Ο κατώτερος εταίρος

Δημοσιεύτηκε από economia 30/08/2019 0 Σχόλια The Economist,

H υποστήριξη που προσφέρει ο Πούτιν στην Κίνα αποδυναμώνει τη Ρωσία

 

του Economist, τ. 27/7-3/8/2019

 

Το προεδρικό μέγαρο στη Δουσάμβη, την πρωτεύουσα της πρώην σοβιετικής δημοκρατίας του Τατζικιστάν, επιτελεί μεταξύ άλλων τον ρόλο ξενοδοχείου για τους αξιωματούχους που επισκέπτονται τη χώρα. Χαρακτηριστικά είναι τα φιμέ του τζάμια, το ιώδες νέον και το εξαίρετο κινέζικο εστιατόριο που διαθέτει. Αυτό το τελευταίο δεν προκαλεί καμία έκπληξη. Το σαφώς πολυτελές οικοδόμημα χτίστηκε και παρουσιάστηκε στο Υπουργείο Άμυνας του Τατζικιστάν από τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας.

 

Δεν είναι το μοναδικό τέτοιο δώρο. Το νέο και επιβλητικό προεδρικό μέγαρο και το κτήριο του Κοινουβουλίου που το συνοδεύει, το οποίο βρίσκεται υπό κατασκευή, είναι μια ευγενική δωρεά του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας. Ένας δυτικός διπλωμάτης θυμάται ότι το σύστημα φωνητικού ταχυδρομείου στο Υπουργείο Εξωτερικών, άλλο ένα τέτοιο δώρο, μιλούσε σε όσους καλούσαν στη μανδαρινική. Η Κίνα έχει φτιάξει σχολεία, έχει ασφαλτοστρώσει δρόμους, έχει ανοίξει τούνελ και έχει δανείσει στο Τατζικιστάν 1,3 δισεκατομμύρια δολάρια – το μισό περίπου του εξωτερικού της χρέους. Εξορύσσει τον χρυσό και το ασήμι της χώρας και θερμαίνει τα σπίτια της με μία μεγάλη μονάδα παραγωγής ηλεκτρικής και θερμικής ενέργειας από άνθρακα. Παρέχει στο Τατζικιστάν κλειστό κύκλωμα τηλεόρασης και κάμερες για την παρακολούθηση της κίνησης. Στα γυαλιστερά αυτοκίνητα της αστυνομίας της Δουσάμβης αναγράφεται «Με τη βοήθεια της Κίνας».

 

Το Τατζικιστάν είναι το φτωχότερο κράτος της Κεντρικής Ασίας. Δεν έχει τους φυσικούς πόρους του Καζακστάν, του Ουζμπεκιστάν και του Τουρκμενιστάν, ενώ αποδυναμώθηκε κι άλλο λόγω του εμφυλίου πολέμου. Αυτό κάνει τις δαπάνες εκ μέρους της Κίνας ξεχωριστές. Μπορεί όμως να το διαπιστώσει κανείς όλο αυτό και στους οικονομικά ισχυρότερους γείτονες της χώρας. Οι λόγοι αυτής της γενναιοδωρίας είναι ποικίλοι. Η Κίνα καταπιέζει και φυλακίζει κατά συρροή ανθρώπους μουσουλμανικών εθνικοτήτων, κυρίως Ουιγούρους, στην αυτόνομη επαρχία Σινγιάνγκ, η οποία συνορεύει με το Τατζικιστάν και το Καζακστάν. Η εξαγορά επιρροής σε γειτονικές, μουσουλμανικές ως επί το πλείστον χώρες είναι εύλογη. Επίσης, η Κεντρική Ασία είναι σήμερα πολύ σημαντική για τον νέο Δρόμο του Μεταξιού (Belt and Road Initiative) της Κίνας, όσο ήταν και στο παρελθόν. Κι έτσι η Κίνα προχώρησε με τα σχέδιά της. «Η Κίνα κάνει ό,τι έκανε στο παρελθόν η Σοβιετική Ένωση», λέει ένας πρώην αξιωματούχος του Τατζικιστάν.

 

Τι σημαίνει αυτό για τους διαδόχους της Σοβιετικής Ένωσης; Η Ρωσία εξακουθεί να θεωρεί την Κεντρική Ασία, όπου οι τσάροι έκαναν αποικίες κατά τον 19ο αιώνα, κάτι σαν την αυλή της, ειδικά όσον αφορά στρατιωτικά ζητήματα. Εκεί οφείλεται και η συμμετοχή του Τατζικιστάν στην Οργάνωση του Συμφώνου Συλλογικής Ασφάλειας, μια συμμαχία υπό την καθοδήγηση της Ρωσίας. Η Ρωσία ανεχόταν, ή ακόμη και καλοδεχόταν, το ενδιαφέρον της Κίνας για την περιοχή όσο αυτό αφορούσε κυρίως το επίπεδο των επενδύσεων. Το 2016 όμως, ίσως και νωρίτερα, οι κινεζικές στρατιωτικές μονάδες άρχισαν να κάνουν την εμφάνισή τους στο Τατζικιστάν, υποτίθεται για να επιτηρούν το Πέρασμα Ουακτζίρ – μια λωρίδα του Αφγανιστάν που χωρίζει το Τατζικιστάν από το Πακιστάν. Αργότερα κατά τη διάρκεια εκείνης της χρονιάς η Κίνα άρχισε ένα παιχνίδι πολέμου με τον στρατό του Τατζικιστάν, μερικοί νεότεροι αξιωματούχοι του οποίου έχουν εκπαιδευτεί στη Σαγκάη.

