Το πυροβολικό του Αυγούστου

Δημοσιεύτηκε από economia 03/09/2019 0 Σχόλια The Economist,

Οικονομική Επιθεώρηση, Σεπτέμβριος 2019, τ. 986

από τον Τhe Economist

 

 

Ο εμπορικός πόλεμος κλιμακώνεται και η ομίχλη του μετώπου πυκνώνει

 

Ο Κλάουζεβιτς (ο Πρώσος θεωρητικός των συγκρούσεων) δεν είχε γράψει ποτέ για συναλλαγματικό πόλεμο. Όμως κάποιοι από τους σημερινούς διαμορφωτές πολιτικής βλέπουν την τωρινή κατάσταση με όρους Κλάουζεβιτς: τη θεωρούν συνέχιση της εμπορικής πολιτικής με άλλα μέσα. Έτσι πάντως είδε η κυβέρνηση Τραμπ την απόφαση της Κίνας, στις 5 Αυγούστου, να αφήσει το νόμισμά της να υποχωρήσει πέραν της ισοτιμίας των 7 γιουάν/δολάριο για πρώτη φορά μετά το 2008. Μπορεί να είναι αυθαίρετο, όμως αυτό το κατώφλι είχε αποκτήσει πελώρια συμβολική σημασία για τους χειριστές των αγορών συναλλάγματος, τους διαμορφωτές οικονομικής πολιτικής και τους υπεύθυνους των funds. Έχασαν όλοι τα λόγια τους.

 

Το Υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ δεν άργησε να κάνει λόγο για «χειραγώγηση του νομίσματος» από πλευράς Κίνας – καταγγελία που δεν έχει στρέψει έναντι άλλης χώρας εδώ και 25 χρόνια. Η Κίνα, σύμφωνα με την ανάγνωση των Αμερικανών, καθιστά το νόμισμά της φθηνότερο ώστε να κερδίσει αθέμιτο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, σε αντίποινα στην αιφνίδια απόφαση του προέδρου Τραμπ να επιβάλει νέους δασμούς ύψους 10% σε κάπου 300 δισ. δολαρίων εισαγωγές κινεζικών προϊόντων.

 

Κάπου εκεί τερματίστηκαν οι ελπίδες των επενδυτών για ένα ήρεμο καλοκαίρι. Τέλη Ιουλίου, η κεντρική τράπεζα των ΗΠΑ είχε μειώσει τα επιτόκιά της ώστε να προλάβει ενδεχόμενο υποχώρησης του –αξιοσέβαστου– ρυθμού ανάπτυξης της αμερικανικής οικονομίας και οι εντάσεις στη σκηνή του διεθνούς εμπορίου «είχαν καταλαγιάσει», σύμφωνα με τον πρόεδρο της Fed Τζερόμ Πάουελ. Μετά όμως την πτωτική κίνηση του γιουάν, τα αμερικανικά χρηματιστήρια έζησαν τη χειρότερη μέρα του χρόνου. Τα νομίσματα των αναδυόμενων αγορών (το βραζιλιάνικο ρεάλ, η ινδική ρουπία, το νοτιοαφρικανικό ραντ) υποχώρησαν. Η τιμή του αργού Brent κατέρρευσε κάτω από τα 60 δολάρια το βαρέλι, ενώ των αξιών καταφυγίου, όπως του χρυσού, εκτοξεύθηκε.

Η ίδια αναζήτηση ασφάλειας ώθησε τις αποδόσεις των 10ετών αμερικανικών ομολόγων στο 1,7% – στοίχημα των επενδυτών ότι η Fed θα αναγκασθεί να περικόψει ακόμη περισσότερο τα επιτόκιά της ώστε να αποτρέψει ύφεση.

 

Στα θέματα πολέμου και ειρήνης, οι χώρες οφείλουν να είναι προετοιμασμένες για το χειρότερο. Όμως, οι προετοιμασίες μπορεί να εκλαμβάνονται και ως προκλήσεις. Επιτρέποντας στο γιουάν να υποχωρήσει, η Κίνα έδειξε ότι είναι έτοιμη για έναν εμπορικό πόλεμο διαρκείας. Αλλιώς, θα ήταν υποχρεωμένη να αμύνεται, τηρώντας ένα αυθαίρετο επίπεδο ισοτιμίας απέναντι στο δολάριο κάθε φορά που οι ΗΠΑ θα έπαιρναν επιθετική στάση. Όμως η κίνηση αυτή καθιστά ακόμη πιθανότερη πρόσθετη επιθετικότητα. Και οι δυο πλευρές αλληλοκαταγγέλλονται για το ποιος ξεκίνησε τον καυγά.

