Ανάπτυξη απίστευτα μακράς διαρκείας

Δημοσιεύτηκε από economia 07/08/2019 0 Σχόλια The Economist,

Πόσο καιρό μπορεί να αντέξει η τρέχουσα παγκόσμια οικονομική ανάπτυξη;

 

Οι παγκόσμιοι επιχειρηματικοί κύκλοι διευρύνονται, αλλά δεν καταργούνται

 

 

του Economist, τ. 13/7-20/7/2019

 

Όταν εξετάζουμε την παγκόσμια οικονομία, είναι δύσκολο να αντλήσουμε κάποιο σημαντικό σημάδι αισιοδοξίας. Την ίδια στιγμή που ο εμπορικός πόλεμος μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας μένει ανεπίλυτος, οι δείκτες που εκφράζουν την εμπιστοσύνη στις επιχειρήσεις στην Αμερική και αλλού πέφτουν με ραγδαίους ρυθμούς (βλ. διάγραμμα). Οι έρευνες υποδεικνύουν ότι, καθώς η ανάπτυξη του εμπορίου επιβραδύνεται, η παγκόσμια παραγωγή προϊόντων συρρικνώνεται για πρώτη φορά εδώ και πάνω από τρία χρόνια. Οι υπηρεσίες έχουν αρχίσει κι αυτές να ακολουθούν την πτωτική τάση της παραγωγής προϊόντων, αφού η εσωτερική ζήτηση παραπαίει, ακόμη και σε οικονομίες με ισχυρή αγορά εργασίας, όπως αυτή της Γερμανίας.

 

Οι αποδόσεις των ομολόγων μακροπρόθεσμης διάρκειας καταρρέουν. Στην αρχή της χρονιάς βρίσκονταν περίπου στο 2,7%, ενώ στις 2 Ιουλίου το δεκαετές κρατικό ομόλογο της Αμερικής έπεσε κάτω από το 2% για πρώτη φορά κατά τη διάρκεια της προεδρίας του Τραμπ. Στις αρχές Ιουλίου οι αποδόσεις του 10ετούς γερμανικού ομολόγου έπεσαν κάτω από το -0,4%. Τα χαμηλά μακροπρόθεσμα επιτόκια δείχνουν ότι οι επενδυτές προσδοκούν ότι οι κεντρικές τράπεζες θα κρατήσουν τα βραχυπρόθεσμα επιτόκια σε χαμηλά επίπεδα για μεγάλο χρονικό διάστημα. Παρόλ’ αυτά, οι διαφορές απόδοσης μεταξύ των κανονικών ομολόγων και αυτών με ρήτρα τιμαρίθμου υποδεικνύουν ότι δεν θα καταφέρουν να εκπληρώσουν τους στόχους του προϋπολογισμού που πρέπει να εκπληρώσουν – πιθανότατα, επειδή η ανάπτυξη των διαφόρων οικονομιών θα είναι πολύ ασθενική προκειμένου να δημιουργήσει ισχυρές ανοδικές πιέσεις σε μισθούς και τιμές (βλ. διάγραμμα).

 

 

Εκτός όλων αυτών, υπάρχει και το απλό γεγονός ότι η σημερινή οικονομική ανάπτυξη έχει για πρώτη φορά τόσο μεγάλη διάρκεια. Εάν, όπως είναι σχεδόν βέβαιο, η αμερικανική οικονομία αποδειχτεί ότι σημείωσε ανάπτυξη κατά το δεύτερο τρίμηνο του 2019, τότε θα έχει σημειώσει το ίδιο ρεκόρ που σημείωσε και τη δεκαετία του 1990 για τη μεγαλύτερη χρονική περίοδο κατά την οποία αυξανόταν αδιάκοπα το ΑΕΠ. Η Ευρώπη έχει τη χαρά να έχει σημειώσει αύξηση του ΑΕΠ για 24 συνεχόμενα τρίμηνα. Αυτή η συνεχής ανάπτυξη για χρόνια έκανε πολλούς ανθρώπους να πιστεύουν με βεβαιότητα ότι σύντομα θα λάβει τέλος. Αυτό όμως δεν συνέβη.

