Η φυγή από τα μετρητά

Δημοσιεύτηκε από economia 25/09/2019 0 Σχόλια The Economist,

Οικονομική Επιθεώρηση, Σεπτέμβριος 2019, τ. 986

από τον Τhe Economist

 

 

 

 

Οι πλούσιες χώρες βιάζονται να καθιερώσουν τις άυλες πληρωμές. Χρειάζεται να κάνουν περισσότερα, ώστε να προετοιμαστούν για τις παρενέργειες

 

 

 

Τα τελευταία 3.000 χρόνια, όταν οι άνθρωποι σκέφτονταν τα χρήματα, εννοούσαν τα μετρητά. Από την αγορά τροφίμων μέχρι την πληρωμή ενός καφέ, οι καθημερινές συναλλαγές παρέπεμπαν σε τσαλακωμένα χαρτονομίσματα ή σε μεταλλικά κέρματα. Την τελευταία δεκαετία, ωστόσο, απογειώνονται οι ψηφιακές πληρωμές: το να περνάς την κάρτα σου σε τερματικό, ή να χρησιμοποιείς για πληρωμές το έξυπνο τηλέφωνό σου έχει γίνει η νέα κανονικότητα. Ήδη, η επανάσταση αυτή τείνει να καταστήσει τα μετρητά σε ορισμένες πλούσιες οικονομίες είδος υπό εξαφάνιση. Αυτό θα ενισχύσει την αποτελεσματικότητα των οικονομιών – όμως δημιουργεί και νέα προβλήματα, που πιθανόν να παρεμποδίσουν τη μετάβαση.

 

Οι διάφορες χώρες καταργούν τη χρήση των μετρητών με διαφορετική ταχύτητα. Όμως η κατεύθυνση της διαδρομής είναι δεδομένη και, σε μερικές περιπτώσεις, η μετάβαση έχει ολοκληρωθεί. Στη Σουηδία, ο αριθμός των συναλλαγών λιανικής (ανά άτομο) έχει αυξηθεί κατά 80% μέσα στην τελευταία 10ετία. Τα μετρητά καλύπτουν μόλις 6% των αγορών, κατ’ αξία, στη Νορβηγία. Η Βρετανία βρίσκεται κατά πάσα πιθανότητα 4-6 χρόνια πίσω από τις Βόρειες Χώρες. Η Αμερική βρίσκεται ενδεχομένως 10 χρόνια πίσω. Όμως πέρα από τον πλούσιο κόσμο, τα μετρητά κυριαρχούν. Ακόμη κι εκεί, πάντως, η κυριαρχία αυτή υποχωρεί. Στην Κίνα, οι ψηφιακές πληρωμές ανέβηκαν από ένα 4% του σύνολο των πληρωμών το 2012 σε 34% το 2017.

 

Τα μετρητά πεθαίνουν για δύο βασικούς λόγους. Ο ένας αφορά τη ζήτηση: οι νεότεροι καταναλωτές αναζητούν συστήματα πληρωμών που συνδέονται χωρίς πρόβλημα με την ψηφιακή ζωή τους. Αντίστοιχα μεγάλη σημασία έχει όμως και το γεγονός ότι οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών, όπως οι τράπεζες ή οι εταιρείες fintech (στις πλούσιες χώρες) ή οι τηλεφωνικές εταιρείες (στις αναπτυσσόμενες), αναπτύσσουν όλο και περισσότερες τεχνολογίες πληρωμών που είναι εύκολες για τον χρήστη. Από αυτές τις υπηρεσίες εν συνεχεία μπορούν και αντλούν δεδομένα – και εισπράττουν αμοιβές.

 

Πίσω από την οικονομία που κινείται με μετρητά υπάρχουν υψηλά στοιχεία κόστους – τα ATMs, τα φορτηγάκια των χρηματαποστολών, οι ταμίες που μετράνε χαρτονομίσματα ή κέρματα. Οι περισσότερες χρηματοπιστωτικές εταιρείες θέλουν πολύ να εγκαταλείψουν αυτές τις μορφές λειτουργίας, ή πάλι αποθαρρύνουν τους παραδοσιακούς πελάτες με την επιβολή σημαντικών χρεώσεων.

 

Βασικά, η προοπτική μετάβασης σε μια οικονομία χωρίς μετρητά είναι σαφώς θετική. Τα μετρητά χαρακτηρίζονται από χαμηλή αποτελεσματικότητα. Στις πλούσιες χώρες η παραγωγή τους, ο χειρισμός τους, η φύλαξη και η διανομή τους υπολογίζεται ότι κοστίζουν κάπου 0,5% του ΑΕΠ. Αυτό όμως δεν περιγράφει πλήρως τα κέρδη που μπορούν να υπάρξουν. Άμα περάσουμε σε αποϋλοποιημένες πληρωμές, τα μαγαζιά –αλλά και οι άνθρωποι– θα κινδυνεύουν λιγότερο από κλοπές. Οι κυβερνήσεις θα μπορούν να ελέγχουν καλύτερα τη φοροδιαφυγή, ή και τις περιπτώσεις απάτης. Η ψηφιοποίηση διευρύνει επίσης κατά πολύ τα περιθώρια δράσης των μικρών επιχειρήσεων και των ατομικών εμπορικών καταστημάτων, καθώς επιτρέπει τη διασυνοριακή εμπορία. Τέλος, δημιουργεί μια πιστωτική διαδρομή που καταγράφεται για κάθε χρήση, πράγμα που διευκολύνει τους καταναλωτές να αποκτούν πρόσβαση σε δανεισμό.

