Θα μπορέσει το Σίτι να επιβιώσει από το Brexit;

Δημοσιεύτηκε από economia 27/08/2019 0 Σχόλια The Economist,

Οικονομική Επιθεώρηση, Aύγουστος 2019, τ. 985

BREXIT από τον Τhe Economist

 

 

 

 

Το μεγαλύτερο χρηματοπιστωτικό κέντρο της υφηλίου βρίσκεται μπροστά στη μεγαλύτερη δοκιμασία της ιστορίας του

 

 

 

Ο κόσμος διαθέτει σχετικά περιορισμένo αριθμό από εμπορικούς κόμβους. Στην τεχνολογία, κυριαρχεί η Σίλικον Βάλεϊ. Αν θέλετε ηλεκτρονικά, θα πάτε στο Σεντσέν της Κίνας. Για τα αγαθά πολυτελείας, στο Παρίσι, ενώ πρωτεύουσα των υπεργολαβιών είναι το Μπάνγκαλορ της Ινδίας. Ένα από τα ισχυρότερα κέντρα που υπάρχουν, πάντως, είναι και το Λονδίνο, που φιλοξενεί τον μεγαλύτερο διεθνή χρηματοπιστωτικό κόμβο της υφηλίου. Μέσα σε ένα τετραγωνικό μίλι, δίπλα στον Τάμεση, μια πολυεθνική μπορεί να πουλήσει μετοχές 5 δισ. δολαρίων μέσα σε 20 λεπτά, ενώ μια νεοφυής ευρωπαϊκή επιχείρηση μπορεί να συγκεντρώσει κεφάλαια εκκίνησης από Ασιάτες συνταξιούχους. Μπορείς εκεί να ασφαλίσεις ένα πλοίο εμπορευματοκιβωτίων, ή πάλι τις φωνητικές χορδές μιας τραγουδίστριας. Οι εταιρείες έχουν τη δυνατότητα να αντισταθμίσουν τον κίνδυνο να βρεθεί ένα εργοστάσιο στη μια άκρια του κόσμου αντιμέτωπο με τυφώνα ή με υποτίμηση νομίσματος, ή πάλι με την άνοδο της στάθμης των ωκεανών σε μία δεκαετία από τώρα.

 

Αυτή η μητρόπολη του χρήματος, που είναι γνωστή ως Σίτι, γεννά 120 δισ. λιρών εισοδήματα τον χρόνο – σχεδόν όσα η γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία. Έτσι που κατανέμει κεφάλαια και κινδύνους σε ευρύτατη κλίμακα, ασκεί παγκόσμια επιρροή. Τώρα όμως, με το ενδεχόμενο ενός Brexit χωρίς συμφωνία να φαίνεται πιθανότερο μετά την αλλαγή ηγεσίας στους Βρετανούς Συντηρητικούς, υπάρχει ο κίνδυνος να διαρραγούν οι χρηματοπιστωτικοί δεσμοί της Βρετανίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Αν οι Εργατικοί κερδίσουν τις επόμενες εκλογές υπό την ηγεσία Τζέρεμι Κόρμπιν, η Βρετανία θα καταλήξει με την πιο αριστερή κυβέρνησή της μετά το 1945 – μια κυβέρνηση βαθύτερα εχθρική προς το κεφάλαιο και τις αγορές. Είτε η μια είτε η άλλη έκβαση θα καταστήσει την ΕΕ φτωχότερη και θα τραυματίσει τη θέση του Λονδίνου. Συνδυαστικά οι δυο τους, θα μπορούσαν να μεταβάλουν τη λειτουργία του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος.

 

Η επιτυχία του Λονδίνου είναι ένα αξιοθαύμαστο φαινόμενο. Φιλοξενεί το 37% των πράξεων συναλλάγματος παγκοσμίως, καθώς και το 18% του διασυνοριακού δανεισμού. Αποτελεί κέντρο συναλλαγών επί παραγώγων, καθώς και κόμβο διαχείρισης στοιχείων ενεργητικού, ασφαλίσεων και επενδυτικής τραπεζικής. Οι σχέσεις του με την Ευρώπη είναι εξαιρετικά στενές. Το Σίτι γεννά το ένα τέταρτο των εσόδων του από την ηπειρωτική Ευρώπη, ενώ η Ευρώπη λαμβάνει το ένα τέταρτο των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών της από το Σίτι – συνήθως δε πρόκειται για τις πιο προωθημένες υπηρεσίες. Οι γαλλικές ή οι ιταλικές επιχειρήσεις στο Λονδίνο πηγαίνουν για επαφές ή για να προωθήσουν μια εξαγορά. Όταν η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αγοράζει ομόλογα στο πλαίσιο της νομισματικής πολιτικής της, οι προσερχόμενοι πωλητές είναι συχνά διαχειριστές κεφαλαίων και τράπεζες με έδρα στο Λονδίνο. Σχεδόν το 90% από τα ευρωπαϊκά swaps επιτοκίων εκκαθαρίζονται μέσω του Σίτι.