 

Εάν υπάρχει κάτι που οι οικονομολόγοι έμαθαν καλά από τη χρηματοπιστωτική κρίση της περιόδου 2007-09, αυτό είναι ότι πρέπει να αποφεύγουν τους πανηγυρισμούς για τις μακρές περιόδους ανάπτυξης. Τα καλά χρόνια πριν από αυτό το κραχ, η ζοφερή αυτή επιστήμη είχε γίνει ξαφνικά πολύ χαρούμενη κι έκανε λόγο για μια «Μεγάλη Επιμήκυνση», η οποία είχε τιθασεύσει την έξαρση και την κατάρρευση του επιχειρηματικού κύκλου. Κατά πολλούς, η υπέρτατη ύβρις σημειώθηκε το 2003, όταν ο Ρόμπερτ Λούκας καυχήθηκε κατά τη διάρκεια του προεδρικού του λόγου στο American Economic Association, ότι «το βασικό πρόβλημα για την πρόληψη της ύφεσης έχει επιλυθεί». Όταν το δεύτερο μισό της δεκαετίας η παγκόσμια οικονομία πέρασε τη χειρότερη ύφεση που πέρασε ποτέ από τη δεκαετία του 1930 και μετά, το να λέει κανείς ότι ήταν απλώς μια μεγάλη ύφεση αλλά ότι το πραγματικό κραχ είχε αποτραπεί έμοιαζε κάπως ασήμαντο.

 

Η διάρκεια όμως της σημερινής ανάπτυξης της οικονομίας δείχνει ότι ο Ρ. Λούκας, καθώς και οι συνάδελφοι προς τους οποίους μίλησε αλλά και εξέφραζε τότε, είχαν κάποιο δίκιο. Η σύγχρονη οικονομική επιστήμη υποστηρίζει ότι οι επιχειρηματικοί κύκλοι δημιουργούνται όταν οι αλλαγές στη συνολική δαπάνη υπερβαίνουν τη δυνατότητα των μισθών και των τιμών να ανταποκριθούν σε αυτές. Μια ύφεση συμβαίνει όταν οι εταιρείες, αντιμέτωπες με χαμηλότερη δαπάνη, πουλάνε λιγότερο και απολύουν εργαζομένους, προκαλώντας ακόμη μεγαλύτερη μείωση της δαπάνης, ενώ αυτό που θα έπρεπε να κάνουν είναι να προσαρμόσουν έτσι τις τιμές και τους μισθούς ώστε προσφορά και ζήτηση να ισορροπήσουν.

 

Η Μεγάλη Επιμήκυνση σημαδεύτηκε από αλλαγές στην οικονομία που έκαναν τη δαπάνη πιο σταθερή, αλλά και από ισχυρότερη θέληση των κεντρικών τραπεζών να αυξήσουν την ώρα που έπρεπε τη ζήτηση, όταν φαινόταν να υπάρχει κίνδυνος. Μια χρηματοπιστωτική κρίση θα μπορούσε και σε αυτή την περίπτωση να αναχαιτίσει την ανάπτυξη· η κρίση που υπονόμευσε εκείνη του 2000 ήταν μοναδική στο είδος της. Μακροπρόθεσμα όμως, η οικονομική ανάπτυξη στην Αμερική επιμηκύνεται ολοένα και περισσότερο (βλ. διάγραμμα).

 

 

Επομένως, η αξιοσημείωτη διάρκεια αυτής της ανάπτυξης δεν σημαίνει ότι θα πεθάνει από γηρατειά. Σημαίνει απλώς ότι τίποτα από όσα οδηγούν συνήθως την οικονομική ανάπτυξη στο τέλος της (κατάρρευση της βιομηχανίας ή μείωση των επενδύσεων, λάθη κεντρικών τραπεζών και χρηματοπιστωτικές κρίσεις) δεν έχει κάνει ακόμη την εμφάνισή του με το δρεπάνι στο χέρι. Πώς κι έτσι; Και, τελικά, όλα αυτά θα εμφανιστούν απλώς καθυστερημένα, ή μήπως έχει γίνει εντελώς απίθανο να συμβούν;
 
Ας δούμε αρχικά την πτώση στην παραγωγή. Κατά το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, αυτοί που προέβλεπαν με σοβαρότητα τις υφέσεις έμαθαν ότι πρέπει να δίνουν μεγάλη σημασία στα αποθέματα του μεταποιητικού τομέα· προτού γίνει πρόεδρος της FED, ο Άλαν Γκρίνσπαν είχε ειδικευθεί στο να προβλέπει τα πάνω και τα κάτω τους. Αυτές οι διακυμάνσεις ήταν σημαντικές γιατί, την εποχή που οι επιχειρήσεις σχεδίαζαν την παραγωγή τους μήνες πριν, ακόμη και μια μέτρια πτώση της ζήτησης έκανε συχνά τους παραγωγούς να σταματήσουν απότομα την παραγωγή και να μειώσουν τα αποθέματά τους, βαθαίνοντας έτσι την ύφεση.
 