 

Η Κίνα είχε αυξήσει τους δασμούς της μόνον εις απάντηση των αμερικανικών αυξήσεων, που προηγήθηκαν. Όμως οι ΗΠΑ θεωρούν τη δική τους μαχητική οικονομική διπλωματία ως καθυστερημένη απάντηση σε δεκαετίες κλοπής πνευματικής ιδιοκτησίας και άλλων παρεκτροπών της Κίνας. Η Κίνα θεωρεί το ασθενέστερο γιουάν ως εύλογη απάντηση στους δασμούς Τραμπ, ο Τραμπ (σύμφωνα με τη Wall Street Journal) θεωρεί τους ίδιους δασμούς ως αντίποινα στην άρνηση της Κίνας να αγοράσει περισσότερα αμερικανικά γεωργικά προϊόντα. Το ειρωνικό στοιχείο εδώ είναι ότι οι κινεζικές αγορές αμερικανικής σόγιας και χοιρινού είχαν ήδη πάρει τον ανήφορο, ενώ η κυβέρνηση προσέφερε στους αγοραστές απαλλαγή από ορισμένους δασμούς. Όμως, μετά την απειλή για νέους δασμούς Τραμπ, δημόσιες επιχειρήσεις της Κίνας καθοδηγήθηκαν να μην προβούν τελικώς σε αγορά αμερικανικών προϊόντων.

 

Όποια κι αν είναι η αιτία των νέων επιβαρύνσεων, ποιο θα μπορούσε να είναι το αποτέλεσμά τους; Μερικοί από τους τωρινούς δασμούς των ΗΠΑ (25% επί εμπορευμάτων αξίας περίπου 250 δισ. δολαρίων) έχουν επιβληθεί σε κινεζικά προϊόντα που οι Αμερικανοί εισαγωγείς μπορούν να προμηθευθούν από αλλού. Αυτό περιόρισε τη ζημία που υφίστανται οι Αμερικανοί καταναλωτές και μεγιστοποίησε τη ζημία για τους Κινέζους εξαγωγείς, που έχασαν τζίρο προς όφελος ανταγωνιστών τους. Ασιατικές χώρες κάλυψαν περίπου το μισό κενό που προκλήθηκε από τον προηγούμενο γύρο δασμών.

 

Ο επόμενος γύρος δασμών που τώρα αποφασίστηκε θα πλήξει προϊόντα για τα οποία η Κίνα έχει λιγότερους ανταγωνιστές. Αυτό θα δυσκολέψει τη θέση των Αμερικανών αγοραστών, που θα προσπαθήσουν να αλλάξουν προμηθευτές. Πάντως, η άμεση επίπτωση των νέων δασμών θα είναι να συμπιεσθεί ο ετήσιος ρυθμός ανάπτυξης στην Κίνα τουλάχιστον κατά 0,3% για το 2020 (σύμφωνα με τη UBS): για πρώτη φορά από το 1990, θα πέσει ο ρυθμός αυτός κάτω από το 6%.

 

Προκειμένου να στηρίξει μιαν οικονομία που αποεπιταχύνει, η κινεζική κυβέρνηση έχει ήδη προβεί σε μειώσεις φόρων, αύξησε τη δαπάνη για τη δημιουργία υποδομών και χαλάρωσε τις προσπάθειές της να συγκρατήσει την πιστωτική επέκταση. Όμως συνεχίζει να διστάζει να τονώσει την κτηματαγορά, η οποία είχε βοηθήσει την οικονομία να ξεπεράσει προηγούμενες φάσεις οικονομικής κάμψης. Οι τιμές των ακινήτων αυξάνονται αδιάκοπα και οι επιχειρήσεις στην κτηματαγορά έχουν συσσωρεύσει ανησυχητικά μεγάλο χρέος. Με άλλα λόγια, η Κίνα θέλει να διατηρήσει σταθερή την ανάπτυξή της, να κρατήσει τα μέτωπα του εμπορικού πολέμου με τις ΗΠΑ και να συγκρατήσει τις υπερβολές στη στεγαστική αγορά. Ο συνδυασμός όλων αυτών των επιδιώξεων γίνεται όλο και πιο δύσκολος.

 

Λιγότερο φανερή είναι η ζημιά που απειλεί την αμερικανική οικονομία. Μελέτη της Ομοσπονδιακής Τράπεζας της Ατλάντα δείχνει ότι οι δασμοί και η αβεβαιότητα που προξενεί ο εμπορικός πόλεμος έχουν πλήξει τις ιδιωτικές επενδύσεις κατά 1,2% (και τις βιομηχανικές επενδύσεις, ιδιαίτερα, κατά περισσότερο από 4%). Η γενική αβεβαιότητα έχει επίσης δυσχεράνει την προσπάθεια της Fed να διατηρήσει έναν σταθερό ρυθμό ανάπτυξης και ταυτόχρονα να αυξήσει τα επιτόκια μέχρι πιο ομαλά επίπεδα. Αυτό, με τη σειρά του, περιορίζει το περιθώριο χειρισμών σε περίπτωση που η οικονομία βρεθεί σε κάμψη για άλλους λόγους.