 

Η ιστορία του Σίτι ειναι μακρά, αλλά ταραγμένη. Το 1873, ο διευθυντής του Economist Ουόλτερ Μπάγκεχοτ μιλούσε για «φυσική προπόρευσή» του: όμως μπροστά στο Σίτι βρίσκονταν δεκαετίες παρακμής. Ανάκαμψή του σημειώθηκε τη δεκαετία του ‘60, οπότε απογειώθηκε η αγορά για τον εξωχώριο δανεισμό σε δολάρια. Νέα ώθηση καταγράφηκε με την άρση των ρυθμιστικών περιορισμών/Big Bang στο Χρηματιστήριο το 1986, καθώς και μετά το 2000, οπότε το Λονδίνο έγινε κέντρο συναλλαγών για το ευρώ και για τις αναδυόμενες αγορές. Ακόμη και η χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 δεν έκανε ιδιαίτερη ζημιά στο διεθνές κύρος του Σίτι. Σήμερα, η μαγική του συνταγή έχει πολλές συνιστώσες: ανοιχτή στάση προς τους ανθρώπους και τα κεφάλαια, βολική ζώνη ώρας, εγγύτητα προς τις απολήξεις υποβρυχίων καλωδίων επικοινωνίας και λαμπρά σχολεία. Κυρίως όμως το Σίτυ στηρίζεται σε σταθερό πολιτικό σύστημα και αντίστοιχα σταθερό ρυθμιστικό περιβάλλον, σε στενές σχέσεις με τις ΗΠΑ και ανεμπόδιστες με την Ευρώπη. Οπότε, το Brexit και το φάσμα Κόρμπιν απειλούν τη συνταγή αυτή με τρεις τρόπους.

 

Ο πρώτος είναι η απειλή διάσπασης του νομικού πλαισίου, καθώς η ΕΕ θα ακυρώσει τα «διαβατήρια» που επιτρέπουν στις επιχειρήσεις που έχουν έδρα στο Σίτι να λειτουργούν σε όλη την ηπειρωτική Ευρώπη. Μπορεί να υπάρξει μετακίνηση δραστηριοτήτων λόγω αυτής της αβεβαιότητας.

 

Ο δεύτερος είναι η υιοθέτηση από τους υπολοίπους 27 της ΕΕ μιας κλαδικής πολιτικής που θα χρησιμοποιήσει ρυθμιστικούς κανόνες, ώστε να υποχρεωθούν οι χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις να μετακινηθούν στην Ευρωζώνη. Καθώς το Άμστερνταμ, η Φρανκφούρτη και το Παρίσι παλεύουν για να προσελκύσουν εργασίες, αυτή η διαμάχη αρχίζει να εντείνεται άσχημα.

 

Ο τρίτος τρόπος ανάγεται στα εσωτερικά της Βρετανίας – αν δηλαδή μια κυβέρνηση Κόρμπιν πάει τη χώρα πίσω κατά δεκαετίες, με εθνικοποιήσεις επιχειρήσεων σε χαμηλές τιμές, με επιβολή φόρου επί των τραπεζικών συναλλαγών, με σκληρή γραμμή στα θέματα εξαγορών και συγχωνεύσεων, ενδεχομένως δε και με capital controls. Αν μάλιστα μια κυβέρνηση Εργατικών κινηθεί επιθετικά προς τα ιδιωτικά σχολεία και τη δεύτερη κατοικία, τότε η πελώρια λίμνη κεφαλαίων του Σίτι κινδυνεύει να στερέψει πολύ γρήγορα.

 

Με δεδομένα τα ποσά που διακυβεύονται –το Λονδίνο φιλοξενεί στοιχεία ενεργητικού τραπεζών και αξιόγραφα αξίας 20 τρισεκατομμυρίων δολαρίων– θα μπορούσε κανείς να περιμένει μια μεγάλη διαπραγμάτευση ανάμεσα στην ΕΕ και το χρηματοπιστωτικό της κέντρο. Όμως οι πιθανότητες φαίνονται περιορισμένες για κάτι τέτοιο. Η ίδια η Βρετανία σκότωσε το ενδεχόμενο να παραμείνει στην ενιαία αγορά. Μια ειδική συμφωνία για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες δεν βρίσκεται στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, καθώς η ΕΕ αρνείται σταθερά να παραχωρήσει ειδική μεταχείριση σε μια χώρα που αποχωρεί. Θα ήταν σαν η Νέα Υόρκη και η Ουόλ Στριτ να έπαιρναν διαζύγιο από τις ΗΠΑ χωρίς κανενός είδους συμφωνία. Χάρη στις προσωρινές άδειες, δεν υπάρχει κίνδυνος για χρηματοπιστωτική κρίση την ημέρα που θα ολοκληρωθεί το Brexit. Πλην όμως, αυτού του είδους οι διαρρυθμίσεις δεν θα ‘χουν μεγάλη διάρκεια – για παράδειγμα, η συμφωνία που καλύπτει τα παράγωγα λήγει το 2020.