Ο παράγοντας αυτός σήμερα πραγματικά μοιάζει λιγότερο σημαντικός. Η καλύτερη διαχείριση της εφοδιαστικής αλυσίδας έχει μειώσει και το μέγεθος και τη σημασία των αποθεμάτων. Επίσης, η παραγωγή μειώνεται τόσο ως μερίδιο των οικονομιών των πλούσιων χωρών αλλά και της παγκόσμιας οικονομίας συνολικά. Όπως δείχνει η παρούσα κατάσταση, αυτό διευκολύνει το υπόλοιπο κομμάτι μιας οικονομίας να συνεχίσει την πορεία της όταν τα εργοστάσια επιβραδύνουν τη λειτουργία τους. Μπορεί η παραγωγή να έχει πανικοβληθεί μπροστά στο ενδεχόμενο ενός εμπορικού πολέμου, οι επιχειρήσεις όμως που προσφέρουν υπηρεσίες βαστούν γερά, μέχρι στιγμής τουλάχιστον· μαζί μ’ αυτές, και το σύνολο της οικονομίας. Το ίδιο μοτίβο είδαμε και το 2015, όταν η επιβράδυνση της κινεζικής οικονομίας είχε οδηγήσει σε πτώση της παραγωγής. 
 
Ένα μέρος της στροφής αυτής από την παραγωγή στις υπηρεσίες μπορεί να είναι ψεύτικο. Οι υπηρεσίες έχουν αντικαταστήσει τα αγαθά σε τμήματα της εφοδιαστικής αλυσίδας όπου ο εξοπλισμός, αντί να αγοράζεται, παρέχεται κατά παραγγελία. Παράλληλα, κάποιες επιχειρήσεις που παράγουν προϊόντα επικεντρώνονται όλο και περισσότερο στον σχεδιασμό, τη δημιουργία λογισμικού και το μάρκετινγκ, ενώ η παραγωγή των προϊόντων τους δίνεται σε εξωτερικούς συνεργάτες. Τέτοιου είδους επιχειρήσεις ενδέχεται να μην παίζουν τον ίδιο ρόλο στον επιχειρηματικό κύκλο με τους μεταλλωρύχους.
 
Αυτό το ανακάτεμα παραγωγής προϊόντων και υπηρεσιών συνοδεύτηκε από αλλαγές στη φύση της επένδυσης. Στις ΗΠΑ, η ιδιωτική μη οικιστική επένδυση, που αποτελεί το 14% περίπου του ΑΕΠ, συνάδει με τον μέσο όρο των επενδύσεων μακροπρόθεσμα. Παρόλ’ αυτά, τα χρήματα που δίνονται για υποδομές και εξοπλισμό είναι λιγότερα, ενώ είναι περισσότερα αυτά που δίνονται για προϊόντα πνευματικής ιδιοκτησίας. Στις ΗΠΑ τα προϊόντα αυτά αποτελούν το ένα τρίτο περίπου της μη οικιστικής επένδυσης, τη στιγμή που τη δεκαετία του 1980 αποτελούσαν το ένα πέμπτο (βλέπε διάγραμμα)· το 2019, οι επενδύσεις του ιδιωτικού τομέα σε προϊόντα πνευματικής ιδιοκτησίας μπορεί και να ξεπεράσουν το 1 τρισ. δολάρια. Στην Ιαπωνία αποτελούν σχεδόν το ένα τέταρτο των επενδύσεων, παρατηρείται δηλαδή αύξηση σε σχέση με το ένα όγδοο των μέσων της δεκαετίας του 1990. Στην ΕΕ, το αντίστοιχο ποσοστό έχει αυξηθεί από το ένα έβδομο στο ένα πέμπτο.  

