Ο καπετάνιος χαράζει ρότα για τα βράχια

Δημοσιεύτηκε από economia 02/08/2019 0 Σχόλια The Economist,

Οικονομική Επιθεώρηση, Aύγουστος 2019, τ. 985

ΙΤΑΛΙΑ από τον Τhe Economist

 

 

 

Ο Ματέο Σαλβίνι είναι ο ισχυρότερος άντρας στην Ιταλία. Θα αξιοποιήσει αυτή τη δύναμη για να διαλύσει το ευρώ; Ή θα κάνει πίσω, τελικά;

 

 

 

Τον αποκαλούν Il Capitano. Από κανέναν Ιταλό δεν διαφεύγει η συνήχηση με του Μουσολίνι το Il Duce. Οι επικριτές του βλέπουν νεοφασιστικές σκιές παντού στον Ματέο Σαλβίνι: από το γεγονός ότι προσφάτως εξέδωσε βιβλίο σε εκδοτικό οίκο που έχει σχέσεις με την ακροδεξιά ομάδα CasaPound μέχρι την επισήμανση ότι φόρεσε σακάκι από τον σχεδιαστή που προτιμούν οι οπαδοί της CasaPound. Η προσωπολατρία που τον περιστοιχίζει, η οποία εκτρέφεται καθημερινά με ντουζίνες tweets και posts στο Facebook, προσεκτικά δουλεμένων ώστε να τον εμφανίζουν ως άνθρωπο του λαού και προστάτη του κόσμου της καθημερινότητας εναντίον των ελίτ, λειτουργεί προς την ίδια κατεύθυνση.

 

Δεν χρειάζεται όμως να θεωρήσει κανείς τον Ματέο Σαλβίνι νεοφασίστα, ούτε να πιστέψει ότι σαν τέτοιος θα μπορούσε να πετύχει σε μια πλουραλιστική χώρα σαν την Ιταλία, προκειμένου να ανησυχήσει με την άνοδό του. Τυπικά, το κόμμα του Σαλβίνι (η δεξιά Λέγκα του Βορρά) δεν είναι παρά η μικρότερη συνιστώσα του απίθανου και ασταθούς συνασπισμού που σήμερα κυβερνά, δίπλα στο αντι-κατεστημένο Κίνημα των 5Αστέρων (M5S). Στην πραγματικότητα, όμως, ο Μ. Σαλβίνι υπήρξε ο ισχυρότερος άντρας στην Ιταλία ήδη λίγες μόνο εβδομάδες μετά την εκ μέρους του ανάληψη των καθηκόντων αντιπροέδρου της κυβέρνησης, τον Ιούνιο του 2018. Η αδιάκοπη άνοδος που καταγράφει στις δημοσκοπήσεις και η εντυπωσιακή νίκη της Λέγκας στις Ευρωεκλογές του Μαΐου σημαίνει ότι –περισσότερο από κάθε άλλον– λύνει και δένει στην Ιταλία. Πρόκειται για εντυπωσιακή επιτυχία για έναν άνθρωπο που πριν από 6 χρόνια είχε πετύχει μόλις 4% στις κάλπες. Στις περυσινές εκλογές η Λέγκα κατέγραψε 17% στις Ευρωεκλογές και 34% στις εθνικές· έκτοτε, στις δημοσκοπήσεις, πάει ακόμη πιο ψηλά.

 

Το πρόβλημα είναι ότι ο Μ. Σαλβίνι δεν πέτυχε την άνοδο αυτή λύνοντας οποιοδήποτε από τα προβλήματα της Ιταλίας, ή δείχνοντας έστω πώς θα μπορούσε να αντιμετωπίσει οποιεσδήποτε από τις πρόδηλες αδυναμίες της χώρας του. Η οικονομία της Ιταλίας βρίσκεται σε στασιμότητα. Μεταξύ 2008 και 2018, το ιταλικό ΑΕΠ υποχώρησε κατά 3%, τη στιγμή που στη Γερμανία κατέγραφε αύξηση 13%, στη Γαλλία 10% και στην Ισπανία 4% – για να σταθεί κανείς μόνο στις άλλες τρεις από τις τέσσερεις μεγαλύτερες οικονομίες της Ευρωζώνης. Η ανεργία παραμένει πεισματικά κολλημένη σε ένα υψηλό 10%. Αντιθέτως, η στήριξη που έχει πετύχει ο Σαλβίνι προέκυψε από τη δοκιμασμένη μέθοδο των λαϊκιστών: βρίσκει πάντα άλλους για να καταγγέλλει. Αυτό το αντανακλαστικό του δημιουργεί μεγάλους κινδύνους – και για την Ιταλία και για την Ευρώπη.