 

Πίσω όμως από αυτή την κατάσταση βρίσκεται μια βαθύτερη διαφωνία. Το Σίτι θα μπορούσε να διατηρήσει ελεύθερη πρόσβαση στην ΕΕ, άμα συμφωνούσε να ρυθμίζεται από αυτήν. Όμως η Βρετανία, ευλόγως, φοβάται να εκχωρήσει τον έλεγχο του μεγαλύτερου οικονομικού της κλάδου στο ηπειρωτικό μπλοκ, ιδίως στο μέτρο που η υπόρρητη επιδίωξη της ΕΕ είναι να συρρικνωθεί το Λονδίνο. Μακροπρόθεσμα, η πιθανότερη διαρρύθμιση θα είναι η «ισοδυναμία», δηλαδή ένα καθεστώς με βάση το οποίο οι επιχειρήσεις θα λαμβάνουν αναγνώριση από την Ευρώπη. Το πρόβλημα είναι ότι –όπως ήδη ανακαλύπτει η Ελβετία– το καθεστώς αυτό θα μπορεί να αποσύρεται οποιαδήποτε στιγμή, πράγμα που θα δημιουργεί μια κατάσταση μόνιμης αβεβαιότητας. Αυτή η απειλή θα οδηγήσει σε μετακίνηση δραστηριοτήτων και ανθρώπων προς την Ευρωζώνη, καθώς οι αρχές της ΕΕ θα αποκτούν την πλήρη κυριαρχία επί των κεφαλαιαγορών της Ευρωζώνης.

 

Κάτι τέτοιο ακούγεται θετικό για την ΕΕ, μπορεί όμως να αποβεί πύρρεια νίκη. Το χρηματοπιστωτικό σύστημα της ηπειρωτικής Ευρώπης είναι πολυδιασπασμένο και κυριαρχείται από άνευρες τράπεζες. Οι νέες δραστηριότητες που θα μετακινηθούν θα απλωθούν σε διάφορες πόλεις, με αποτέλεσμα πρόσθετη πολυδιάσπαση. Το βαρύ χέρι των ευρωπαϊκών ρυθμιστικών αρχών μπορεί να κάνει την εκτός ΕΕ χρηματοπιστωτική δραστηριότητα να κρατήσει αποστάσεις. Τελικά, το πρόσθετο κόστος ενός χρηματοπιστωτικού συστήματος με χαμηλότερη αποτελεσματικότητα είναι πιθανόν να αποδειχθεί μεγαλύτερο από τα έσοδα που θα προκύψουν από τις δουλειές που θα μετακινηθούν από το Λονδίνο. Ο ετήσιος λογαριασμός για κάθε 0,1% πρόσθετου κόστους χρηματοδότησης των επιχειρήσεων της Ευρωζώνης θα φθάσει τα 32 δισ. ευρώ – δηλαδή 0,3% του ΑΕΠ της.

 

Και τι θα συμβεί με το Σίτι; Έχει μια ευκαιρία να γνωρίσει ευημερία. Οι δεσμοί του με τις ΗΠΑ παραμένουν στενοί. Θα χρειαστεί βέβαια να διατηρήσει στενή σχέση με την Ευρώπη, αυξάνοντας όμως συνάμα τις διεθνείς, εκτός ΕΕ, εργασίες από το σημερινό μερίδιο του 25-30%, καθώς και αναπτύσσοντας ισχυρή θέση στις εργασίες fintech και πράσινης χρηματοδότησης. Ο μεγαλύτερος όμως κίνδυνος που διατρέχει θα ήταν να χάσει τον πόλεμο των ιδεών στην ίδια του τη χώρα. Πολλοί Βρετανοί –και όχι μόνον ο Τζ. Κόρμπιν– αισθάνθηκαν τραυματισμένοι με τη διάσωση του Σίτι μετά την κρίση, και τούτο ανεξαρτήτως του ότι οι βρετανικές τράπεζες χρειάστηκε να τριπλασιάσουν την κεφαλαιακή τους βάση, οπότε δημιουργούν πλέον λιγότερους κινδύνους για τον φορολογούμενο.

 

Ακόμη και στη Μάργκαρετ Θάτσερ, η οποία τη δεκαετία του ‘80 είχε οδηγήσει τις διαδικασίες απορρύθμισης του Big Bang, δεν πολυάρεσαν οι υπεροπτικοί τραπεζίτες. Όμως, οι Βρετανοί δεν μπορεί να αγνοούν τις 65 δισ. λίρες (3% του ΑΕΠ) που πληρώνει σε φόρους το Σίτι, για νοσοκομεία και σχολεία της χώρας. Για μια χώρα που χάνει γρήγορα φίλους, η διατήρηση μιας παγκόσμιας, προωθημένης οικονομικής δραστηριότητας αποτελεί ευλογία, όχι κατάρα.

 

 

 

 

 

© The Economist. Μεταφράστηκε και δημοσιεύθηκε από τις Εκδόσεις Κέρκυρα Α.Ε., έπειτα από ειδική άδεια. Το πρωτότυπο αγγλικό κείμενο βρίσκεται στο www.economist.com

Αφήστε ένα σχόλιο