 

Πρόσφατα, η τάση αυτή ενισχύθηκε από μία άλλη: οι επενδύσεις, ως σύνολο, κυριαρχούνται όλο και περισσότερο από μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες, οι οποίες ξοδεύουν μεγάλα ποσά τόσο σε έρευνα όσο και σε υλικές υποδομές. Το προηγούμενο έτος, οι τεχνολογικές εταιρείες της Αμερικής που βρίσκονται στον S&P 500 έκαναν επενδύσεις αξίας 318 δισ. δολαρίων, συμπεριλαμβανομένων των επενδύσεων για έρευνα και ανάπτυξη. Το ποσό αυτό είναι χοντρικά το ένα τρίτο των επενδύσεων που έκαναν όλες μαζί οι εταιρείες του δείκτη. Μόνο δέκα από αυτές έκαναν επενδύσεις 220 δισ. περίπου· πριν από πέντε χρόνια, το αντίστοιχο νούμερο ήταν το μισό. Πολλές από αυτές είναι επενδύσεις σε υποδομές για υπηρεσίες υπολογιστικού νέφους, οι οποίες έχουν εκτοπίσει τις επενδύσεις άλλων εταιρειών για in-house υπολογιστικές εργασίες.
 
Σε γενικές γραμμές, ο ρυθμός των επενδύσεων σε προϊόντα πνευματικής ιδιοκτησίας τείνει να είναι πιο σταθερός σε σχέση με τον ρυθμό των επενδύσεων σε εγκαταστάσεις και ιδιοκτησία. Όταν οι χαμηλές τιμές του πετρελαίου ώθησαν τους Αμερικανούς παραγωγούς σχιστολιθικού πετρελαίου να μαζευτούν την περίοδο 2015-2016, οι επιχειρηματικές επενδύσεις έπεσαν κατά 10%, κάτι που στο παρελθόν θα είχε κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου για επικείμενη ύφεση. Αντίθετα, οι επενδύσεις στην πνευματική ιδιοκτησία συνεχίστηκαν απρόσκοπτα· μολονότι δε υπήρξε επιβράδυνση της αύξησης του ΑΕΠ, οι επενδύσεις δεν σταμάτησαν. Ο Φίλιπ Κάρλσον-Σλέζακ, της ερευνητικής εταιρείας Bernstein, υπογραμμίζει το γεγονός αυτό ως απόδειξη του ότι οι υλικές επενδύσεις δεν είναι οικονομικά τόσο σημαντικές όσο ήταν στο παρελθόν. 

 

Η επιμονή της μνήμης

Είτε αυτό ισχύει είτε όχι, θα ήταν λάθος να θεωρήσουμε ότι η επένδυση στην πνευματική ιδιοκτησία μπορεί να βασιστεί στην τύχη. Όταν η εκρηκτική αύξηση των ηλεκτρονικών επιχειρήσεων στα τέλη της δεκαετίας του 1990 έφτασε στο τέλος της, η επένδυση στην πνευματική ιδιοκτησία ήταν από τις πρώτες που σημείωσαν πτώση· τελικά μειώθηκε περίπου όσο και οι επενδύσεις στην οικοδομή και τον εξοπλισμό. Έτσι που οι τεχνολογικές εταιρείες κυριαρχούν όλο και περισσότερο στις επενδύσεις, καλό θα ήταν να ανησυχήσουμε για το τι θα μπορούσε να οδηγήσει σήμερα σε μια νέα πτώση τους. Ενδεχομένως, μια κρίση στην ψηφιακή διαφημιστική αγορά, στην οποία στηρίζονται σε μεγάλο βαθμό μερικές από τις μεγαλύτερες τεχνολογικές επιχειρήσεις. Κατά το παρελθόν, η διαφήμιση ήταν στενά συνδεδεμένη με τον επιχειρηματικό κύκλο. 
 