 

Δύο είναι οι συνήθεις εχθροί του: οι μετανάστες και οι Βρυξέλλες. Όταν μιλάει στον κόσμο σε μια πόλη σαν το Ορβιέτο –όπου ο τοπικός υποψήφιος, που στήριξε ο ίδιος, κέρδισε εύκολα τη δημαρχία κι ας βρίσκεται η πόλη στην «Κόκκινη Ζώνη» της Ιταλίας που παραδοσιακά ανήκε στην Κεντροαριστερά– επιτίθεται ταυτόχρονα και στους δύο στόχους. Λέει στους ακροατές ότι τιμά το δικαίωμα των ανθρώπων να πιστεύουν σε άλλους θεούς, «φτάνει αυτός ο Θεός να μην έρχεται να μου πει ότι οι γυναίκες έχουν μικρότερη αξία από τους άντρες και ότι θα πρέπει να περιφέρονται με μπούρκα». Χειροκρότημα. «Περισσότερους καραμπινιέρους! Λιγότερους παράτυπους μετανάστες!» φωνάζει. Ισχυρό χειροκρότημα.

 

Από τη στιγμή που ανέλαβε την πρόσθετη θέση του υπουργού Εσωτερικών στην κυβέρνηση συνασπισμού, ο Μ. Σαλβίνι χρησιμοποίησε τις εξουσίες του προκειμένου να πιέσει έντονα τους μετανάστες. Σε μια από τις πρώτες κινήσεις του, έκλεισε τα λιμάνια της Ιταλίας στα πλοία των ΜΚΟ που έρχονταν με ανθρώπους τους οποίους είχαν διασώσει μεσοπέλαγα, ενώ ήδη ψήφισε νέο νόμο που απειλεί όσους τους βοηθούν να κατέβουν στη στεριά με πελώριες ποινές. (Η 32χρονη Γερμανίδα πλοίαρχος ενός τέτοιου πλοίου, η Καρόλα Ράκετε, αντιμετωπίζει τώρα ποινική δίωξη γιατί ξεμπάρκαρε μετανάστες στη Λαμπεντούζα.) Η ακτοφυλακή αποβιβάζει μετανάστες που έχει διασώσει σε μικρούς αριθμούς, όμως αυτό τον καιρό περιπολεί σε πολύ πιο περιορισμένη έκταση απ’ ό,τι παλιότερα. Άλλη πρωτοβουλία Σαλβίνι ήταν να περικόψει έντονα τη χρηματοδότηση των κέντρων υποδοχής, καθώς και να αυστηροποιήσει τα κριτήρια χορήγησης καθεστώτος προστασίας στους μετανάστες. Το κύμα αφίξεων μεταναστών, που είχε φθάσει τα 181.000 άτομα το 2016, βρισκόταν μόλις στις 3.000 μέχρι τώρα το 2019. Το πολιτικό όφελος απ’ αυτή τη μείωση φρόντισε να το διεκδικήσει ο ίδιος ο Σαλβίνι, αν και εν πολλοίς πρόκειται για συνέπεια πρωτοβουλιών της προηγούμενης κυβέρνησης.

 

Αυτή η καταδίωξη των μεταναστών δεν έχει κόστος για τον Μ. Σαλβίνι – πλην του περιβάλλοντος των φιλελευθέρων, για τους οποίους όμως δεν ενδιαφέρεται. Οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι ηγέτες αποστρέφουν το πρόσωπο. Δεν θέλουν να βοηθήσουν την Ιταλία να χειριστεί το μεταναστευτικό της, ούτε και θέλουν να φιλοξενήσουν οι ίδιοι πολύ περισσότερους μετανάστες. Ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν ευθέως μισεί τον Σαλβίνι (και διαμαρτύρεται ότι ο λαϊκισμός διαδίδεται ανά την Ευρώπη «σαν τη λέπρα»), όμως αρνήθηκε να υποδεχθεί τα πλοία που η πολιτική Σαλβίνι διώχνει. Η επιδέξια ενίσχυση των αντιμεταναστευτικών αισθημάτων του πληθυσμού έχει κάνει τον Ματέο Σαλβίνι τον δημοφιλέστερο πολιτικό στη χώρα του. Καθώς όμως ο αριθμός των αυξήσεων μεταναστών στην Ιταλία έχει περιορισθεί τόσο πολύ, αυτή η διάσταση έχει φθάσει σε ένα όριο.

