Οι επιφυλακτικοί πλούσιοι

Δημοσιεύτηκε από economia 12/09/2019 0 Σχόλια The Economist,

Οικονομική Επιθεώρηση, Σεπτέμβριος 2019, τ. 986

από τον Τhe Economist

 

 

 

 

Μια περιήγηση στον μυστικοπαθή κόσμο των μεγαλοεπιχειρηματιών της Γερμανίας

 

 

 

Κάθε φορά που οι Αμερικανοί υπερπλούσιοι βλέπουν να τους καταγράφουν πιο χαμηλά απ’ όσο δικαιούνται στους δημοσιευόμενους καταλόγους των πλουσίων, γίνονται έξαλλοι. Αντίθετα, οι Γερμανοί κάνουν φασαρία όταν η δική τους κατάταξη φαίνεται ύποπτα υψηλή – το εξηγεί ο Heinz Duerr, ο οποίος, όταν ένα οικονομικό περιοδικό τον κατέταξε προ ετών στους δισεκατομμυριούχους, πήρε τον συντάκτη του άρθρου στο τηλέφωνο να διαμαρτυρηθεί. Η συντακτική ομάδα είχε διπλομετρήσει την ιδιοκτησία της Homag (κατασκευάστριας μηχανών επεξεργασίας ξύλου), που είχε αγοράσει η οικογενειακή εταιρεία Duerr, η οποία δραστηριοποιείται στον κλάδο των εργαλειομηχανών. Σε Αμερική και Ιταλία, οι πλουτοκράτες έχουν κατορθώσει να φθάσουν στην κορυφή της πολιτικής εξουσίας, ενώ στην Ασία οι υπερπλούσιοι προβάλλουν τα πλούτη τους με κάθε ευκαιρία. Όμως οι Γερμανοί μεγαλοεπιχειρηματίες προτιμούν να αποφεύγουν τα φώτα της δημοσιότητας.

 

Η Γερμανία δεν έχει έλλειψη υπερπλουσίων: καταγράφει τους περισσότερους διεθνώς, μετά τις ΗΠΑ και την Κίνα. Τον περασμένο Φεβρουάριο, το Forbes –που παρακολουθεί αυτά τα πράγματα– είχε μετρήσει 114 Γερμανούς δισεκατομμυριούχους (σε δολάρια), δηλαδή υπερδιπλάσιους από τους Βρετανούς (βλέπε Διάγραμμα). Αυτό σημαίνει έναν δισεκατομμυριούχο για κάθε 727.000 Γερμανούς – όχι και πελώρια διαφορά από το αμερικανικό σκορ του ενός για κάθε 539.000 πληθυσμού (βέβαια, ο συνολικός αριθμός των Αμερικανών είναι 607).

 

Το Γερμανικό Ινστιτούτο Οικονομικών Ερευνών έχει την εκτίμηση ότι τα συνολικά στοιχεία ενεργητικού των 45 πλουσιότερων Γερμανών είναι περίπου ίσα με το σύνολο της περιουσίας του φτωχότερου 50% της χώρας.

 

Το γεγονός ότι αυτά τα νούμερα προξενούν συχνά έκπληξη είναι μια άλλη πτυχή του φαινομένου που περιγράφει ο Η. Duerr. Οι Γερμανοί μεγαλοεπιχειρηματίες πάντοτε είχαν διαφυλάξει την ιδιωτικότητά τους με μεγαλύτερο ζήλο απ’ ό,τι αλλού. Σχεδόν όλοι γνωρίζουν το πρόσωπο του Jeff Bezos, του αφεντικού της Amazon. Οι περισσότεροι Γάλλοι γνωρίζουν πώς είναι ο Bernard Arnault, του κλάδου των ειδών πολυτελείας, που είναι και ο πλουσιότερος άνθρωπος στην Γαλλία. Όμως ούτε στη γερμανική ούτε στην αγγλόφωνη Wikipedia θα βρει κανείς φωτογραφία του Dieter Schwartz, του ανθρώπου που έχει τον έλεγχο των αλυσίδων λιανικής Lidl και Kaufland. Και καλή σας τύχη, αν αναζητήσετε φωτογραφία των Albrecht, της οικογένειας που ελέγχει την εκπτωτική αλυσίδα Aldi· ή των Reimann, οικογένειας υπερπλουσίων που έχει συμμετοχές στην Krispy Kreme, στην Panera Bread και σειρά άλλων καταναλωτικών προϊόντων.

 

«Δεν θέλουμε να μας παρατηρεί ο κόσμος», λέει η Nicola Leibinger-Kammueller, επικεφαλής της κατασκευαστικής εργαλειομηχανών Trumpf, την οποία ο πατέρας της, Berthold Leibinger, είχε αγοράσει από τον άκληρο ιδρυτή της επιχείρησης Christian Trumpf. Πιστή Λουθηριανή, η κυρία Leibinger-Kammueller, ο πατέρας της και τα δυο της αδέλφια έχουν καταρτίσει έναν οικογενειακό κώδικα συμπεριφοράς που υπογράφουν τα μέλη της οικογένειας όταν γίνονται 16 ετών. Καλύπτει τη διαδοχή στην επιχείρηση, την πώληση μετοχών της εταιρείας, αλλά δίνει και οδηγίες για την θρησκευτική ανεκτικότητα, την κοσμιότητα και τον σεβασμό προς τους άλλους.