Θα ήταν επίσης λάθος να θεωρήσουμε ότι ο κόσμος άντεξε την οικονομική κατάρρευση στα πρώτα της στάδια, το 2015-2016, χάρη σε αλλαγές που έγιναν στο επενδυτικό τοπίο. Τα αποτελέσματα των πολλαπλών κινήτρων που δόθηκαν στην Κίνα για τόνωση του χρηματοπιστωτικού της συστήματος και η αλλαγή τακτικής από πλευράς Fed ήταν επίσης σημαντικά. Η ταχύτατη δράση που ανέλαβε η Fed είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτική. Κατά τη διάρκεια περιόδων οικονομικής ανάπτυξης, οι κεντρικές τράπεζες τείνουν εδώ και χρόνια να συνεχίζουν την αύξηση των επιτοκίων, ακόμη κι όταν τα μαντάτα είναι αρνητικά, μειώνοντάς τα μόνο όταν είναι πια πολύ αργά για να αποφευχθεί η ύφεση. Πριν από κάθε μία από τις τρεις τελευταίες αμερικανικές υφέσεις, η Fed συνέχιζε να αυξάνει τα επιτόκια, ακόμη κι όταν οι αγορές ομολόγων έδιναν μειωμένες τιμές. Το 2018, με την παγκόσμια οικονομία να καταρρέει, η ΕΚΤ ανέβασε τα επιτόκια λόγω αβάσιμων φόβων για πληθωρισμό. Το λάθος το επανέλαβε και κατά την ανάκαμψη του 2011, συμβάλλοντας έτσι  στη «διπλή ύφεση» της Ευρώπης. 
 
Από τότε όμως, δεν έγινε κάποιο άλλο τόσο μεγάλο λάθος σε επίπεδο νομισματικής πολιτικής στις πλούσιες χώρες. Αντιμέτωπη με τη σημερινή αδύναμη οικονομία, η ΕΚΤ έχει αναβάλει την αύξηση των επιτοκίων μέχρι τα μέσα του 2020 και παρέχει πιο φθηνή χρηματοδότηση στις τράπεζες. Πιθανότατα θα χαλαρώσει ξανά τη νομισματική της πολιτική προς το τέλος του έτους. Τον Μάρτιο η Fed ανέβαλε τις προβλεπόμενες αυξήσεις των επιτοκίων λόγω της αδύναμης οικονομίας. Οι αγορές είναι σίγουρες ότι θα τα μειώσει κατά την επόμενη συνεδρίασή της, στις 31 Ιουλίου· μπορεί μάλιστα να τα μειώσει κατά 0,5, το διπλάσιο δηλαδή σε σχέση με το σύνηθες 0,25.
 
Η χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής στην Αμερική επιτρέπει στις κεντρικές τράπεζες σε αναδυόμενες αγορές, πολλές από τις οποίες επίσης παραπαίουν λόγω της επιβράδυνσης του εμπορίου, να ακολουθήσουν το παράδειγμα της Fed. Αφού οι ΗΠΑ μειώνουν τα επιτόκια, δεν χρειάζεται να ανησυχούν ότι τα χαμηλότερα επιτόκια θα οδηγήσουν σε υποτίμηση των νομισμάτων τους ή ότι θα απειλήσουν την ικανότητά τους να εξυπηρετούν χρέη σε δολάρια. Οι Φιλιππίνες, η Μαλαισία και η Ινδία μείωσαν ήδη τα επιτόκια μέσα στο 2019. Κανονικά, καθώς η οικονομία εξακολουθεί να βρίσκεται σε φάση ανάπτυξης, οι κεντρικές τράπεζες πρέπει να βρουν τη χρυσή τομή ανάμεσα στη διατήρηση των επιτοκίων σε χαμηλά επίπεδα και στην αύξησή τους προκειμένου να συγκρατηθούν οι τιμές. Την τελευταία όμως δεκαετία αυτή η χρυσή τομή σπανίως αποτέλεσε αμφιλεγόμενη επιλογή, κι αυτό γιατί η πληθωριστική πίεση είχε παραδόξως μείνει σε χαμηλά επίπεδα. Αυτό ίσως να οφείλεται στο ότι οι αγορές εργασίας δεν είναι τόσο στενές όσο πιστεύουν οι περισσότεροι· μπορεί να οφείλεται στο ότι τα κέρδη έχουν μακρά πορεία να διανύσουν μέχρι να μειωθούν, προτού οι αυξανόμενοι μισθοί πιέσουν τις επιχειρήσεις να ανεβάσουν τις τιμές· μπορεί να οφείλεται στο ότι η παγκοσμιοποίηση και/ή η ψηφιοποίηση της οικονομίας συμπιέζουν τις τιμές κατά τρόπους που δεν μας είναι ακόμη γνωστοί.
 
