Οι τρεις ορίζοντες

Δημοσιεύτηκε από Antonis D. Papagiannidis 16/09/2019 0 Σχόλια άρθρα,

Οικονομική Επιθεώρηση, Σεπτέμβριος 2019, τ. 986

ΑΝΑΛΥΣΗ του Αντώνη Παπαγιαννίδη

 

 

 

 

«Όταν οι άνθρωποι κάνουν σχέδια, ο Θεός γελάει»

 

 

Ήταν εξαρχής στον σχεδιασμό της σημερινής κυβέρνησης να φέρει τον ορίζοντα της αναμέτρησής της με την πραγματικότητα όσο το δυνατόν πιο νωρίς.

 

Αυτό φάνηκε με την άμεση προώθηση του οργανωτικού της στοιχήματος, με τη νομοθέτηση για το «επιτελικό κράτος», που (α) προβλέπει κανόνες καλής νομοθέτησης και (β) συγκεντρώνει πρωτοβουλία και (διαρκή) έλεγχο σε επίπεδο Πρωθυπουργικού Γραφείου. Το ίδιο ισχύει και με την απόφαση για πρόταξη της ελάφρυνσης του ΕΝΦΙΑ αλλά και της βελτίωσης των προϋποθέσεων των (έως) 120 δόσεων – με τη δημοσιονομική συνέχεια να αφήνεται για μετά τη ΔΕΘ και το Eurogroup Σεπτεμβρίου. Στην ίδια λογική, της front-loaded δράσης, εντάσσονταν και οι συμβολικά φορτισμένες κινήσεις, όπως της κατάργησης του πανεπιστημιακού ασύλου ή του καθεστώτος των απολύσεων, ή της φραγής στις υψηλές συντάξεις.

 

Βέβαια, «όταν οι άνθρωποι κάνουν σχέδια, ο Θεός γελάει». Έτσι, η προσπάθεια να ξεκινήσει η θητεία της νέας κυβέρνησης με αυτόν ως πρώτο ορίζοντα κι έναν δεύτερο ορίζοντα εν συνεχεία, με την προσπάθεια να κερδηθεί δημοσιονομικός χώρος με νέα συμφωνία για τα πρωτογενή πλεονάσματα (αυτό έθεσε σαν κεντρικό στόχο ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ξεκινώντας τις επαφές του με τους δανειστές από τον Εμανουέλ Μακρόν, για να προχωρήσει σε Άνγκελα Μέρκελ και λοιπούς του Eurogroup στη συνέχεια –τώρα– το φθινόπωρο), βρίσκει μπροστά της άμεσες αναταράξεις. Ήταν που ήταν ο «γνωστός άγνωστος» του Brexit, που σπέρνει ένταση στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες· είναι αντίστοιχα η ανηφόρα της αναζήτησης νέων θεσμικών ισορροπιών σε Ευρωπαϊκή Επιτροπή και Κοινοβούλιο· προστέθηκε και η αποδιάρθρωση του ιταλικού πολιτικού συστήματος, ενώ και το αντίστοιχο γερμανικό (με την άνοδο της AfD στα ανατολικά κρατίδια ενόψει…) προβληματίζει. Πού λοιπόν να «χωρέσει» η επανατοποθέτηση του ελληνικού ζητήματος στις προτεραιότητες;

 

Και μάλιστα όταν πλησιάζει η φάση αποεπιτάχυνσης της διεθνούς οικονομίας, μέσα από την πρακτική εμπορικού πολέμου ΗΠΑ/Κίνας, ΗΠΑ/Ευρώπης, και με προσγείωση των προβλημάτων στην ίδια την αυλή της ΕΕ, στη γερμανική οικονομία…

 

 

 

Ελληνοτουρκικά, Ελληνοαμερικανικά και Ανατολική Μεσόγειος

Προστέθηκε ένας άγαρμπος τρίτος ορίζοντας: ο γεωπολιτικός. Γνωρίζαμε την όλο και θετικότερη εξέλιξη των Ελληνοαμερικανικών σχέσεων, με τον λεγόμενο «στρατηγικό διάλογο» εν εξελίξει από την εποχή της προηγούμενης κυβέρνησης (με αναμενόμενη έλευση του Αμερικανού ΥΠΕΞ Μάικ Πομπέο προς τούτο το φθινόπωρο στην Αθήνα). Διαβλέπαμε ενίσχυση του πλέγματος σχέσεων με την προοπτική νέας MDCA/Συμφωνίας Αμοιβαίας Αμυντικής Συνεργασίας με τις ΗΠΑ, που –πέρα από μακροπροθεσμοποίηση του πλέγματος συμφωνιών του 1990– θα περιελάμβανε πέραν Σούδας ευρύτερα στοιχεία: διευκολύνσεις σε Λάρισα, Στεφονοβίκειο/Βόλο, Αλεξανδρούπολη· προμήθεια πολεμικού υλικού από UAVs και μονάδες αεροπορίας μέχρι πλοία νέας τεχνολογίας· κυρίως όμως συνεργασία σε επίπεδο κοινής παρουσίας στην Ανατολική Μεσόγειο. Όλα αυτά «ενσωματώνονταν» στην εσωτερική δημόσια συζήτηση (απ’ όπου είχε προ πολλού εκλείψει ο αντι-αμερικανισμός…) ως μορφή ασπίδας απέναντι στην τουρκική επιθετικότητα νέας εποχής.