 

Σε tweet του, ο πρόεδρος Τραμπ κάλεσε τη Fed να δώσει απάντηση στην υποχώρηση της ισοτιμίας του κινεζικού νομίσματος. Μολονότι τεχνικά ο χειρισμός του δολαρίου είναι αρμοδιότητα του Υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ, οι πιέσεις της Fed ασκούν μεγάλη επιρροή στην αξία του. Η Fed δεν δέχεται εντολές από τον πρόεδρο και διαχειρίζεται την ισοτιμία του νομίσματος με μια στάση «καλοπροαίρετης απόστασης». Αν όμως οι αβεβαιότητες του εμπορικού πολέμου επιφέρουν αρκετή ζημιά στην εμπιστοσύνη και τη δαπάνη της οικονομίας, τότε θα μπορούσε τελικά να περικόψει ούτως ή άλλως τα επιτόκια. Οι αγορές δίνουν μια πιθανότητα 40% για μείωση των επιτοκίων και 0,75% μέχρι το τέλος της χρονιάς.

 

Η ομίχλη της μάχης μπορεί να αποβεί το ίδιο βλαβερή με την ίδια τη μάχη

Ο εμπορικός πόλεμος έχει προκαλέσει συνέπειες σε όλο τον κόσμο. Το Υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ έχει ήδη επεκτείνει τον κατάλογο χωρών που παρακολουθεί για νομισματική χειραγώγηση. Καμιά από τις χώρες του καταλόγου δεν πληροί και τα τρία κριτήρια που αναφέρει το Υπουργείο Οικονομικών – μεγάλο εμπορικό πλεόνασμα έναντι των ΗΠΑ, σημαντικό συνολικό πλεόνασμα και σταθερές νομισματικές παρεμβάσεις από την κεντρική τράπεζα. Ούτε όμως και η Κίνα πληρούσε και τα τρία κριτήρια. Η ίδια η έννοια της χειραγώγησης αποδεικνύεται ότι επιδέχεται εν πολλοίς χειραγώγηση.

 

Ένα από τα νομίσματα που υπέστη μεγαλύτερες επιπτώσεις ήταν το ιαπωνικό γεν. Θεωρείται καταφύγιο σε περιόδους κρίσεως, οπότε σημείωσε απότομη άνοδο μετά την αιφνιδιαστική κίνηση Τραμπ. Ένα ισχυρό γεν δυσχεραίνει την προσπάθεια της κεντρικής τράπεζας της Ιαπωνίας να αναζωπυρώσει τον πληθωρισμό – ιδίως από τη στιγμή που τα επιτόκιά της είναι ήδη κάτω του μηδενός. Μολονότι η Ιαπωνία έχει από το 2011 να παρέμβει άμεσα στις αγορές συναλλάγματος, οι αρμόδιοι παρακολουθούν την άνοδο του γεν με ανησυχία… Αν η ισοτιμία πλησιάσει το ψυχολογικό κατώφλι των 100 γεν στο δολάριο, οι ιαπωνικές αρχές μπορεί να θεωρήσουν ότι έχουν την υποχρέωση να δράσουν. Οι συναλλαγματικοί πόλεμοι μπορεί κι αυτοί να αποτελέσουν συνέχεια της νομισματικής πολιτικής με άλλα μέσα.

 

Ούτε και Ευρώπη, όμως, ξέφυγε από την αναταραχή. Η βιομηχανική παραγωγή στη Γερμανία έπεσε κατά 5,2% το δωδεκάμηνο μέχρι τον Ιούνιο. «Εξωτερικά μακροοικονομικά σοκ» εξηγούν τα 2/3 της αποεπιτάχυνσης στη Γερμανία από το 2017 – σύμφωνα με την Goldman Sachs. Ευρωπαϊκές τράπεζες όπως η ABN AMRO, η Commerzbank και η Unicredit προειδοποιούσαν τον Αύγουστο για συμπίεση των περιθωρίων κέρδους, για αύξηση των προβλέψεων και αδυναμία των εσόδων τους. Σε πρόσφατο οικονομικό δελτίο της, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα διατύπωνε την ανησυχία ότι η αβεβαιότητα στο διεθνές εμπόριο έχει καθυστερήσει τις επενδύσεις σε παγκόσμια κλίμακα, έχει τραυματίσει τις ευρωπαϊκές εξαγωγές βιομηχανικών προϊόντων, εργαλειομηχανών και μεταφορικών μέσων.

 

Σε μια παγκοσμιοποιημένη οικονομία, τα πάντα αποτελούν συνέχεια όλων των άλλων.

Αφήστε ένα σχόλιο