 

 

Ο παραπέρα εχθρός

 

Ο άλλος εχθρός εναντίον του οποίου καταφέρεται ο Ματέο Σαλβίνι είναι πιο πιθανό να αντιδράσει. Και πάλι όμως, η απειλή σύγκρουσης του αποδίδει εκλογικά οφέλη. Το «Θα αντιπαλέψουμε με την Ευρώπη, διότι άμα δεν παλέψεις –όπως είχαν επιλέξει να πράξουν οι προηγούμενες κυβερνήσεις, οι οποίες πήγαιναν στις Βρυξέλλες να ζητιανέψουν και με τα παντελόνια κατεβασμένα– είναι προφανές ότι δεν πρόκειται να κερδίσεις» είναι μια χαρακτηριστική διατύπωση Σαλβίνι στο ίδιο κοινό, στο Ορβιέτο.

 

Αυτού του είδους η στάση έχει ταράξει τις αγορές και τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις. Η αντιπαράθεση Σαλβίνι-Βρυξελλών άλλοτε εντείνεται και άλλοτε χαλαρώνει, ποτέ όμως δεν φεύγει από το προσκήνιο. Μέχρις ότου ο ίδιος την εγκαταλείψει, η απειλή κατά της Ευρωζώνης είναι πραγματική – και δυνητικά πρόκειται για καταστροφική απειλή. Παλιότερα ο Μ. Σαλβίνι έκανε λόγο για επιθυμία του να οδηγήσει την Ιταλία εκτός Ευρωζώνης, ενδεχομένως δε και εκτός ΕΕ (την οποία είχε χαρακτηρίσει «γκουλάγκ»). Την πολιτική αυτή την έχει πλέον εγκαταλείψει, καθώς δεν υπάρχει στη χώρα πλειοψηφία ούτε για την μία ούτε για την άλλη προσέγγιση. Όμως είναι φανερό ότι δυσανασχετεί με τους περιορισμούς των ευρωπαϊκών μηχανισμών, οπότε κανείς δεν ξέρει πότε θα θελήσει να ελευθερωθεί απ’ αυτούς – είτε αγνοώντας τους κανόνες (παρόλο τον κίνδυνο να ζήσει κρίση στην αγορά ομολόγων), είτε και επιστρέφοντας πλήρως στην παλιότερη άποψη περί πλήρους εξόδου.

 

Όλο αυτό το δράμα έχει παιχτεί κατ’ επανάληψιν τον τελευταίο καιρό. Όταν η λαϊκίστικη κυβέρνηση συνασπισμού ανέλαβε την εξουσία τον Ιούνιο του 2018, οι υψηλού κόστους οικονομικές υποσχέσεις που είχε δώσει προεκλογικά δημιούργησαν άμεσα προβλήματα. Το M5S, με επικεφαλής τον Λουίτζι Ντι Μάιο, είχε δεσμευθεί για εγγυημένο εισόδημα υπέρ των αδυνάμων, η Λέγκα είχε κάνει λόγο για flat-rate φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων και εταιρειών. Και οι δυο τους είχαν τάξει αναστροφή αντιδημοφιλών μεταρρυθμίσεων, όπως εκείνες που είχαν αυξήσει την ηλικία συνταξιοδότησης. Και οι δύο, επίσης, έδειχναν περιορισμένο σεβασμό στους δημοσιονομικούς κανόνες της ΕΕ. Οι κανόνες αυτοί απαιτούν το μεγάλο δημόσιο χρέος της Ιταλίας –που το βάρος του είναι 130% του ΑΕΠ, με μεγαλύτερο στην Ευρώπη μόνον εκείνο του ελληνικού χρέους– να κινηθεί προς το επίπεδο του 60% με έναν προδιαγεγραμμένο ρυθμό.

