πολλές φορές να δαγκώσουν τη γλώσσα τους παρά να επικρίνουν τη μετάβαση της χώρας στην απολυταρχία. Άλλες φορές πάλι η ΕΕ απομόνωσε την Τουρκία, κάνοντας περιφρονητικά λόγο για «Μικρά Ασία», απορρίπτοντας τις προοπτικές ένταξης της χώρας και επιβάλλοντας πλέον και κυρώσεις για τις παραβάσεις του Ερντογάν. Το αποτέλεσμα που προέκυψε είναι το χειρότερο και των δύο κόσμων: ούτε το καρότο που θα δελεάσει την Τουρκία να επιστρέψει στο μαντρί είναι αρκετό, ούτε όμως και το μαστίγιο που θα την εξαναγκάσει να συμμορφωθεί.

 

Ας πάρουμε για παράδειγμα τη διαμάχη για τις γεωτρήσεις. Η τουρκική κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι το αέριο που ανακαλύφθηκε πρόσφατα στον πυθμένα της θάλασσας ανήκει μερικώς στο βόρειο κομμάτι της Κύπρου. Δεδομένου ότι η ΕΕ δεν αναγνωρίζει κάτι σαν Τουρκική Κύπρο, καταδικάζει ως παράνομη τη δράση των τριών τουρκικών πλοίων που έκαναν γεωτρήσεις στον θαλάσσιο χώρο της περιοχής. Παρόλ’ αυτά, οι κυρώσεις που επέβαλε είναι μικρές: περικοπές στην οικονομική βοήθεια που προσφέρει, αναστολή μιας συμφωνίας για αεροπορικές μεταφορές και παύση των υψηλού επιπέδου συνομιλιών. Η Τουρκία τις κυρώσεις αυτές τις αγνόησε παντελώς ως «άνευ σημασίας» και δεσμεύτηκε για την αποστολή και τέταρτου πλοίου στην περιοχή. Για μία φορά ακόμη, η ΕΕ δίνει την εικόνα πως λειτουργεί αντιφατικά και αναποτελεσματικά.

 

Οι βασικές δικαιολογίες των Ευρωπαίων αξιωματούχων γι’ αυτό είναι δύο. Η πρώτη είναι ότι η Ευρώπη έχει ανάγκη τη συνεργασία της Τουρκίας σε θέματα μετανάστευσης και τρομοκρατίας, πρέπει επομένως να χειριστούν τη χώρα με λεπτό τρόπο. Μπορεί ο Ερντογάν να είναι δύσκολος εταίρος, είναι όμως καλύτερος από το χάος· ενδεχόμενη κατάρρευση της Τουρκίας θα προκαλούσε ισχυρές οικονομικές αναταράξεις ή νέα κύματα μεταναστών προς την Ευρώπη. Ο Ερντογάν μάλιστα ενίσχυσε τέτοιους φόβους, όταν στις 22 Ιουλίου απείλησε με αναστολή της συμφωνίας για τους μετανάστες με αφορμή τις κυρώσεις της ΕΕ. Η δεύτερη, και πιο ειλικρινής, δικαιολογία είναι ότι η ΕΕ δεν διαθέτει την κουλτούρα και τα εργαλεία που απαιτούνται για τον περιορισμό της Τουρκίας. Η Ευρώπη, λένε, είναι πολύ διαχωρισμένη, εφησυχασμένη και αδύναμη για να μπορέσει να ασκήσει την εξουσία της αποφασιστικά. Αυτοί που πρωτοστάτησαν στις προσπάθειες να λήξει ο διαχωρισμός της Κύπρου (οι οποίες έχουν περιέλθει πλέον σε στασιμότητα) ήταν οι ΗΠΑ και τα Ηνωμένα Έθνη, όχι η ΕΕ: «Εξακολουθούμε να μην έχουμε ένα ρεαλιστικό και αξιόπιστο πλάνο στα χέρια μας», δηλώνει με απόγνωση η Αsli Aydintasbas του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου για θέματα εξωτερικής πολιτικής.

 

Καμία από τις δύο αυτές δικαιολογίες δεν είναι πειστική. Το να κρατάει η Ευρώπη την Τουρκία σε απόσταση περιμένοντας εναγωνίως το τέλος της εποχής Ερντογάν δεν εξυπηρετεί τα συμφέροντά της. Η οικονομία της χώρας βρίσκεται για μία ακόμη φορά στα πρόθυρα νομισματικής κρίσης (το ότι η κυβέρνηση ανακατεύεται στα επιτόκια δεν βοηθάει την κατάσταση)· η κυπριακή κυβέρνηση, υπό τον φόβο εχθροπραξιών, πιέζει για νέες συνομιλίες, ενώ η συμφωνία για το ρωσικό πυραυλικό σύστημα υπονομεύει την ασφάλεια στη Δύση. «Ο Ερντογάν χρησιμοποιείται από τον Πούτιν για να πληγεί το ΝΑΤΟ», λέει ο Marc Pierini, πρώην πρέσβης της ΕΕ στην Άγκυρα. Μια χαοτική και απομονωμένη Τουρκία δύσκολα θα μπορέσει να εξελιχθεί σε αξιόπιστο εταίρο της Ευρώπης – είτε μιλάμε για θέματα μετανάστευσης, τρομοκρατίας ή οποιοδήποτε άλλο.