 

Το ένα τρίτο των γερμανικών επιχειρηματικών οικογενειών έχουν αντίστοιχους κανόνες, σύμφωνα με τη Σχολή Μάνατζμεντ Οtto Beisheim και τη συμβουλευτική PWC. Το εσωτερικό καταστατικό των Reimann καθιερώνει την εμπιστευτικότητα, λέγεται δε ότι υποχρεώνει τα μέλη της οικογένειας να υπογράφουν στα 18 τους δέσμευση να μην πλησιάζουν τις καθημερινές λειτουργίες της επιχείρησης, να αποφεύγουν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, καθώς και τη φωτογράφιση σε δημόσιους χώρους ή τις συνεντεύξεις.

 

Πολλοί είναι οι παράγοντες που εξηγούν αυτή τη ροπή προς την ανωνυμία. Ένας απ’ αυτούς είναι η φύση των δραστηριοτήτων των Γερμανών μεγαλοεπιχειρηματιών. Στις ΗΠΑ οι περισσότερες μεγάλες περιουσίες έχουν σχηματισθεί στον χρηματοπιστωτικό τομέα ή στην τεχνολογία. Οι περισσότεροι πλούσιοι Γερμανοί οφείλουν την επιτυχία τους σε πιο προσγειωμένες δραστηριότητες, όπου η επιτυχία δεν προκύπτει από εντυπωσιακές εξελίξεις που φιλοξενούνται στα πρωτοσέλιδα, αλλά σε ταπεινότερες καθημερινές βελτιώσεις στο λιανεμπόριο, τη μεταποίηση, τις κατασκευές. Οι δέκα πλουσιότερες οικογένειες της Γερμανίας παράγουν αυτοκίνητα (BMW και Volkswagen), φρένα (Knorr-Bremse) και ανταλλακτικά (Schaeffler), ή πάλι διαχειρίζονται σουπερμάρκετ (οι Schwartz και Albrecht).

 

 

Όμως υπάρχει και ένα θέμα κουλτούρας. Ο Dirk Rossman, ιδρυτής της ομώνυμης αλυσίδας φαρμακείων, λέει ότι οι Γερμανοί δεν θέλουν να ρισκάρουν έναν ενδεχόμενο εξευτελισμό – ιδίως με δεδομένη μια τάση των συμπατριωτών τους για Sozialneid (δηλαδή τη ζήλεια προς τους πιο εύπορους), αλλά και μετά την τραγική ιστορία της απαγωγής και δολοφονίας του 11χρονου Jacob von Metzler, γιου τραπεζικής δυναστείας.

 

Όπως συμβαίνει και σε άλλες χώρες, πολλοί Γερμανοί δημοσιογράφοι είναι αριστερών αποκλίσεων και δείχνουν μιαν εχθρότητα προς τους πλουτοκράτες. Τον Μάρτιο, το περιοδικό Stern είχε ως πρώτο θέμα ένα άρθρο για τους «ξεδιάντροπα πλουσίους», με ανάλυση που έλεγε ότι το 5% των πλουσιότερων Γερμανών προσπαθεί να προστατευθεί από σχεδιαζόμενα αναδιανεμητικά μέτρα οικονομικής πολιτικής με λόμπινγκ κατά των φόρων και με την καταφυγή σε offshore. Τον Μάιο, η εβδομαδιαία Die Zeit είχε σειρά άρθρων για τις «ευθύνες των πλουσίων», ξιφουλκώντας υπέρ ενός φόρου μεγάλων περιουσιών αλλά και αυξημένου φόρου κληρονομιάς. «Στη Γερμανία, ο πλούτος δεν κερδίζει το επιχείρημα», εξηγεί ο Tobias Prestel, που οργανώνει διαλέξεις για τη διαχείριση των περιουσιών των υπερπλουσίων.

 

Αλλά και οι στροφές της ιστορίας αποτελούν έναν πρόσθετο λόγο για τη διακριτική παρουσία των πλουσίων. Οι περισσότεροι Γερμανοί δισεκατομμυριούχοι δεν είναι αυτοδημιούργητοι, αλλά κληρονόμοι βιομηχανικών δυναστειών. Οι πρόγονοί τους μπορεί να μην ήταν και τόσο διακριτικοί, όμως οι συμπεριφορές τους άλλαξαν μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο καθώς αρκετοί τους είχαν ακμάσει τα χρόνια του Τρίτου Ράιχ.