 

Η Κίνα και το Τατζικιστάν αρνούνται τη στρατιωτική παρουσία της Κίνας στη χώρα. «Να το θυμάστε, δεν μας είδατε ποτέ εδώ», είπε ένας ένστολος Κινέζος στρατιώτης σε ανταποκριτή της Washington Post όταν αυτός έπεσε πάνω σε μια κινεζική βάση κοντά στην πόλη Μουργκάμπ. Υπάρχουν όμως στρατιωτικοί ακόλουθοι που έχουν εντοπίσει δεκάδες Κινέζους στρατιώτες, βάσεις εκπαίδευσης και φυλάκια στην οροσειρά Παμίρ, η οποία είναι υψίστης στρατηγικής σημασίας από την εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Αυτή η αυξανόμενη στρατιωτική δραστηριότητα ανησύχησε τη Μόσχα, λέει ο Αλεξάντερ Γκαμπούεφ, σινολόγος στην ομάδα προβληματισμού Carnegie Moscow Centre. Όπως όμως επισημαίνει ένας Ινδός διπλωμάτης, δεν πρέπει να παραπονιέται: «Η Ρωσία δεν μπορεί να αντιμετωπίσει την Κίνα, επειδή βασίζεται σ’ αυτήν». Αντί γι’ αυτό, άρχισε την επίδειξη. Το 2018 η Ρωσία έφερε επιδεικτικά το πιο σύγχρονο πολεμικό της σύστημα στο Τατζικιστάν για να κάνει τα δικά της πολεμικά παιχνίδια κοντά στο μέρος όπου βρίσκονταν οι Κινέζοι. Ο Σεργκέι Σοϊγκού, ο Ρώσος υπουργός Άμυνας, επισκέφτηκε πρόσφατα το προεδρικό μέγαρο στη Δουσάμβη ενόσω βρισκόταν στο Τατζικιστάν για να επιθεωρήσει τη μεγαλύτερη μονάδα της Ρωσίας επί ξένου εδάφους, την ισχυρή 201η Ταξιαρχία Τυφεκιοφόρων Φρουρών, η οποία αποτελείται από 7.000 στρατιώτες. Ίσως να σταμάτησε για λίγη πάπια και νουντλς υπό το προσεκτικό βλέμμα του Κινέζου προέδρου Σι Ζινπίνγκ, η φωτογραφία του οποίου εκτίθεται περήφανα στο εστιατόριο του Υπουργείου. Δίπλα του βλέπει κανείς και τον σεφ.

 

Η στρατιωτική στάση των δύο χωρών σε αυτή την απομακρυσμένη περιοχή μάς προσφέρει μια σπάνια ματιά στην ένταση που υποβόσκει κάτω από την επίσημη φιλία μεταξύ Ρωσίας και Κίνας – μια φιλία που ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν προσπάθησε τόσο πολύ να ενδυναμώσει από τα μέσα του 2000. Σε αυτήν δίνει δημοσίως ιδιαίτερη βαρύτητα. «Τα τελευταία χρόνια, η σχέση ανάμεσα στη Ρωσία και την Κίνα έχει ανέλθει σε πολύ υψηλό επίπεδο, άνευ προηγουμένου», είπε ο Πούτιν στον Ζινπίνγκ στις 5 Ιουνίου, όταν ο Κινέζος πρόεδρος και μια επιτροπή χιλίων ατόμων πέταξαν στη Ρωσία για το Οικονομικό Φόρουμ που οργανώνει κάθε χρόνο ο Πούτιν στην Αγία Πετρούπολη. «Η Ρωσία είναι η χώρα που έχω επισκεφτεί περισσότερες φορές από κάθε άλλη, και ο πρόεδρος Πούτιν είναι φίλος μου και συνάδελφος», δήλωσε ο Ζινπίνγκ. Έκαναν βόλτα στο ζωολογικό κήπο της Μόσχας, επιθεώρησαν δύο πάντα που είχε δανείσει η Κίνα στη Ρωσία ως ένδειξη μεγάλης εμπιστοσύνης και τους χαιρέτησαν στα μανδαρινικά κάποια ρωσάκια. Κανείς δεν τραγούδησε το «Ρώσοι και Κινέζοι – αδέλφια για πάντα», το οποίο είχε γραφτεί πριν από 70 χρόνια για τον εορτασμό της αέναης φιλίας μεταξύ του Ιωσήφ Στάλιν και του Μάο Τσε Τουνγκ:

 

Η φωνή του Γιανγκτσέ ακούγεται στον Βόλγα

Οι Κινέζοι θωρούν τη λάμψη του Κρεμλίνου.

Δεν φοβόμαστε στρατιωτική καταιγίδα.

 

Όλοι όμως ένιωσαν λες και το είχαν τραγουδήσει.

Όπως κι εκείνοι οι σφαγείς του παρελθόντος, έτσι και οι Πούτιν και Ζινπίνγκ ένωσαν τις δυνάμεις τους λόγω ενός κοινού αντιπάλου: της Αμερικής. Ανάμεσα, όμως, στις σημερινές πικρίες και τη θανάσιμη αναμέτρηση του παρελθόντος υπάρχουν σημαντικές διαφορές. Μία από αυτές είναι πως ο ψυχρός πόλεμος ήταν μια πάλη για το ποιας πλευράς το μοντέλο θα αντιπροσώπευε το μέλλον για τον κόσμο . Η σημερινή αντιπαράθεση απορρίπτει την ιδέα του ενός και μοναδικού μέλλοντος. Η Ρωσία και η Κίνα αιτιολογούν τον αυταρχισμό τους στη βάση πολιτισμικών διαφορών. Δεν υποστηρίζουν ότι οι αξίες τους είναι παγκόσμιες, ούτε όμως και αποδέχονται τις δυτικές αξίες ως τέτοιες.

 

Για να το δούμε πιο πρακτικά, το 1949 ο Μάο ήταν ένας κατώτερος εταίρος που ο Στάλιν ένιωθε ότι μπορούσε να έχει υπό τον έλεγχό του. Σήμερα τα περισσότερα χαρτιά τα κρατά το Ζινπίνγκ.

 

Το 1989 το ΑΕΠ της Σοβιετικής Ένωσης ήταν υπερδιπλάσιο της Κίνας. Σήμερα, το ΑΕΠ της Κίνας είναι έξι φορές μεγαλύτερο από αυτό της Ρωσίας βάσει αγοραστικής δύναμης. Η Ρωσία έρχεται δέκατη μεταξύ των αγορών όπου η Κίνα εξάγει προϊόντα, λίγο πιο πάνω από τις Φιλιππίνες, αρκετά πιο κάτω όμως από την Ινδία. Η Κίνα είναι η δεύτερη μεγαλύτερη αγορά εξαγωγών της Ρωσίας, μετά την ΕΕ. Αγοράζει το περισσότερο ρωσικό πετρέλαιο από οποιαδήποτε άλλη χώρα.