 

Επιπλέον, η παρατήρηση του παρελθόντος ότι η ΕΕ είναι ανίκανη να αναλάβει συντονισμένη διεθνή δράση δεν είναι πλέον βάσιμη. Η ΕΕ την τελευταία δεκαετία έχει εξελιχθεί κατά πολύ χάρη στις ποικίλες κρίσεις, οικονομικές, μετανάστευσης και ασφάλειας, που την έχουν αναγκάσει να έρθει αντιμέτωπη με σοβαρά παγκόσμια γεγονότα. Επέβαλε κυρώσεις στη Ρωσία για την εισβολή της στην Ουκρανία, εφάρμοσε αντιανταγωνιστικές πρακτικές σε τεχνολογικούς γίγαντες των ΗΠΑ, κράτησε μια σταθερή γραμμή όσον αφορά τις διαπραγματεύσεις για το Brexit και τείνει δειλά προς τη στρατιωτική ένωση. Το καλύτερο παράδειγμα για τη νέα αντίληψη της Ευρώπης περί ρεαλιστικής πολιτικής (realpolitik) είναι η συμφωνία της με τον Ερντογάν στο θέμα της μετανάστευσης. Ο λόγος που εκείνος συμφώνησε να πάρει πίσω στη χώρα του μετανάστες που περνούν τα σύνορα της ΕΕ δεν ήταν η καλή του θέληση, αλλά η πίεση που μπορούσε να ασκήσει η ΕΕ – μέσω σκληρού νομίσματος και της έκδοσης καρτών βίζα, που θα ήταν προς όφελος των ψηφοφόρων του.

 

Ο Ερντογάν είναι πιο αδύναμος απ’ όσο δείχνει. Τα ποσοστά αποδοχής του πέφτουν, ενώ στις περιφερειακές εκλογές την άνοιξη το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) έχασε τρεις από τις μεγαλύτερες πόλεις της Τουρκίας, μεταξύ αυτών και της Κωνσταντινούπολης. Ο Αλί Μπαμπακάν, ο πρώην αντιπρόεδρος της κυβέρνησής του, εγκατέλειψε το κόμμα για να ιδρύσει δικό του, ενώ ακολουθεί μάλλον και ο Αχμέτ Νταβούτογλου, ο πρώην πρωθυπουργός της κυβέρνησης Ερντογάν. Σε μια περίοδο τέτοιας οικονομικής και πολιτικής τρωτότητας, το οικονομικό βάρος της ΕΕ –το ΑΕΠ της είναι 24 φορές μεγαλύτερο από αυτό της Τουρκίας– ασκεί από μόνο του μεγάλη πίεση. Η ΕΕ δεν έχει μόνο το κίνητρο για να κάνει περισσότερα προκειμένου να τραβήξει προς το μέρος της ξανά την Τουρκία, αλλά διαθέτει και τα μέσα για να το κάνει.

 

Ας χρησιμοποιήσει τη δύναμή της

Από την πλευρά της ΕΕ, αυτό μπορεί να ισοδυναμεί με έντονες απειλές για αυξημένες κυρώσεις, κατά το πρότυπο ίσως εκείνων που επιβλήθηκαν στη Ρωσία με στόχο συμμάχους του Ερντογάν· κάτι τέτοιο θα αποδείκνυε τη σοβαρότητα της Ευρώπης. Σε ύστερο χρόνο θα μπορούσε να υπάρξει άρση των κυρώσεων σε διάφορα προϊόντα, έτσι ώστε να αναγκαστεί ο Ερντογάν να έρθει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Δέλεαρ θα μπορούσαν να αποτελέσουν η οικονομική υποστήριξη, μια αναβαθμισμένη τελωνειακή ένωση, νέες ελευθερίες για τους Τούρκους πολίτες όσον αφορά τη μετακίνηση και την παραμονή τους στην Ευρώπη, αλλά και ένας διακανονισμός στη βάση καταμερισμού της εξουσίας μεταξύ των κυπριακών και των τουρκικών περιοχών της Κύπρου, που θα προβλέπει και κατανομή του φυσικού αερίου. Ως αντάλλαγμα, η ΕΕ θα μπορούσε να απαιτήσει να λάβουν τέλος οι παράνομες γεωτρήσεις και η τουρκική στρατιωτική παρουσία στο νησί (που είναι και το μεγαλύτερο εμπόδιο για την επίτευξη συμφωνίας μεταξύ των δύο πλευρών)· επιπλέον, η ΕΕ θα μπορούσε να ζητήσει την ανεξαρτησία της κεντρικής τράπεζας στην Τουρκία, οικονομικές μεταρρυθμίσεις, ακόμη και το να γίνουν βήματα με στόχο την αντιστροφή της συγκέντρωσης της εξουσίας στα χέρια της προεδρίας.

 

Η Ευρώπη φιλοδοξεί να αποκτήσει ισχυρότερο ρόλο στον κόσμο. Εάν όμως, παρά τα καρότα και τα μαστίγια που έχει στη διάθεσή της εξακολουθεί να χάνει έναν άμεσο γείτονά της και ένα κράτος που θέλει να ενταχθεί στην Ένωση, το οποίο όμως ελέγχει εδάφη που διεκδικεί ένα υφιστάμενο μέλος της Ένωσης, τότε καλύτερα να τα παρατήσει. Η Τουρκία αποτελεί φυσική προτεραιότητα για την Ευρώπη. Είναι όμως και ένα μεγάλο τεστ.

Αφήστε ένα σχόλιο