 

Δύο φορές, ήδη, οι Βρυξέλλες απείλησαν να επιβάλουν κυρώσεις κατά της Ιταλίας για το υπερβολικό αυτό χρέος της, και δύο φορές η ιταλική κυβέρνηση υποχώρησε ντροπαλά από τους δημοσιονομικούς της σχεδιασμούς. Το φθινόπωρο του 2018, τα spreads του 10ετούς ιταλικού ομολόγου πάνω από την απόδοση των γερμανικών bunds πλησίασαν το 3,4% – οπότε, η κυβέρνηση συνασπισμού αναγκάστηκε να συμπιέσει το σχεδιαζόμενο για το 2019 έλλειμμα του Προϋπολογισμού από 2,4% σε ένα εκπληκτικά ακριβές 2,04% του ΑΕΠ. Φέτος τον Ιούνιο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πάλι έκανε απειλητικούς θορύβους όταν έγινε φανερό ότι ο λόγος χρέους/ΑΕΠ για την Ιταλία είχε επιδεινωθεί αντί να βελτιωθεί. Στις 1 Ιουλίου, η κυβέρνηση συνασπισμού υποσχέθηκε σειρά εξοικονομήσεων και περικοπών δαπανών, αξίας 7,6 δισ. ευρώ (δηλαδή 0,4% του ΑΕΠ). Οι υπουργοί Οικονομικών της Ευρωζώνης δήλωσαν ικανοποιημένοι με την υποχώρηση της Ιταλίας. Τα spreads συγκρατήθηκαν: στις 10 Ιουλίου ήταν σε επίπεδο 2%.

 

Μπροστά μας όμως βρίσκεται μια μεγαλύτερη αντιπαράθεση. Η κυβέρνηση έχει δρομολογήσει το Πρόγραμμα «εισοδήματος πολίτη» για τα φτωχότερα νοικοκυριά. Γνέφει διακριτικά και προς την κατεύθυνση ενός συστήματος flat-tax, καθώς εισάγει περικοπές φόρου για ορισμένους αυτοαπασχολούμενους. Όμως αυτές οι αρκετά νερωμένες εκδοχές των προεκλογικών υποσχέσεων έχουν ενοχλήσει τους υποστηρικτές της κυβέρνησης. Αμφότεροι οι κυβερνητικοί εταίροι αισθάνονται την πίεση να δώσουν περισσότερα τη χρονιά που έρχεται – ιδίως δε το M5S, η δημοτικότητα του οποίου έχει καταρρεύσει. Οι Βρυξέλλες θεωρούν ότι το έλλειμμα του ιταλικού Προϋπολογισμού για το 2020 θα προσπεράσει όχι μόνον την οροφή του 2% του ΑΕΠ που έχει προβλεφθεί προκειμένου να τεθεί υπό έλεγχο το χρέος της χώρας, αλλά και την ευρύτερη οροφή ελλείμματος του 3%, που υποτίθεται ότι οφείλουν να τηρούν όλες οι χώρες. Αν δεν βρεθεί συμβιβαστική λύση, τότε θα μπορούσε να επιβληθεί στην Ιταλία πρόστιμο ίσο με 0,2% του ΑΕΠ της (δηλαδή 3,5 δισ. ευρώ). Απίθανο να συμβεί κάτι τέτοιο: καμιά χώρα δεν έχει δει να της επιβάλλεται παρόμοια ποινή. Όμως, και πάλι, η απειλή και μόνο θα μπορούσε να ταράξει τις αγορές.

 