 

Απέναντι, όμως, σε όλα αυτά τα πλεονεκτήματα υπάρχει και μια σειρά ανησυχιών. Τα ηλεκτρονικά συστήματα πληρωμών μπορεί να είναι ευάλωτα σε τεχνικές αστοχίες, μπλακάουτ ηλεκτρικού ρεύματος και κυβερνοεπιθέσεις: τον περασμένο Αύγουστο η αμερικανική τράπεζα CapitalOne ήταν η τελευταία μιας σειράς επιχειρήσεων που δέχθηκαν επίθεση από χάκερς. Σε μια οικονομία χωρίς μετρητά, οι φτωχοί, οι ηλικιωμένοι και οι κάτοικοι αγροτικών περιοχών μπορεί να βρεθούν περιθωριοποιημένοι – ενώ η κατάργηση των μετρητών, που αποτελούν ανώνυμη μέθοδο πληρωμής, και η μετάβαση σε ένα ψηφιακό σύστημα θα μπορούσε να δώσει στις μεν κυβερνήσεις την ευχέρεια να κατασκοπεύουν τις αγοραστικές συνήθειες των ανθρώπων, στις δε μεγάλες ιδιωτικές επιχειρήσεις να εκμεταλλεύονται τα προσωπικά τους δεδομένα.

 

Τα προβλήματα αυτά επιδέχονται τρεις λύσεις. Πρώτον, οι κυβερνήσεις θα πρέπει να εξασφαλίσουν ότι το μονοπώλιο των κεντρικών τραπεζών επί των κερμάτων και των χαρτονομισμάτων δεν θα αντικατασταθεί από ιδιωτικά μονοπώλια επί των ψηφιακών νομισμάτων. Αντί να επιτρέψουν σ’ έναν μικρό αριθμό εταιρειών πιστωτικών καρτών να έχουν τον πλήρη έλεγχο του ηλεκτρονικού δικτύου για τις ψηφιακές πληρωμές –όπως είναι ενδεχόμενο, ακόμη, να δεχθούν οι ΗΠΑ–οι κυβερνήσεις οφείλουν να εξασφαλίσουν ότι το δίκτυο αγωγών μέσω του οποίου θα μπορούν να γίνονται οι πληρωμές θα παραμείνει διαθέσιμο για μια μεγάλη ποικιλία ψηφιακών εταιρειών, οι οποίες με τη σειρά τους να μπορούν να χτίζουν τις δικές τους υπηρεσίες σ’ αυτή τη βάση. Θα πρέπει να πιεσθούν οι τράπεζες να παρέχουν άμεσες, διατραπεζικές ψηφιακές υπηρεσίες μεταβίβασης ποσών μεταξύ λογαριασμών καταθέσεων, όπως συμβαίνει στη Σουηδία και την Ολλανδία. Ο ανταγωνισμός θα πρέπει να κρατά τις τιμές σε χαμηλά επίπεδα ώστε οι φτωχοί να μπορούν να έχουν στη διάθεσή τους τις περισσότερες υπηρεσίες. Θα πρέπει επίσης, σε περίπτωση που μια επιχείρηση σκοντάφτει, να μπορούν να την αντικαταστήσουν άλλες: με άλλα λόγια, το σύστημα θα πρέπει να είναι ανθεκτικό.

 

 

Δεύτερον, οι κυβερνήσεις θα πρέπει να διατηρήσουν σε ισχύ την υποχρέωση των τραπεζών να τηρούν την εμπιστευτικότητα των πληροφοριών που αφορούν τους πελάτες: τα δίκτυα πληρωμών πρέπει να παραμείνουν ανώνυμα. Οι ψηφιακές εταιρείες που χρησιμοποιούν παρόμοια δίκτυα για να παράσχουν υπηρεσίες θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να εκμεταλλεύονται τα στοιχεία των συναλλαγών που διενεργούν – φτάνει, όμως, το επιχειρηματικό τους μοντέλο να είναι εμφανές στους χρήστες. Ορισμένοι καταναλωτές μπορεί να προτιμούν δωρεάν υπηρεσίες, οι οποίες όμως καταγράφουν τις αγορές τους. 'Αλλοι όμως μπορεί να προτιμούν να πληρώνουν, ώστε τα στοιχεία τους να παραμένουν εμπιστευτικά.

 

 

Τέλος, η μετάβαση στην οικονομία χωρίς μετρητά θα πρέπει να γίνει κλιμακωτά. Για μια 10ετή περίοδο, οι τράπεζες θα πρέπει να συνεχίσουν να έχουν την υποχρέωση να δέχονται και να διανέμουν μετρητά στις πυκνοκατοικημένες περιοχές. Αυτό θα δώσει χρόνο στις κυβερνήσεις ώστε να βοηθήσουν τους φτωχούς να ανοίξουν τραπεζικούς λογαριασμούς, να εκπαιδεύσουν τους ηλικιωμένους στις ψηφιακές υπηρεσίες και να ενισχύουν την πρόσβαση στο ίντερνετ στις αγροτικές περιοχές. Η γρήγορη κίνηση προς το ψηφιακό χρήμα είναι η συνέπεια αυθόρμητης ζήτησης και καινοτομίας. Προκειμένου να εισπράξουν όλα τα οφέλη από την εξέλιξη αυτή, οι κυβερνήσεις θα πρέπει να κάνουν προετοιμασίες για τη μέρα που το τελευταίο τσαλακωμένο χαρτονόμισμα θα αλλάξει χέρια.

 

 

 

 

 

© The Economist. Μεταφράστηκε και δημοσιεύθηκε από τις Εκδόσεις Κέρκυρα Α.Ε., έπειτα από ειδική άδεια. Το πρωτότυπο αγγλικό κείμενο βρίσκεται στο www.economist.com

Αφήστε ένα σχόλιο