Όποια κι αν είναι η αιτία, η μοναδική περίπτωση που ο πληθωρισμός πίεσε πραγματικά τα επιτόκια κι έπρεπε να ληφθούν σοβαρές αποφάσεις ήταν το 2018, τότε που η αμερικανική οικονομία είχε τονωθεί χάρη στις φορολογικές μειώσεις του Ντόναλντ Τραμπ. Ο εμπορικός πόλεμος όμως φούντωσε, η παγκόσμια οικονομία άρχισε να επιβραδύνεται και ο κίνδυνος πληθωρισμού για τον οποίο ανησυχούσε η Fed υποχώρησε. Στις ΗΠΑ, ο δομικός πληθωρισμός, ο οποίος εξαιρεί την ενέργεια και τις τιμές των τροφίμων, είναι μόλις 1,6%· στην Ευρωζώνη είναι 1,1%.
 
Μπορεί οι κεντρικές τράπεζες να μην ανησυχούν που επιτρέπουν στον πληθωρισμό να αυξάνεται όταν χαλαρώνουν την πολιτική τους, είναι όμως εμφανώς ανήσυχες για το τι θα μπορούσε να συμβεί εάν δεν το έκαναν. Η  πρόληψη είναι ούτως ή άλλως καλύτερη από τη θεραπεία, όμως οι κεντρικές τράπεζες των πλούσιων χωρών ίσως να έχουν πολύ μικρές δυνατότητες πρόληψης. Η Fed είναι η μόνη που θα μπορούσε να αντιδράσει σε μια ύφεση με σημαντικές μειώσεις στα βραχυπρόθεσμα επιτόκια χωρίς αυτά να περάσουν στην αβέβαιη και αμφισβητούμενη περιοχή των αρνητικών επιτοκίων. Το πόσο μεγάλη είναι η ζημιά που προκαλούν τα αρνητικά επιτόκια στις τράπεζες είναι ένα ερώτημα που εξετάζεται όλο και περισσότερο σε Ευρώπη και Ιαπωνία. 
 
Εν όψει ενός μεγάλου οικονομικού σοκ, η Fed και άλλες κεντρικές τράπεζες θα μπορούσαν να ξαναρχίσουν την ποσοτική χαλάρωση, δηλαδή την αγορά ομολόγων με νεοεκδοθέν χρήμα. Η ποσοτική χαλάρωση όμως υποτίθεται ότι λειτουργεί μέσω της μείωσης πιο μακροπρόθεσμων επιτοκίων. Αφού αυτά είναι ήδη χαμηλά, η ποσοτική χαλάρωση ενδεχομένως να μην είναι τόσο αποτελεσματική. Υπάρχει επίσης ένα όριο στον βαθμό που μπορεί να πραγματοποιηθεί. Στην Ευρώπη, η ΕΚΤ υπόκειται σε ένα νομικό όριο ως προς το μερίδιο οποιωνδήποτε κρατικών ομολόγων που μπορεί να αγοράσει. Το όριο αυτό το έχει θέσει στο 33%. Στην περίπτωση της Γερμανίας, είναι στο 29%. Εάν η ΕΚΤ άρχιζε ξανά την ποσοτική χαλάρωση (όπως πολλοί θεωρούν ότι θα κάνει), θα έπρεπε να αυξηθεί αυτό το όριο· παρόλ’ αυτά, δεν μπορεί να αυξηθεί πάνω από το 50%, γιατί αυτό θα έφερνε την ΕΚΤ στην άβολη θέση να έχει ψήφο πλειοψηφίας σε μια μελλοντική αναδιάρθρωση δημοσίου χρέους. 
 