Υπάρχουν πάντως και άλλες πηγές ανησυχίας. Μολονότι μετά τις εκλογές ο Μ. Σαλβίνι και οι περισσότεροι υπουργοί διακηρύσσουν ότι δεν υπάρχει σχεδιασμός εξόδου από το ευρώ, κάποιες δηλώσεις άλλων δημιουργούν σύγχυση. Στις 28 Μαΐου η ιταλική Βουλή ψήφισε ένα μη δεσμευτικό σχήμα «μίνι-BOTS», δηλαδή ομολόγων μικρής αξίας, που στόχο έχουν την εξόφληση οφειλών της κυβέρνησης προς εμπορικούς προμηθευτές του Δημοσίου. Η ρήτρα αυτή των μίνι-BOTS είχε προστεθεί σε σχετικό νομοσχέδιο την τελευταία στιγμή, με αποτέλεσμα οι βουλευτές να αιφνιδιαστούν. Ο Κλαούντιο Μπόργκι, ευρωσκεπτικιστής οικονομολόγος της Λέγκας και στενός σύμβουλος του Σαλβίνι, ο οποίος είναι επικεφαλής της Επιτροπής Οικονομικών της Βουλής, είχε υποστηρίξει παλιότερα ότι τα μίνι-BOTS «θα μπορούσαν να δαπανώνται οπουδήποτε, για να αγοράζεται οτιδήποτε», με αποτέλεσμα να πληθύνουν οι υποψίες ότι θα λειτουργούσαν ως παράλληλο νόμισμα/προετοιμασία για εγκατάλειψη του ευρώ. Οι επενδυτές φάνηκαν να ενοχλούνται, οπότε ο υπουργός Οικονομικών Τζοβάνι Τρία χρειάστηκε να υπαναχωρήσει αποκλείοντας αυτό το ενδεχόμενο. Όμως, ο Ματέο Σαλβίνι θεωρείται ότι ακόμη τη σκέφτεται αυτή την εναλλακτική.

 

Ο Τζιοβάνι Τρία και ο –τεχνοκράτης– πρωθυπουργός Τζουζέπε Κόντε είναι βέβαιο ότι θα προτιμούσαν να παραιτηθούν και να ρίξουν την κυβέρνηση, παρά να επιτρέψουν τα μίνι-BOTS. Όμως τυχόν προκήρυξη νέων εκλογών, την οποία άλλωστε θα μπορούσε να επιλέξει ούτως ή άλλως ο ίδιος, θα μπορούσε να φέρει πλέον τον Μ. Σαλβίνι στην εξουσία ως πρωθυπουργό μιας κυβέρνησης συνασπισμού της Δεξιάς με τους ακροδεξιούς Αδελφούς της Ιταλίας. Οπωσδήποτε, όμως, δεν λείπει το ενδεχόμενο μιας κρίσης ομολόγων που θα μπορούσε να προκληθεί από το ζήτημα αυτό.

 

 

Η επόμενη μάχη

 

Η ανακωχή της κυβέρνησης με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή γύρω από το μέτωπο του χρέους μπορεί να αποδειχθεί παροδική. Πάντως το νέο σημείο τριβής δεν απέχει πολύ: κάπου γύρω στον Οκτώβριο, η κυβέρνηση θα χρειαστεί να έχει διαμορφώσει τον Προϋπολογισμό 2020. Αν οι Σαλβίνι και Ντι Μάιο τηρήσουν τις υποσχέσεις τους και ψηφίσουν πλουσιοπάροχες αυξήσεις δαπανών και περικοπές φόρων, οι επενδυτές και οι οίκοι αξιολόγησης μπορεί να πανικοβληθούν για μία ακόμη φορά. Αν αντιθέτως υπαναχωρήσουν και επιλέξουν να συμμορφωθούν με τους κανόνες της ΕΕ (όπως εντέλει έκαναν πέρσι), είτε θα χρειαστεί να εγκαταλείψουν τα σχέδιά τους, είτε να βρουν τρόπο να βουλώσουν τρύπες δεκάδων δισ. στα δημόσια οικονομικά. Είτε το ένα είτε το άλλο, θα δημιουργήσει προβλήματα.

 

Η Επιτροπή θεωρεί ήδη ότι η Ιταλία θα έχει έλλειμμα 3,5% του ΑΕΠ στον Προϋπολογισμό της για το 2020 – σε αντίθεση με την πρόβλεψη της κυβέρνησης, που κάνει λόγο για 2,1%. Η διαφορά προκύπτει από το αν θα τεθεί σε εφαρμογή μια –ήδη νομοθετημένη– αύξηση του ΦΠΑ. Η Επιτροπή σημειώνει ότι παρόμοια σωστικά μέτρα, που κατ’ επανάληψιν έχουν νομοθετηθεί στο παρελθόν, συνήθως ανακαλούνται. Πάντως, έχοντας συνείδηση του πόσο αντιδημοφιλές είναι το μέτρο, οι Σαλβίνι και Ντι Μάιο έχουν ήδη υποσχεθεί να αποφύγουν την αύξηση. Αυτό θα σήμαινε ανάγκη εξεύρεσης άλλων 23 δισ. ευρώ – που ουδείς γνωρίζει από πού θα προέλθουν. Ο Τζ. Ντι Μάιο έχει πάντως αποκλείσει οποιαδήποτε περικοπή κοινωνικών δαπανών. Και ο Μ. Σαλβίνι, πέρα από το μεγάλο δημοσιονομικό έλλειμμα, θέλει πρόσθετες μειώσεις φόρων για να πετύχει τον στόχο του 15% flat-tax για εταιρείες και φυσικά πρόσωπα.