 

Τόσο μεγάλη είναι η οικονομική ασυμμετρία που χαρακτηρίζει την εξωτερική πολιτική. Όταν ένας δυτικός διπλωμάτης ρώτησε κάποτε έναν Κινέζο αξιωματούχο εάν το ζήτημα της στρατιωτικής παρουσίας της Κίνας στο Τατζικιστάν είχε ξεκαθαρίσει με τη Ρωσία, εκείνος απάντησε ότι «Με τη Ρωσία έχουμε και εμπορικές σχέσεις» – ο τόνος του άφηνε να διαφανεί ότι η Ρωσία καλά θα κάνει να το θυμάται αυτό. Η αλλαγή όμως που επήλθε στο δυναμικό της σχέσης των δύο χωρών έχει κι άλλες πτυχές. Η προσέγγιση που ακολουθεί ο Πούτιν όσον αφορά την Κίνα είναι να κάνει τη Ρωσία να εξαρτάται σε επίπεδο τεχνολογίας και πολιτικής από τη γείτονα χώρα. Όπως το θέτει ο Αλεξέι Ναβάλνι, ένας αξιωματούχος της αντιπολίτευσης: «Οι ενέργειες του Πούτιν θα κάνουν με απόλυτη σχεδόν βεβαιότητα τον επόμενο ηγέτη της Ρωσίας όμηρο στην πολιτική της Κίνας... Ένας μελλοντικός ηγέτης πολύ δύσκολα θα μπορέσει να διαμορφώσει τη συνεργασία με την Κίνα κατά τρόπο ώστε αυτή να ωφελεί τη Ρωσία αλλά και να έχει την υποστήριξη του λαού».

 

Το θέμα της υποστήριξης του λαού αναδεικνύει μια δεύτερη ασυμμετρία στα πάρε-δώσε μεταξύ των δύο χωρών. Για την Κίνα, η σχέση της με τη Ρωσία είναι μια σχέση με ξένη χώρα, όπως όλες οι άλλες – είναι σημαντική και πολύπλευρη, είναι όμως ζήτημα διακυβέρνησης. Για τη Ρωσία, η νέα αυτή εγγύτητα εγείρει ερωτήματα περί εθνικής ταυτότητας. Η ελίτ της Ρωσίας έχει αυτοπροσδιοριστεί ως βλέπουσα προς τη Δύση εδώ και αιώνες. Αν η Ρωσία γίνει η πρώτη ευρωπαϊκή δύναμη που θα τεθεί σε κινεζική τροχιά, αυτό αντιστρέφει –ακόμη κι απορρίπτει– αυτή την ιστορία.

 

 

Το όνειρο του Ρασκόλνικοφ

Από τα τέλη του 17ου αιώνα και μετά, η άρχουσα τάξη της Ρωσίας είχε αποφασίσει ότι η χώρα θα είναι μια ευρωπαϊκή δύναμη –με την Αγ. Πετρούπολη να αποτελεί τη φυσική εκδήλωση αυτής της επιλογής– και απέρριψε τις ασιατικές της παραδόσεις με έντονη θέρμη. Η Μεγάλη Αικατερίνη, που ήταν γερμανικής καταγωγής, ορκίστηκε να εκδιώξει τους Τούρκους από την Ευρώπη, τιθάσευσε την Κίνα και άρχισε το εμπόριο με την Ινδία. Κατά τον 19ο αιώνα, οι φιλοδυτικοί Ρώσοι έβλεπαν την Κίνα σαν μια χώρα όπου επικρατεί η στασιμότητα, η γραφειοκρατία, η διαφθορά και ο δεσποτισμός. Όταν η Ρωσία επεκτάθηκε ανατολικά, καθυποτάσσοντας τα κράτη της Κεντρικής Ασίας, θεωρούσε τον εαυτό της μια εκμοντερνισμένη ευρωπαϊκή δύναμη.

 

Η κομμουνιστική ιδεολογία περιέπλεξε τα πράγματα. Ο Καρλ Μαρξ είχε αναγνωρίσει αυτό που αποκαλούσε «ασιατικό τρόπο παραγωγής», ο οποίος ήταν διαφορετικός λόγω της απουσίας δικαιωμάτων ιδιωτικής περιουσίας και της ύπαρξης ενός κεντρικού, δεσποτικού κράτους. Οι αληθινοί οπαδοί του κομμουνισμού θεωρούσαν ότι η επαναστατική Ρωσία είχε την ευκαιρία να εξαλείψει το συγκεκριμένο σύστημα, όπως και το καπιταλιστικό. Θα μπορούσε να αποτελέσει για την Ασία αυτό που αποτελούσε επί μακρόν η Ευρώπη για την ίδια: υπόδειγμα προόδου στη Δύση. Ο Στάλιν δεν είχε πρόβλημα με τα κεντρικά, δεσποτικά κράτη καθαυτά, και τον ασιατικό κομμουνισμό τον έβλεπε σαν μια δύναμη που έπρεπε να υποστηρίξει. Βοήθησε τον Μάο να καταλάβει το Θιβέτ και τη Σινγιάνγκ, και τον οδήγησε σε συμμαχία. Μετά τον θάνατο του Στάλιν, οι σχέσεις των δύο χωρών χειροτέρεψαν. Την εποχή της ανόδου του Χρουστσόφ, η Κίνα αντιπροσώπευε ένα μη αναδιαρθρωμένο παρελθόν: ο Μάο χαρακτήρισε τη Ρωσία ρεβιζιονιστική. Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1960 υπήρχαν συγκρούσεις μεταξύ σοβιετικών και κινεζικών στρατευμάτων κατά μήκος των συνόρων.