 

Αντίστοιχα, άλλωστε, συνέβαιναν και με την άρση του αμερικανικού εμπάργκο που ίσχυε –παράλογα, σε μια λογική εξομοίωσης θύτη και θύματος…– απέναντι στην Κυπριακή Δημοκρατία. Ακόμη περισσότερο με τις αμερικανικές τοποθετήσεις απέναντι στην τουρκική διεκδικητικότητα στο μέτωπο των ερευνών υδρογονανθράκων στην κυπριακή ΑΟΖ, με σύννεφα και προς Καστελόριζο. Όμως…

 

…Όμως, όλη αυτή η θετική περιβάλλουσα δεν άργησε να φανεί ότι περιλαμβάνει και προβλήματα. Επικίνδυνα προβλήματα δε. Έτσι, η νομοθέτηση νέου πλαισίου των ΗΠΑ (Μενέντεζ-Ρούμπιο) για την Κύπρο περιέλαβε και αποθάρρυνση κατάπλου ρωσικών πλοίων για ανεφοδιασμό σε κυπριακά λιμάνια. Πολύ πιο άμεσα/αιχμηρά, σ’ εμάς, η περίπτωση του ιρανικού δεξαμενόπλοιου Adrian Darya-1/Grace-1, που εκρατείτο επί εβδομάδες στο Γιβραλτάρ ως ύποπτο παράβασης του εμπάργκο/μεταφοράς αργού στη Συρία, αλλ’ αφέθηκε από τους Βρετανούς να αποπλεύσει, οδήγησε σε ανοίκεια αμερικανική «παραίνεση»-απειλή προς την Ελλάδα να μην τολμήσει να παράσχει στήριξη στον πλου του. (Η Ελλάδα έχει ανοιχτό εμπόριο αργού με το Ιράν, ενώ ελληνικά πλοία πλέουν τακτικά πλέον στον Περσικό Κόλπο). Τίποτε δεν είναι δωρεάν στον κόσμο τούτο!

 

 

 

Επιστροφή στην επαναδιαπραγμάτευση με τους δανειστές/εταίρους

 

Ας επιστρέψουμε όμως στις συζητήσεις της Ελλάδας με τους δανειστές/εταίρους στη νέα φάση. Η μείωση του στόχου 3,5% του ΑΕΠ σε πρωτογενή πλεονάσματα μέχρι και το 2022, δηλαδή για την τωρινή και τρεις ακόμη χρήσεις, είναι ένα πλήρως εύλογο αίτημα. Μια πολυτραυματίας οικονομία, με τέτοια αφαίρεση πόρων κάθε χρόνο, δεν μπορεί να σηκωθεί όρθια, κι ας έχουμε μέχρι στιγμής ευνοϊκή πορεία εσόδων φέτος. Κυρίως όμως δεν θα μπορέσει να προχωρήσει με κάτι πάνω από 2% επί δεκαετίες μετά το 2022. Αυτό οι «εταίροι» το γνωρίζουν – το γνωρίζουν εδώ και καιρό δε. Το ΔΝΤ διά του Ολιβιέ Μπλανσάρ έχει αναγνωρίσει τι καταστροφή ενσωμάτωσε ο λανθασμένος δημοσιονομικός πολλαπλασιαστής στο Μνημόνιο-1. Αλλά και η ΕΚΤ γνωρίζει ότι και τα δύο πρώτα Μνημόνια είχαν «υπερβολική δόση λιτότητας».

 

Τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα που συμφωνήθηκαν ήταν «απλώς» η προϋπόθεση για να προκύψει η περιλάλητη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους. Όμως, οικονομικά, νόημα δεν έβγαζαν! Εκείνο λοιπόν που επιχειρηματολογεί σήμερα η ελληνική πλευρά είναι ότι το επιτόκιο που υπήρχε όταν γίνονταν οι αρχικοί υπολογισμοί ήταν πολύ υψηλότερο από το σημερινό: μέχρι προ μηνών βρισκόταν η Ελλάδα με αποδόσεις άνω του 4% για το 10ετές της, ενώ τις τελευταίες εβδομάδες άγγιζε το 2%. Σωστό επιχείρημα – και ριψοκίνδυνο! Διότι το να «βάλεις» σε υπολογισμούς μέχρι το 2060 ευνοϊκότερα επιτόκια επειδή σήμερα είναι χαμηλά είναι παρακινδυνευμένο. Πέραν τούτου, αρκεί μια κρίση, π.χ. στην Ιταλία, για να περάσει η απόδοση του ελληνικού 10ετούς από 2% σε 2,15%…