 

Οι εκκλήσεις Σαλβίνι για μεγαλύτερη δημοσιονομική ευελιξία δεν είναι παράλογες. Το αντίθετο μάλιστα: πολλοί οικονομολόγοι θεωρούν ότι οι κανόνες της ΕΕ είναι υπερβολικά άκαμπτοι. Το πρόβλημα είναι ότι οι θέσεις Σαλβίνι έχουν φέρει απέναντί του την Επιτροπή και τα βόρεια κράτη-μέλη, που δεν δέχονται να φέρουν την ευθύνη για τις σπατάλες των άλλων. Αποτέλεσμα: δεν πρόκειται να του δοθεί εύκολα χώρος από τους Ευρωπαίους ηγέτες. […] Αλλά και η από μέρους του φιλική συμπεριφορά προς τον Βλαντιμίρ Πούτιν δεν θα του βελτιώσει τη θέση στην Ευρώπη. Έχει φωτογραφηθεί με μπλουζάκι Πούτιν, είναι συχνός επισκέπτης της Μόσχας και επέτρεψε στην Περιφέρεια του Βένετο, που διοικείται από τη Λέγκα του Βορρά, να αναγνωρίσει την προσάρτηση της Ουκρανίας από τη Ρωσία. Αυτό έχει εξοργίσει τους Ανατολικοευρωπαίους, οι οποίοι αλλιώς θα ήταν σύμμαχοί του.

 

Οι επόμενοι λίγοι μήνες θα δείξουν αν η κυβέρνηση συνασπισμού της Ιταλίας λογαριάζει σοβαρά την αξιοπιστία της προς τους επενδυτές. Οι χρηματοπιστωτικές αγορές ήταν σχετικά ήρεμες μέχρι τώρα, φέτος, με τους επενδυτές να προβλέπουν σύμπνοια και όχι αντιπαράθεση με τις Βρυξέλλες. Όμως τα spreads μπορεί εύκολα να αλλάξουν άμα η κυβέρνηση δεν συγκρατήσει τα σχέδια Προϋπολογισμού της. Αλλά και το τραπεζικό σύστημα είναι ευαίσθητο: τα κρατικά ομόλογα καλύπτουν πάνω από το 1/10 των στοιχειών ενεργητικού των ιταλικών τραπεζών, δηλαδή πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Μέρος αυτού του χαρτοφυλακίου θα κινδύνευε να επανατιμολογηθεί, αν υποχωρήσουν τα ομόλογα της Ιταλίας, πράγμα που θα μείωνε την ικανότητα των ιταλικών τραπεζών να απορροφούν ζημίες. […]

 

Η πείρα του παρελθόντος (του 1992 και του 2011) δείχνει ότι οι κυβερνήσεις υποχωρούν όταν πιέζονται από τις αγορές. Μέχρι στιγμής, η κυβέρνηση συνασπισμού της Ιταλίας δεν έδειξε διαφορετική συμπεριφορά. Όμως ο Ματέο Σαλβίνι μπορεί να επιλέξει άλλη στάση. Μπορεί να επιμείνει στις θέσεις του, ή μπορεί να υποχωρήσει. Μπορεί να προκαλέσει πρόωρες εκλογές, ή μπορεί να τις αποφύγει. Το πρόβλημα για την Ευρώπη είναι ότι κανείς δεν γνωρίζει τι θα κάνει στη συνέχεια αυτός ο μετεωρίτης που διέσχισε τους ουρανούς της Ιταλίας όλα αυτά τα χρόνια.

 

 

 

 

© The Economist. Μεταφράστηκε και δημοσιεύθηκε από τις Εκδόσεις Κέρκυρα Α.Ε., έπειτα από ειδική άδεια. Το πρωτότυπο αγγλικό κείμενο βρίσκεται στο www.economist.com

Αφήστε ένα σχόλιο