 

Μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, το όνειρο της Ρωσίας να είναι μια πλήρως δυτική δύναμη αναβίωσε έντονα. «Οι αρχές μας είναι ξεκάθαρες και απλές: κυριαρχία της δημοκρατίας, ανθρώπινα δικαιώματα και ελευθερίες, νομικά και ηθικά πρότυπα», δήλωσε ο Ρώσος πρόεδρος Μπορίς Γέλτσιν στα ΗΕ το 1992, ευθυγραμμίζοντας τη χώρα του με την Αμερική και την Ευρώπη. Καμία τέτοια αβρότητα δεν ειπώθηκε για την Ανατολή. «Η ιδεολογία μάς διαφοροποιεί από την Κίνα, είμαστε όμως γείτονες και οφείλουμε να συνεργαζόμαστε».

 

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990 τα πράγματα έγιναν ακόμη χειρότερα. Με την είσοδό της στον καπιταλισμό, η Ρωσία βίωσε την οικονομική παρακμή και την άνοδο των ολιγαρχών. Ο βομβαρδισμός της Σερβίας από το ΝΑΤΟ λόγω των αντιρρήσεων της Ρωσίας ήταν ένα δυνατό χαστούκι στη σλαβική περηφάνια του. Όταν όμως ο Πούτιν –ο οποίος σε καμία περίπτωση δεν είναι υπέρμαχος των κοινών αξιών για τις οποίες είχε μιλήσει ο Γέλτσιν– ανέβηκε στην εξουσία, συνέχισε να θεωρεί τη Δύση ως ένα μοντέλο για τον εκμοντερνισμό της Ρωσίας και έκανε τις προσπάθειες που απαιτούνταν για να τα πηγαίνει καλά μαζί της. Δεν έφερε αντιρρήσεις όσον αφορά την ένταξη των κρατών της Βαλτικής στο ΝΑΤΟ και είπε όλα αυτά που έπρεπε να πει μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001.

 

Σε αντάλλαγμα όμως, όπως λένε οι Ρώσοι επικριτές της Δύσης, όπως ο Αλεξάντερ Λούκιν της Ανώτατης Σχολής Οικονομικών στη Μόσχα, δεν πήρε τίποτ’ άλλο παρά δυσαρέσκεια: καταπάτηση της σφαίρας επιρροής της Ρωσίας μέσω «έγχρωμων επαναστάσεων» στην Ουκρανία και άλλες μηχανορραφίες και επικρίσεις περί παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Σε ένα βιβλίο με θέμα τις σχέσεις Ρωσίας-Κίνας, ο Λούκιν γράφει: «Η Δύση ήταν που... κατέστρεψε την ιδέα της δημιουργίας ενός νέου συστήματος παγκόσμιας πολιτικής που θα βασίζεται στο διεθνές δίκαιο. Η Δύση ήταν που... χρησιμοποίησε την προσωρινή της παντοδυναμία για να δημιουργήσει έναν κόσμο όπου τα ισχυρά κράτη θα αρπάζουν ό,τι υπάρχει για να αρπάξουν, θα καταστρέφουν κάθε σύνορο και θα παραβιάζουν κάθε συνθήκη στο όνομα ενός “καλού σκοπού”». Η στροφή της Ρωσίας προς την Κίνα, με αυτή τη λογική, ακολούθησε την αποτυχία της Δύσης να αποδεχτεί τη Ρωσία, με όλα της τα ελαττώματα, και να την εντάξει στον πολιτισμένο κόσμο.

 

Αυτή όμως δεν είναι ούτε κατά διάνοια όλη η ιστορία. Το 1994 ο Γιεγκόρ Γκαϊντάρ, ο αρχιτέκτονας της αναμόρφωσης της ρωσικής αγοράς, υποστήριξε ότι δύο ήταν οι τρόποι για να στραφεί η Ρωσία προς τη Δύση. Θα μπορούσε να προσπαθήσει να προλάβει τη Δύση ενεργοποιώντας κρατικούς πόρους – αυτό είναι το μοντέλο που ακολουθήθηκε μετά τον Πέτρο Α΄, το οποίο όμως είχε υψηλό ανθρώπινο κόστος. Ή θα μπορούσε να προσπαθήσει να γίνει όντως δυστική «τιθασεύοντας το κράτος» και αναπτύσσοντας το είδος εκείνο των θεσμών που δίνουν κίνητρα στην επιχειρηματικότητα και συμβάλουν στη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη.

 

Εάν η Ρωσία δεν ακολουθούσε έναν από τους δύο αυτούς δρόμους, είπε ο Γκαϊντάρ, θα ήταν αναγκασμένη να στραφεί προς την Ανατολή – αυτή θα ήταν η εναλλακτική, όπως είπε συνοπτικά χρησιμοποιώντας έναν αφορισμό του αρχαίου Κινέζου Σανγκ Γιανγκ: «Όταν οι άνθρωποι είναι αδύναμοι, τότε είναι ισχυρό το κράτος». Αυτό θα μπορούσε κάλλιστα να γίνει μόττο του Πούτιν. Στο «μανιφέστο» του ενόψει της νέας χιλιετίας ο Πούτιν διακήρυξε ευθέως την ανωτερότητα του κράτους έναντι των ατομικών δικαιωμάτων και των προσωπικών ελευθεριών.

 

Το ασιατικό μοντέλο πολιτικής

Οι σατράπηδες του Πούτιν στις υπηρεσίες ασφαλείας (οι σιλοβίκι) κατάσχεσαν ιδιωτικές εταιρείες. Έγινε αναδιανομή των περιουσιακών τους στοιχείων στους συνεργάτες του Πούτιν, πολλοί από τους οποίους ωφελήθηκαν και από τις κινεζικές επενδύσεις. «Η μερίδα του λέοντος των κινεζικών χρημάτων πηγαίνει στους φίλους τους Πούτιν», λέει ο Γκαμπούεφ του Carnegie Centre. Ο Γενάντι Τιμτσένκο, ο οποίος συγκέντρωσε όπως υπολογίζεται το ποσό των 13,4 δισ. δολ. από την πώληση ρωσικού πετρελαίου στη Δύση, αλλά έκτοτε αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Ευρώπη λόγω των αμερικανικών κυρώσεων, είναι τώρα επικεφαλής του ρωσοκινεζικού συμβουλίου επιχειρήσεων του Πούτιν.