 

Αλλά και το να υποστηριχθεί στους μηχανισμούς Βρυξελλών/Φρανκφούρτης ότι θα επιτευχθούν άμεσα, και πάντως από το 2020, ρυθμοί ανάπτυξης 4%, ή έστω 3+% (όπως λέμε στην εσωτερική πολιτική συζήτηση με περισσή ευκολία), είναι πολύ φιλόδοξο. Ιδίως όταν από παντού στη διεθνή οικονομία, σίγουρα στην Ευρώπη, ακούγονται τριγμοί. Χαρακτηριστικός ο δισταγμός της Fitch να περάσει την προοπτική της Ελλάδας σε θετικό έδαφος (πολύ δε περισσότερο να αναβαθμίσει). Δείτε και τη στάση της Moody’s.

 

Μένει, βέβαια, η προσδοκία να καταγραφούν δημοσιονομικά τα έσοδα από τα επιστρεφόμενα κέρδη ANFAs/SMPs, που προβλέπονταν να γράφονται απευθείας σε μείωση του χρέους. Εδώ πλέον βρισκόμαστε ευθέως στο έδαφος της πολιτικής…

 

Επί της ουσίας της επαναδιαπραγμάτευσης (που-δεν-λέει-το-όνομά-της), τώρα μπορεί η τρέχουσα χρήση, του 2019, να προκύπτει δημοσιονομικά ισορροπημένη, μπορεί και το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή να αισιοδοξεί ως προς την επιτευξιμότητα του στόχου πλεονάσματος του 3,5% του ΑΕΠ για φέτος, αλλά η συνέχεια δημιουργεί ερωτηματικά.

 

Τη στιγμή που μιλάμε δείχνει λοιπόν να επικρατεί η λογική επίδειξης μεταρρυθμιστικού ζήλου. Όμως, μεταρρυθμιστικές κινήσεις όπως η επίσπευση ιδιωτικοποιήσεων (πώληση του 30% του Ελ. Βενιζέλος, συν του 20% του Δημοσίου στα ΕΛΠΕ, προώθηση του πολύπαθου Ελληνικού παρ’ όλες τις αμφιβολίες, Εγνατία, ποιος μιλάει σήμερα για ΔΕΗ;) δύσκολα θα αντισταθμίσουν τις αμφιβολίες για τα δημοσιονομικά.

 

Πιο προωθημένες είναι κινήσεις όπως εκείνες των τροπολογιών 12ης ώρας για τα εργασιακά (συνευθύνη με τον εργολάβο της επιχείρησης που αναθέτει εργολαβία, (επανα)χαλάρωση του καθεστώτος των απολύσεων) προς κατεύθυνση που η κυβέρνηση θεωρεί ότι βελτιώνει το επιχειρηματικό κλίμα. Θα αποδώσουν όμως;

 

Πιο σημαντικά θα είναι μέτωπα όπως εκείνο των κόκκινων δανείων, δηλαδή της επίσπευσης εκκαθάρισης των υπερεπιβαρυμένων τραπεζικών χαρτοφυλακίων. Θα τολμήσει/αντέξει η κυβέρνηση να στηρίξει «ενεργητική διαχείριση» (=πώληση δανείων σε funds) σε σαφώς μεγαλύτερη κλίμακα; Θα διαθέσει πόρους από το «μαξιλαράκι»/cash buffer για τιτλοποιήσεις; Και πάλι: θα υπάρξει και αποτέλεσμα;

 

Υπάρχει, επίσης, το μέτωπο της μείωσης του αφορολογήτου, που δεν έχει κλείσει αληθινά, καθώς το θέμα της διεύρυνσης της φορολογικής βάσης παραμένει. Μέσα από ρυθμίσεις για την κατοχύρωση του αφορολογήτου μεταξύ 8.636 και 5.500 ευρώ μόνον άμα υπάρχουν επιπρόσθετες ηλεκτρονικές συναλλαγές, επιχειρείται να γίνει ένα πρώτο βήμα.

 

Το τρίτο μέτωπο θα είναι εκείνο της συνταξιοδοτικής δαπάνης. Εδώ, η μη περικοπή των «παλαιών» συντάξεων αποτελεί πολιτικό ταμπού. Πάντως, με τη γενική προώθηση των επανυπολογισμών, με το ξήλωμα του προηγούμενου καθεστώτος, όλο και μια διαφοροποίηση θα επιχειρηθεί.

Αφήστε ένα σχόλιο