 

Πριν από μερικά χρόνια οι Reimann, των οποίων η περιουσία ξεκινά από μια χημική βιομηχανία που ιδρύθηκε το 1823 από τον Johann Adam Benckiser, ζήτησαν από τον ιστορικό Paul Erker (του Πανεπιστημίου του Μονάχου) να αναδιφήσει τη δράση της οικογένειας υπό το ναζιστικό καθεστώς. Η έρευνα του P. Erker αποκάλυψε ότι ο πατριάρχης της οικογένειας και ο γιος του ήταν φανατικοί υποστηρικτές του Χίτλερ. Επέτρεπαν βίαιες συμπεριφορές έναντι του προσωπικού των επιχειρήσεών τους, αλλά και του σπιτικού τους.

 

Όμως και ο Werner Bahlsen, νυν επικεφαλής της μπισκοτοβιομηχανίας Bahlsen, θα επιστρατεύσει γνωστό ιστορικό προκειμένου να εξετάσει το ναζιστικό παρελθόν της οικογένειας, και τούτο με αφορμή την γκάφα της 26χρονης κόρης του Verena, που, όταν ρωτήθηκε για την εκμετάλλευση από την Bahlsen ανθρώπων σε αναγκαστική εργασία, είχε πει ότι τους μεταχειρίζονταν καλά. (Η V. Bahlsen εν συνεχεία ζήτησε συγγνώμη για την «απερίσκεπτη» απάντησή της.)

 

Οι Quandt (BMW), οι Krupp (χάλυβας), οι Porsche και άλλοι χρειάστηκε να αντιμετωπίσουν αντίστοιχα επιβαρυμένο παρελθόν. Το 2000, 4.760 γερμανικές εταιρείες  -συμπεριλαμβανομένης της Siemens, της Daimler, της Volkswagen και της Deutsche Bank– σχημάτισαν μαζί με το γερμανικό Δημόσιο ένα ίδρυμα που συγκέντρωσε 5 δισ. ευρώ υπέρ όσων έχουν επιβιώσει από τις αγριότητες του ναζιστικού καθεστώτος και την υποχρεωτική εργασία. Οι Reimann είχαν τότε συνεισφέρει 5 εκατομμύρια, όταν όμως
ήρθαν στην επιφάνεια τα ευρήματα του P. Erker κατέβαλαν άλλα 10 εκατ. σε φιλανθρωπικό σκοπό (δεν ανέφεραν ποιον ακριβώς).

 

Παρόμοιου είδους σκοτεινό παρελθόν και η τάση προς κρυψίνοια εξηγούν εν μέρει το γιατί οι Γερμανοί δεν συμπαθούν τους πλουσίους. Σύμφωνα με μελέτη του Ινστιτούτου Allensbach, οι κυριότερες ιδιότητες που αποδίδονται στους πλουσίους είναι ο εγωισμός (52%), ο ματεριαλισμός (56%), η ροπή προς τον κίνδυνο (50%), η πλεονεξία (49%) και η υπερφίαλη στάση ζωής (41%). Μόνο το 2% δέχθηκαν ότι είναι «πολύ σημαντικό» και το 20% ότι είναι «σημαντικό» να γίνουν πλούσιοι οι ίδιοι. Όταν η Ipsos έκανε αντίστοιχη έρευνα στους Αμερικανούς, βρήκε ότι το 39% των νέων, που έχουν την περισσότερο κριτική στάση απέναντι στον πλούτο απ’ ό,τι οι μεγαλύτεροί τους, θεωρούν ότι είναι σημαντικό ή πολύ σημαντικό να γίνουν οι ίδιοι πλούσιοι. […]

 

Όσο οι Γερμανοί πλουτοκράτες συναντιούνται με τους ομοίους τους αλλού στον κόσμο και όσο οι εταιρείες τους παγκοσμιοποιούνται, αρχίζουν να γίνονται λιγότερο συγκρατημένοι. Αυτό δεν τους κάνει πάντα καλό. Προτού η V. Bahlsen κάνει το άτυχο σχόλιό της για την αναγκαστική εργασία, είχε αντιδράσει δημόσια σε αναφορά νεολαίου των Σοσιαλδημοκρατών που μιλούσε για συλλογική διαχείριση των μεγάλων επιχειρήσεων λέγοντας: «Είμαι καπιταλίστρια. Έχω το 25% της Bahlsen, κι αυτό είναι καλό. Θέλω να αγοράσω ιστιοφόρο, τέτοια πράγματα». Ο δε D. Rossman, που δεν αποφεύγει την έκθεση στον Τύπο, υποστηρίζει ότι οι πλούσιοι Γερμανοί θα πρέπει να δραστηριοποιηθούν περισσότερο στην πολιτική, απ’ όπου λείπει πνεύμα επιχειρηματικότητας.

 

Μέχρι σήμερα, λίγοι το τόλμησαν και κανείς δεν το πέτυχε.

 

 

 

 

© The Economist. Μεταφράστηκε και δημοσιεύθηκε από τις Εκδόσεις Κέρκυρα Α.Ε., έπειτα από ειδική άδεια. Το πρωτότυπο αγγλικό κείμενο βρίσκεται στο www.economist.com

Αφήστε ένα σχόλιο