 

Οι Ρώσοι που θέλουν να προβούν σε κάποια ενοικίαση και τα βραχυπρόθεσμα συμφέροντά τους παίζουν καθοριστικό ρόλο στις σινο-ρωσικές σχέσεις. «Φαίνεται πως μερικές φορές η τακτική που ακολουθεί η Ρωσία όσον αφορά την Κίνα διαμορφώνεται βάσει των συμφερόντων των μεγαλοπολιτικών του Κρεμλίνου», λέει ο Αντρέι Κορτούνοφ, επικεφαλής της ομάδας προβληματισμού Russian International Affairs Council. Δεν ισχύει το ίδιο και αντίστροφα. Οι ιδιωτικές κινεζικές εταιρείες διστάζουν να επενδύσουν στη Ρωσία. Κάποιες φοβούνται τις αμερικανικές κυρώσεις, ενώ κάποιες άλλες ανησυχούν για την έλλειψη δικαιωμάτων ιδιοκτησίας και σαφών κανόνων. Για να λειτουργήσει κανείς στη Ρωσία πρέπει να έχει αυτό που οι Κινέζοι επιχειρηματίες αποκαλούν μπάο χου σαν: την  προστατευτική ομπρέλα που παρέχουν οι σιλοβίκι. Γιατί να ασχοληθούν, αφού πρόκειται για μια τόσο μικρή αγορά; Εδώ υπάρχει μια ειρωνεία. Το καθεστώς της Ρωσίας επέλεξε την Ανατολή. Ο κινεζικός λαός όμως και οι επενδυτές ενδιαφέρονται για τη Ρωσία μόνο στον βαθμό που αυτή είναι δυτική. Οι επενδυτές θέλουν κράτος δικαίου, όχι ευνοιοκρατία. Οι τουρίστες θέλουν Αγία Πετρούπολη, όχι Τουβά.

 

Μπορεί οι επιχειρηματίες να μην αξιοποίησαν προς όφελός τους την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας όμως την είδε σαν μια τρομερή απειλή. Η κομμουνιστική υπερδύναμη είχε καταρρεύσει όχι λόγω εξωτερικών δυνάμεων, αλλά δυσαρέσκειας στο εσωτερικό. Το κόμμα της Κίνας ήξερε πολύ καλά ότι οι διαδηλωτές στην Πλατεία Τιενανμέν θάμπωσαν κατά πολύ τη λάμψη του Μίχαελ Γκορμπατσόφ το 1989. Επίσης, αυτό σήμαινε ότι η Κίνα έπρεπε να αντιμετωπίσει ένα μάτσο μουσουλμανικών κυρίως κρατών στα σύνορά της και έκανε πιθανή την επέκταση ενός μπλοκ με δεσπόζουσες δυτικές επιρροές από το Βανκούβερ μέχρι το Βλαδιβοστόκ.

 

Επομένως, αυτό που πρωτίστως έπρεπε να κάνει η Κίνα ήταν να διασφαλίσει ότι μια καθησυχασμένη Ρωσία θα ενεργούσε προστατευτικά σαν μαξιλάρι –φιλικό προς την Κίνα στην καλύτερη περίπτωση ή τουλάχιστον ουδέτερο– ανάμεσα σε αυτήν και την Αμερική. Δεν ήθελε έναν αδύναμο γείτονα, ούτε όμως κι έναν πολύ ισχυρό. Επένδυσε· χαμογέλασε· αγόρασε πετρέλαιο και όπλα (μολονότι αυτό δεν επιτρεπόταν τότε). Έτεινε να ψηφίζει ό,τι ψήφιζε και η Ρωσία στο Συμβούλιο Ασφαλείας των ΗΕ, με μοναδική εξαίρεση τις περιπτώσεις όπου κάτι τέτοιο θα δημιουργούσε πρόσθετα προβλήματα με την Αμερική. Έτσι, για παράδειγμα, δεν άσκησε κριτική στην προσάρτηση της Κριμαίας στη Ρωσία, ούτε όμως και την αναγνώρισε.

 

 

 

Αντ’ αυτού, επωφελήθηκε από αυτήν. Η προσάρτηση της Κριμαίας και η εισβολή στην Ουκρανία περιόρισαν για το εγγύς μέλλον κάθε κίνδυνο συμμαχίας μεταξύ Ρωσίας και Αμερικής. Οι ενέργειες του Πούτιν απέσπασαν την προσοχή των δυτικών από την Κίνα, κάνοντας παράλληλα τη Ρωσία να εξαρτάται περισσότερο από την Κίνα. Τον Μάιο του 2014, εβδομάδες μετά την εισβολή, ο Πούτιν και μια κουστωδία επιχειρηματιών και αξιωματούχων πέταξαν στη Σαγκάη για μια νέα συνεργασία. Οι συμφωνίες που έγιναν περιελάμβαναν και ένα τριακονταετές συμβόλαιο για φυσικό αέριο αξίας 400 δισ. δολ., το οποίο αφορούσε έναν αγωγό στην Άπω Ανατολή ονόματι η «Δύναμη της Σιβηρίας». Θα τεθεί σε λειτουργία προς τα τέλη της χρονιάς. Η Ρωσία και η Κίνα έχουν επίσης ενδυναμώσει τη συνεργασία τους μέσω της κοινής τους προσπάθειας να βρουν τρόπους για να ανοίξουν το βορειοδυτικό πέρασμα για τα πλοία, κυρίως αυτά που μεταφέρουν υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG). Ανεπίσημοι περιορισμοί στο είδος των επενδύσεων που θα μπορούσε να κάνει η Κίνα σε πετρελαϊκές εταιρείες έχουν αρθεί· το πλήρες εύρος του ρωσικού μη πυρηνικού οπλοστασίου είναι πλέον διαθέσιμο στο Πεκίνο, συμπεριλαμβανομένου του αντιαεροπορικού συστήματος S-400.