Η έλλειψη μιας απόστασης ασφαλείας καθιστά ιδιαίτερα σημαντική την επίδειξη ορθής κρίσης εκ μέρους των κεντρικών τραπεζών· ένα λάθος απροσεξίας, όπως αυτό που έκανε η ΕΚΤ το 2011, θα μπορούσε να έχει τρομερές συνέπειες. Δυστυχώς, οι καλύτεροι επαγγελματίες του χώρου αλλάζουν διαρκώς. Η Κριστίν Λαγκάρντ, η οποία θα αναλάβει την ΕΚΤ μετά τον Μάριο Ντράγκι τον Νοέμβριο, δεν έχει εμπειρία στη χάραξη νομισματικής πολιτικής. Ακόμη δεν ξέρουμε ποιος θα αναλάβει στη θέση του Μαρκ Κάρνεϊ, ο οποίος θα φύγει από την Τράπεζα της Αγγλίας τον Ιανουάριο. Οι περισσότεροι από αυτούς που πρότεινε ο Ντ. Τραμπ για το συμβούλιο της Fed είναι άνθρωποι εκκεντρικοί, χωρίς τα κατάλληλα προσόντα. Έχοντας μάλιστα επικρίνει δριμύτατα τον Τζερόμ Πάουελ, τον επικεφαλής της Fed, για την αύξηση των επιτοκίων το 2018, ο Τραμπ θα μπορούσε πολύ εύκολα –σε περίπτωση που κερδίσει ξανά τις εκλογές του χρόνου– να τον αντικαταστήσει στη λήξη της θητείας του με κάποιον που έχει παρόμοιες ιδέες με τις δικές του. Ακόμη και ο λιγότερο παράδοξος υποψήφιος από αυτούς που έχει μέχρι στιγμής προτείνει ο Τραμπ για τη διοίκηση της Fed θα έβλαπτε σοβαρά την αξιοπιστία της. 

 

Όταν η εικόνα προδίδει 

Μετά τις υφέσεις και τις κεντρικές τράπεζες, ο τρίτος επικίνδυνος παράγοντας είναι αυτός που τόσο εμφατικά έκανε την εμφάνισή του πριν από μία δεκαετία: η χρηματοπιστωτική κρίση. Οι εμμονές και τα κραχ είναι όσο παλιά είναι και τα ίδια τα οικονομικά. Όμως, κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Εξομάλυνσης, ο χρηματοπιστωτικός τομέας έγινε πιο σημαντικός. Ο ενισχυμένος ρόλος ενός τομέα που είναι από τη φύση του ασταθής ίσως να εξισορρόπησε τη σταθερότητα που είχε δημιουργηθεί χάρη στη μετάβαση από τη μεταποίηση στις υπηρεσίες, σύμφωνα με έρευνα του Βάσκο Καρβάλχο, από το Πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ, και του Χαβιέ Γκαμπέ από τον Χάρβαρντ. Το μέγεθος του χρηματοπιστωτικού τομέα έπαιξε σίγουρα ρόλο στην επιδείνωση της κρίσης την περίοδο 2007-2009.
 
Στις ΗΠΑ, ο χρηματοπιστωτικός τομέας διατηρεί το ίδιο μερίδιο της οικονομίας που είχε και το 2007. Ευτυχώς, δεν υπάρχουν στοιχεία για μια κερδοσκοπική φούσκα, όπως αυτή στα ακίνητα τότε. Είναι αλήθεια ότι το χρέος των επιχειρήσεων που δεν ανήκουν στον χρηματοπιστωτικό κλάδο βρίσκεται σε ύψη-ρεκόρ (74% του ΑΕΠ) και ότι μέρος αυτού του χρέους έχει περικοπεί και έχει «επανασυσκευαστεί» με τη μορφή τίτλων που εκκαθαρίζονται σε κάποια περίεργα μέρη, όπως τους ισολογισμούς των ιαπωνικών τραπεζών για παράδειγμα. Τα περιουσιακά στοιχεία, όμως, που συνδέονται με αυτό το χρέος δεν είναι τόσο παράνομα όσο εκείνα πριν από μιάμιση δεκαετία. Σε μεγάλο βαθμό, η έκρηξη αυτή αντανακλά απλώς την ύπαρξη εταιρειών που εκμεταλλεύονται τη μακρά περίοδο των χαμηλών επιτοκίων για να ωφελήσουν τους μετόχους τους. Από το 2012 και μετά, οι μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις έχουν χρησιμοποιήσει έναν συνδυασμό επαναγοράς μετοχών και εξαγορών προκειμένου να αντλήσουν περίπου το ίδιο ποσό ιδίων κεφαλαίων με αυτό που έχουν δημιουργήσει με νέο χρέος. 
 