 

Αυτή η εξάρτηση δεν πρέπει να εκληφθεί λανθασμένα για συμμαχία. Οι Ρώσοι προπαγανδιστές, τόσο στη Ρωσία όσο και στην Κίνα, έχουν εκμεταλλευτεί τον σημερινό εμπορικό πόλεμο για να υποδαυλίσουν τη φλόγα της σύγκρουσης και να παρουσιάσουν το έθνος τους ως ένα ακόμη θύμα της αμερικανικής επιθετικότητας. Η Κίνα όμως εμμένει σταθερά στη δεδηλωμένη θέση της, της αποφυγής δηλαδή και των συμμαχιών και των εχθροτήτων. «Η πιο σημαντική για εμάς σχέση είναι αυτή με την Αμερική. Δεν θέλουμε να επαναλάβουμε τα λάθη του Στάλιν και του Μάο», λέει ο Φενγκ Γιουτζούν, ο επικεφαλής του Centre for Russian and Central Asian Studies (Κέντρο Ρωσικών και Κεντροασιατικών Σπουδών) στο Πανεπιστήμιο Φουντάν. «Η Ρωσία εξαρτάται περισσότερο από την Κίνα παρά η Κίνα από τη Ρωσία».

 

Ένα γιουάν για ομαδικό πνεύμα

Εάν η Κίνα δεν επιθυμεί συμμαχία, τότε απολαμβάνει αυτή την εξάρτηση και θέλει να διασφαλίσει ότι θα συνεχιστεί. Η Ρωσία μπορεί σε βάθος χρόνου να στραφεί ξανά προς τη Δύση, είτε λόγω κάποιας αλλαγής στην εξουσία του Κρεμλίνου –το οποίο έχει την τάση να προκαλεί τέτοιες αντιστροφές, όπως έκανε και όταν ο Χρουστσόφ διαδέχθηκε τον Στάλιν– είτε επειδή ο ρωσικός λαός θα αρχίσει να βλέπει τις ενέργειες της Κίνας με δυσαρέσκεια, όπως συμβαίνει ήδη με κάποιους στη Σιβηρία. «Η Ρωσία θα αντιδράσει όταν η Κίνα παραβιάσει τον τρόπο με τον οποίο ορίζεται ψυχολογικά η έννοια ‘ρωσική κοινωνία’», λέει ένας δυτικός διπλωμάτης. Για να διασφαλίσει τα συμφέροντά της έναντι μιας τέτοιας αντιστροφής, η Κίνα προσπαθεί να δημιουργήσει ένα ισχυρό λόμπι υπέρ της στο εσωτερικό των ρωσικών πολιτικών κύκλων, καθώς και τις δομικές και λειτουργικές εξαρτήσεις που θα άντεχαν σε οποιαδήποτε πολιτική αλλαγή στη Ρωσία, λέει ο Γκαμπούεφ.

 

Όσον αφορά τον ενεργειακό τομέα, η Κίνα έχει πρόσβαση σε μερικούς από τους πολυτιμότερους πόρους της Ρωσίας. Οι κινεζικές κρατικές επιχειρήσεις ενέργειας κατέχουν το ένα πέμπτο ενός έργου για τη μεταφορά LNG στην Αρκτική, το οποίο ανέπτυξε η Novatek, μια εταιρεία ενέργειας που εν μέρει ανήκει στον Τιμοτσένκο. Το ήμισυ σχεδόν του εξορυκτικού εξοπλισμού που χρησιμοποιούν οι ρωσικές εταιρείες πετρελαίου προέρχεται από την Κίνα. Η Κίνα έχει επίσης βοηθήσει τη Rosneft, τη ρωσική κρατική εταιρεία πετρελαίου, να προβεί σε εξαγορές και αγοράζει το περισσότερο πετρέλαιό της. Οι Πούτιν και Ζινπίνγκ έχουν συμφωνήσει να αυξηθεί η αξία του εμπορίου μεταξύ τους σε γιουάν και ρούβλια, έτσι ώστε να αποφύγουν μερικώς τις κυρώσεις. Το ποσό που κατέχει η κεντρική τράπεζα της Ρωσίας σε γιουάν αποτελεί σήμερα το 14% του συνολικού της αποθέματος, μολονότι το νόμισμα αυτό δεν είναι πλήρως μετατρέψιμο. Σύμφωνα με τον Γκαμπούεφ, το ποσό αυτό είναι δεκαπλάσιο από οποιασδήποτε άλλης κεντρικής τράπεζας.

 

Η Ρωσία εξαρτάται ολοένα περισσότερο από την Κίνα και τεχνολογικά. H Huawei, μια εταιρεία που δεν την εμπιστεύονται στην Αμερική, εγκαθιστά στη Ρωσία τα τηλεπικοινωνιακά της συστήματα 5G. Η Alibaba, ένας κινεζικός γίγαντας ηλεκτρονικού εμπορίου, έχει ενώσει τις δυνάμεις της με τη Mail.ru, τον κάτοχο των μεγαλύτερων κοινωνικών δικτύων στη Ρωσία. Η δρακόντεια ρωσική νομοθεσία περί της «κυριαρχίας του ίντερνετ», η οποία έχει υποβληθεί στη Βουλή, είναι αντιγραφή της κινεζικής  – η Ρωσία ελπίζει ότι θα μπορέσει να χρησιμοποιήσει μάλιστα κινεζική τεχνολογία για την εφαρμογή της. Η Dahua Technology βοηθά τη Ρωσία στον τομέα της αναγνώρισης προσώπων. Οι κάμερες Hikvision παρακολουθούν τους κατοίκους της Μόσχας. Ο Γκρίγκορι Γιαβλίνσκι, ένας φιλελεύθερος πολιτικός, υποστηρίζει σε ένα πρόσφατο άρθρο με θέμα αυτές τις συμφωνίες ότι η μετατροπή της Ρωσίας σε «δορυφόρο της Κίνας... μόνο και μόνο για να μπει στο μάτι της Αμερικής είναι ασυγχώρητα κοντόφθαλμο».

 

Ο Λεονίντ Κοβατσίχ, ένας δημοσιογράφος που παρακολουθεί το θέμα της χρήσης της κινεζικής τεχνολογίας στη Ρωσία, λέει ότι οι Ρώσοι αξιωματούχοι γνωρίζουν τους κινδύνους σε επίπεδο ασφαλείας που συνδέονται με τη διείσδυση της Κίνας και προσπαθούν να χρησιμοποιούν προγράμματα και αλγορίθμους ρωσικής κατασκευής. Δεν μπορούν, όμως, να αποφύγουν τα κινεζικά μηχανήματα. Ο Πούτιν είπε κάποτε ότι οι χώρες και οι εταιρείες που κυριαρχούν στην τεχνητή νοημοσύνη θα κυβερνήσουν τον κόσμο. Η ρωσική τεχνητή νοημοσύνη πιθανότατα προέρχεται εξ ολοκλήρου από την Κίνα.

 

Οι ασυμμετρίες και οι αντιφάσεις που χαρακτηρίζουν τη σχέση Ρωσίας-Κίνας είναι περισσότερο εμφανείς στην Κεντρική Ασία. Ας πάρουμε για παράδειγμα τον Οργανισμό Συνεργασίας της Σαγκάης (Shanghai Co-operation Organisation, SCO), ο οποίος δημιουργήθηκε τέλη της δεκαετίας του ’90. Η Κίνα τον είδε ως μέσο για την επέκταση της οικονομικής και πολιτικής της επιρροής στην Κεντρική Ασία. Εκεί εκπαιδεύονται οι αξιωματούχοι του Τατζικιστάν και άλλων κεντροασιατικών χωρών. Η Ρωσία τον είδε ως μέσο για να ελέγξει αυτή την επέκταση. Γι’ αυτό, πριν από δύο χρόνια, επέμεινε να επιτραπεί η ένταξη της       Ινδίας και του Πακιστάν. Η Ρωσία προσπάθησε επίσης να εμποδίσει την προσπάθεια της Κίνας να δημιουργήσει μια ζώνη ελεύθερου εμπορίου εντός του SCO, δημιουργώντας μια Ευρασιατική Ένωση, παράλληλα με την Οργάνωση του Συμφώνου Συλλογικής Ασφάλειας. Ο σκοπός της ήταν, όπως λέει ένας Ινδός διπλωμάτης, να προστατέψει η Ρωσία την αγορά της από τον κατακλυσμό κινεζικών αγαθών.

 

Για τα δικά τους συμφέροντα, οι χώρες της Κεντρικής Ασίας είδαν τον SCO σαν ένα μέσο εγγύησης της ασφάλειάς τους, όχι τόσο σε σχέση με την Κίνα όσο με τη Ρωσία, ειδικά μετά την προσάρτηση της Κριμαίας και τη σύρραξη στην Ουκρανία. Οι φόβοι αυτοί είναι βάσιμοι ιδιαίτερα στην περίπτωση του Καζακστάν, της πλουσιότερης χώρας της Κ. Ασίας, που έχει και τη μακρότερη συνοριογραμμή με τη Ρωσία. Όπως και η Ουκρανία, έτσι και το Καζακστάν εγκατέλειψε το 1994 τα ρωσικά πυρηνικά όπλα που είχε κληρονομήσει με αντάλλαγμα τη δέσμευση Αμερικής, Βρετανίας και Ρωσίας ότι θα προστατεύουν την εδαφική της ακεραιότητα και κυριαρχία.

 

Δύο δεκαετίες αργότερα, η προσάρτηση της Κριμαίας στη Ρωσία αποκάλυψε την πραγματική αξία του «Μνημονίου της Βουδαπέστης». Εντός λίγων εβδομάδων, ο πρώτος πρόεδρος του Καζακστάν Νουρσουλτάν Ναζαρμπάγεφ ζητούσε από τον Ζινπίνγκ εγγυήσεις για την ασφάλεια της χώρας του. Για να εξευμενίσει τη Μόσχα, το Καζακστάν εντάχθηκε επίσης στην Ευρασιατική Ένωση της Ρωσίας, αν και με κάποιους περιορισμούς. «Η Ρωσία ήθελε να είναι μια οικονομική και πολιτική ένωση, με ένα νόμισμα και μία Βουλή. Καταφέραμε να το τροποποιήσουμε λίγο», λέει ένας υπεύθυνος για τις διαπραγματεύσεις εκ μέρους του Καζακστάν.

 

Μικροί δράκοι

Η διαφορά ανάμεσα στη ρωσική και την κινεζική προσέγγιση στο θέμα της Κ. Ασίας είναι πολύ έντονη. Η Ρωσία απειλεί με μαστίγιο, η Κίνα προσφέρει καρότα. Η Ρωσία χρησιμοποιεί κάθε εργαλείο που διαθέτει στη μάλλον φτωχική και αδύναμη εργαλειοθήκη της για να πάρει με το μέρος της τις ελίτ που κυβερνούν στην Κ. Ασία και να αντισταθμίσει τη λαϊκή δυσαρέσκεια για την Κίνα, η οποία μεγαλώνει λόγω της αυξανόμενης κακομεταχείρισης των μουσουλμάνων (στο Καζακστάν, αλλά και Ουιγούρων) από την Κίνα στην επαρχία Σινγιάνγκ, στο πλαίσιο εσωτερικής ασφάλειας. Ο ρόλος του γενναιόδωρου γείτονα φαίνεται πως είναι αποτελεσματικός. Όταν η Αμερική βολιδοσκόπησε τις διαθέσεις των κυβερνήσεων της περιοχής για να διαπιστώσει εάν θα ασκούσαν κριτική στην καταπίεση που ασκεί η Κίνα στη Σινγιάνγκ στα ΗΕ ή τον Οργανισμό Ισλαμικής Διάσκεψης, δεν βρήκε και πολλές πρόθυμες να το κάνουν. Το Καζακστάν έχει φυλακίσει ακτιβιστές που προσπάθησαν να μιλήσουν για την εμπειρία τους στα στρατόπεδα επανεκπαίδευσης στη Σινγιάνγκ.