Τα χαμηλά επιτόκια εξηγούν επίσης τις υψηλές τιμές των περιουσιακών στοιχείων που επικρατούν σήμερα. Οι τιμές των περιουσιακών στοιχείων αντανακλούν την αξία των μελλοντικών εισοδημάτων. Σε έναν κόσμο χαμηλών επιτοκίων, αυτά μοιάζουν υψηλότερα σε σχέση με αυτά που θα υπήρχαν σε έναν κόσμο υψηλών επιτοκίων. Μπορεί να φαίνεται ανησυχητικό το γεγονός ότι ο κυκλικά προσαρμοσμένος λόγος τιμής/κερδών της Αμερικής είναι πάνω από 30 καθ’ όλη τη διάρκεια περίπου των δύο τελευταίων ετών, ένα επίπεδο που για τελευταία φορά παραβιάστηκε την περίοδο της φούσκας των εταιρειών του διαδικτύου. Το μελλοντικό όμως εισόδημα όμως που αντιπροσωπεύουν αυτές οι μετοχές πρέπει, κατ’ αρχήν, να είναι μεγαλύτερο σήμερα σε σχέση με τότε. Τα υψηλότερα επιτόκια θα ανέτρεπαν αυτή τη συλλογιστική. Υψηλότερα επιτόκια, βέβαια, ούτως ή άλλως δεν υπάρχουν.  
 
Η εμφανής έλλειψη κερδοσκοπικής δράσης είναι ένα πρόβλημα για τους οικονομολόγους. Ακόμη κι όσοι έχουν πολύ διαφορετικές απόψεις για τον ρόλο των κεντρικών τραπεζών και των βασικών κινητήριων δυνάμεων της οικονομίας συμφωνούν παρόλ’ αυτά ότι, μακροπρόθεσμα, τα χαμηλά επιτόκια οδηγούν σε  χρηματοπιστωτική αστάθεια. Πού είναι λοιπόν αυτή, μετά από μια μεγάλη περίοδο χαμηλών επιτοκίων;
 
 
Μία απάντηση θα ήταν ότι ακολουθεί έναν κύκλο δικό της. Ανάλυση που διενήργησε η Τράπεζα Διεθνών Κανονισμών δείχνει ότι από τη δεκαετία του 1980 και μετά ο οικονομικός κύκλος, όπου η πιστωτική επέκταση πυροδοτεί μια ακόλουθη ύφεση, έχει διευρυνθεί κατά πλάτος, η διάρκειά του όμως έχει διατηρηθεί στα 15-20 χρόνια. Στο πλαίσιο αυτού του μοντέλου, οι ΗΠΑ δεν βρίσκεται ακόμη στη φάση της έξαρσης (βλ. διάγραμμα). Όπως επισημαίνουν οικονομολόγοι της Goldman Sachs, ο αμερικανικός ιδιωτικός τομέας, στον οποίο περιλαμβάνονται τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις, εξακολουθεί να εξοικονομεί πόρους, σε αντίθεση με τα τέλη της δεκαετίας του 1990 και του 2000. Ο λόγος δανεισμού των νοικοκυριών προς ΑΕΠ εξακολουθεί να μειώνεται. Αυτό που οι οικονομολόγοι έχουν συνδέσει πειστικότερα από οτιδήποτε άλλο με τις υφέσεις που προκαλούνται από τον χρηματοπιστωτικό τομέα είναι η αύξηση του χρέους των νοικοκυριών, ειδικά όταν συνοδεύεται από κατακόρυφη αύξηση της κατανάλωσης. Η Αμερική και η Ευρώπη βίωσαν εξάρσεις του χρέους των νοικοκυριών τη δεκαετία του 2000· δεν συμβαίνει όμως το ίδιο σήμερα για καμία από τις δύο. Η πιο μεγάλη αύξηση του χρέους των νοικοκυριών στο πλαίσιο του τωρινού οικονομικού κύκλου έχει λάβει χώρα στην Κίνα. 
 
Δύσκολα θα μπορούσε να χαρακτηρίσει κάποιος υγιή την πρωτόγνωρη αύξηση της παγκόσμιας οικονομίας· ο εμπορικός πόλεμος μπορεί να αποθάρρυνε τα «ζωώδη πνεύματα» σε βαθμό που δεν μπορεί να εξισορροπηθεί από τον υψηλό βαθμό κινήτρου που έχουν οι υπάλληλοι των κεντρικών τραπεζών. Παραμένει όμως πιθανό να κρατήσει για λίγο καιρό ακόμη. Όσο πιο πολύ κρατάει, τόσο περισσότερο θα δημιουργείται η εντύπωση ότι ο κόσμος έχει πράγματι αλλάξει προς την εξομάλυνση.

Αφήστε ένα σχόλιο