 

«Η Ρωσία εξακολουθεί να μας θεωρεί μέρος της αυτοκρατορίας της και δεν θεωρεί ότι πρέπει να κερδίσει την εμπιστοσύνη μας», λέει ένας ανώτατος κυβερνητικός αξιωματούχος του Καζακστάν. «Κάνει πάντα λόγο για συμμαχίες, κάτι το οποίο υποδηλώνει αντιπαράθεση με κάποιο άλλο μέρος, ενώ η Κίνα κάνει λόγο για ‘φίλους’». Αυτή η φιλία είναι πολύ σημαντική για τις ελίτ των χωρών – οι λόγοι βρίθουν ιστορικής ειρωνείας. Κατά τον 19ο αιώνα η Κεντρική Ασία ήθελε να μείνει ως είχε, η Ρωσία όμως ήθελε να τη δυτικοποιήσει με το ζόρι. Σήμερα η Ρωσία θέλει να διατηρηθούν τα πράγματα ως έχουν, αλλά οι κεντροασιατικές ελίτ επιθυμούν τη δυτικοποίηση.  Επίσης, θεωρούν ότι η κινεζική φιλία είναι το μέσο για την επίτευξη αυτού του στόχου.

 

Μολονότι οι περισσότερες κυβερνήσεις της Κ. Ασίας αποστρέφονται την Ευρασιατική Ένωση της Ρωσίας και την Οργάνωση του Συμφώνου Συλλογικής Ασφάλειας, αποδέχονται πλήρως τον Δρόμο του Μεταξιού της Κίνας (ο οποίος ανακοινώθηκε επίσημα στο Καζακστάν το 2013), θεωρώντας τον και οικονομική ευκαιρία αλλά και εγγύηση ασφάλειας. Ο Ναζαρμπάγεφ ήταν αυτός που πρότεινε πρώτος την αναβίωση του παλιού δρόμου του μεταξιού μέσω του Καζακστάν, μιας χώρας που δεν έχει θάλασσα. «Βρισκόμαστε στην καρδιά μιας ηπείρου», παρατήρησε κάποτε. «Δεν έχουμε πρόσβαση στη θάλασσα. Όπως όμως είπε ένας [Κινέζος] επιχειρηματίας: ‘Η Κίνα είναι ο ωκεανός μας’».

 

Σε αντίθεση με τη Ρωσία, η Κίνα βάζει τα χρήματά της εκεί που τρώει. Πριν από δύο χρόνια, η China Ocean Shipping Company απέκτησε το 49% του εμπορευματικού κέντρου (dry port) στο Κόργκο – έναν τεράστιας έκτασης τερματικό σταθμό, με οδική και σιδηροδρομική σύνδεση, στα σύνορα Καζακστάν-Κίνας, που θεωρείται καθοριστικός για τον Δρόμο του Μεταξιού. Μέσα σε λίγους μήνες, μια πόλη με εμπορικά κέντρα και λούνα παρκ, υψηλή οικιστική ανάπτυξη και ουιγουρικά εστιατόρια άνθησε στην κινεζική πλευρά των συνόρων. «Η Κίνα θεωρεί την Κεντρική Ασία πρωτίστως ένα μέσο για τη σταθεροποίηση της Σινγιάνγκ. Είναι όμως και ένα πεδίο δοκιμών για την εξωτερική της πολιτική και την ικανότητα της χώρας να εισχωρήσει σε έναν χώρο που ρυθμίζει η Ρωσία», λέει ο Ραφαέλο Παντούτσι από την ομάδα προβληματισμού Royal United Services Institute, που εδρεύει στο Λονδίνο. Τα 20 τελευταία χρόνια η Κίνα έχει σπάσει το ρωσικό μονοπώλιο στους αγωγούς ενέργειας στην Κεντρική Ασία. Η Transneft, μια ρωσική εταιρεία διαχείρισης αγωγών, είχε τον έλεγχο της ροής του πετρελαίου με προέλευση το Καζακστάν. Σήμερα η χώρα αυτή εξάγει πετρέλαιο στην Κίνα μέσω ενός καινούργιου αγωγού, που κατασκευάστηκε το 2009. «Η Κίνα επανασυρματώνει όλη την περιοχή. Όλοι οι δρόμοι οδηγούσαν παλιά στη Μόσχα. Σήμερα όλοι οι δρόμοι οδηγούν στο Πεκίνο», λέει ο Παντούτσι.

 

Η Ρωσία εξακολουθεί να ασκεί πολιτιστική, γλωσσική και πολιτική επιρροή στην Κ. Ασία. Χρησιμοποιεί εκατομμύρια από τους διακινούμενους εργαζομένους της, ελέγχει τα μέσα ενημέρωσης και τον χώρο των πληροφοριών, και πιστεύει πως μπορεί να ανεβάσει ή να κατεβάσει κυβερνήσεις εκεί. Ίσως και να μπορεί να το κάνει. Αυτό όμως δεν ενοχλεί και πολύ την Κίνα. «Δεν έχει καμία σημασία ποιος είναι ο ενοικιαστής από τη στιγμή που το κτήριο σου ανήκει», όπως λέει ένας άλλος δυτικός διπλωμάτης.

 

Η αλλαγή των ισορροπιών είναι εμφανής στην κεντρική λεωφόρο της πόλης Ος, στο Κιργιστάν. Κοντά στο τεράστιο άγαλμα του Λένιν, που δεσπόζει με το χέρι απλωμένο στην κεντρική πλατεία, βρίσκεται άλλο ένα σήμα κατατεθέν της πόλης: το Shanghai City, το μεγαλύτερο ξενοδοχείο της πόλης. Ο Αζιζμπέκ Καραμπαέφ, ο 31 ετών ιδιοκτήτης του, δούλευε στη Ρωσία στις αρχές της δεκαετίας του 2000, όμως το 2012 άρχισε να μαθαίνει κινεζικά και πήγε στην Κίνα για να σπουδάσει διοίκηση ξενοδοχείων. Το Shanghai City προσφέρει και μαθήματα για εξάσκηση της γλώσσας σε μαθητές που μαθαίνουν κινεζικά. «Υπάρχει τεράστια ζήτηση για διερμηνείς κινεζικών», λέει. Ο εξάχρονος γιος του, ο Αντιλκάν, με τη βία καταλαβαίνει ρωσικά, μιλάει όμως πολύ καλά τα μανδαρινικά. Έχει άλλωστε και κινεζικό όνομα: Ουάνγκ Τσιάο Λονγκ – ή ο «μικρός δράκος».

 

 

 

 

 

 

 

 

Αφήστε ένα σχόλιο