Η κρίση, οι τράπεζες και οι προοπτικές για το μέλλον

Δημοσιεύτηκε από economia 26/09/2019 0 Σχόλια άρθρα,

Γιώργος Αλογοσκούφης
Fletcher School, Tufts University και Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών

 

εισαγωγική ομιλία στην Ημερίδα του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων (Ι.ΔΙ.Σ.) του Παντείου Πανεπιστημίου

 

Η Ελλάδα κυριαρχεί στους τίτλους των διεθνών ΜΜΕ για σχεδόν δέκα χρόνια. Μετά την ξαφνική αποκοπή της από τις διεθνείς χρηματαγορές στις αρχές του 2010, εκτυλίχθηκε στη χώρα μια πραγματική οικονομική τραγωδία.

 

Η ελληνική κρίση, η οποία προκλήθηκε από τη μεγάλη διεθνή χρηματοπιστωτική κρίση και ύφεση του 2008-09, είχε ως υπόβαθρο τις χρόνιες διαρθρωτικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας αλλά και τις αδυναμίες της αρχιτεκτονικής της ίδιας τη ζώνης του ευρώ. Η κρίση μεταδόθηκε στη συνέχεια σε άλλες οικονομίες της περιφέρειας της ζώνης του ευρώ. Η Ελλάδα, όντας το πρώτο θύμα της κρίσης, έπρεπε να προσαρμοσθεί άμεσα και αναγκάστηκε να υιοθετήσει ένα εξωτερικά επιβληθέν πρόγραμμα, το οποίο με τη σειρά του οδήγησε στη βαθύτερη και μακρύτερη ύφεση της μεταπολεμικής ιστορίας της χώρας.

 

Μεταξύ του 2007 και του 2016, το πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ στην Ελλάδα μειώθηκε σχεδόν κατά το ένα τέταρτο. Το ποσοστό ανεργίας τετραπλασιάστηκε. Κορυφώθηκε στο 27,9% του εργατικού δυναμικού τον Ιούλιο του 2013, από 7,3% τον Μάιο του 2008, και έκτοτε μειώνεται με πολύ αργό ρυθμό.

 

Εκατομμύρια Έλληνες αντιμετώπισαν το φάσμα της φτώχειας και εκατοντάδες χιλιάδες μορφωμένοι και εξειδικευμένοι Έλληνες νέοι μετανάστευσαν σε άλλες χώρες της ΕΕ και του υπόλοιπου κόσμου, καθώς οι πραγματικοί μισθοί και οι συντάξεις στην Ελλάδα μειώθηκαν σημαντικά και η ανεύρεση κατάλληλων και ικανοποιητικά αμειβόμενων θέσεων εργασίας έγινε εξαιρετικά δύσκολη. Η ελληνική τραγωδία δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία. Εξελίχθηκε σταδιακά μετά την ένταξη της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) το 1981 και ιδιαίτερα μετά την ένταξη στη ζώνη του ευρώ το 2001. Οι ανισορροπίες που προέκυψαν υπήρξαν το αποτέλεσμα των διαρθρωτικών αδυναμιών της ελληνικής οικονομίας, των μακροοικονομικών πολιτικών της δεκαετίας του ’80, της ανεπάρκειας των προσπαθειών μακροοικονομικής προσαρμογής που έκαναν διαδοχικές ελληνικές κυβερνήσεις κατά τις δεκαετίες που ακολούθησαν και του γεγονότος ότι η Ελλάδα εισήλθε στη ζώνη του ευρώ χωρίς να έχει αντιμετωπίσει ούτε το δημοσιονομικό της πρόβλημα αλλά ούτε και το πρόβλημα της χαμηλής διεθνούς ανταγωνιστικότητας της οικονομίας.

 

Οι δυσμενείς εξελίξεις όμως των τελευταίων δέκα χρόνων φέρουν και την ανεξίτηλη σφραγίδα της μονομερούς περιοριστικής πολιτικής της “τρόϊκας” του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ), της Επιτροπής της ΕΚ και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), η οποία σχεδίασε τα διαδοχικά προγράμματα οικονομικής προσαρμογής μετά το 2010. Οι εγγενείς αδυναμίες της ζώνης του ευρώ, και ιδιαίτερα το γεγονός ότι απέχει πολύ από το να είναι μία βέλτιστη νομισματική ζώνη, διαδραμάτισαν επίσης σημαντικό ρόλο στην ελληνική κρίση. Η χώρα οδηγήθηκε τελικά σε κρίση λόγω της διαχρονικής αδυναμίας της να χειριστεί ικανοποιητικά το αμείλικτο δίλημμα μιας μικρής ανοικτής οικονομίας με χαμηλή διεθνή ανταγωνιστικότητα, η οποία λειτουργεί σε ένα καθεστώς ελεύθερης κινητικότητας κεφαλαίων και αμετάκλητα καθορισμένων συναλλαγματικών ισοτιμιών, όπως η ζώνη του ευρώ.

 

Μια τέτοια οικονομία, όπως πρώτος ανέδειξε ο Robert Mundell το 1963, αντιμετωπίζει ένα δίλημμα μεταξύ εσωτερικής και εξωτερικής ισορροπίας, δεδομένου ότι έχει μόνο ένα μέσο μακροοικονομικής σταθεροποίησης, τη δημοσιονομική πολιτική, με το οποίο θα πρέπει να επιδιώκει να ικανοποιήσει δύο αντικρουόμενους στόχους. Μια επεκτατική δημοσιονομική πολιτική την οδηγεί προς την πλήρη απασχόληση εις βάρος όμως ενός διευρυνόμενου ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Μια περιοριστική δημοσιονομική πολιτική μπορεί να διορθώσει το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, αλλά σε βάρος της απασχόλησης και της παραγωγής, με τη δημιουργία οικονομικής ύφεσης.

 

Η υποτίμηση του νομίσματος, η οποία θα μπορούσε να βοηθήσει στην πιο ικανοποιητική επίλυση ενός τέτοιου διλήμματος, δεν αποτελεί επιλογή σε μία ζώνη ενιαίου νομίσματος, όπως η ευρωζώνη. Αυτό το δίλημμα δεν αντιμετωπίστηκε μόνο από την Ελλάδα, αλλά από όλες τις οικονομίες της περιφέρειας της ζώνης του ευρώ, όπως η Ισπανία, η Πορτογαλία και η Ιρλανδία. Εξάλλου, η συσσώρευση ελλειμμάτων του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών που οδήγησαν σε κρίση δεν περιορίστηκε στην Ελλάδα. Υπήρξε χαρακτηριστικό και των υπολοίπων χωρών της περιφέρειας της ζώνης του ευρώ, γεγονός που υποδηλώνει ότι ορισμένα από τα προβλήματα που μαστίζουν την Ελλάδα οφείλονται και σε συστημικές αδυναμίες στον σχεδιασμό της ζώνης του ευρώ. Ωστόσο, παραμένει γεγονός ότι η Ελλάδα είχε βαθύτερες και πιο σοβαρές μακροοικονομικές ανισορροπίες από ό,τι η υπόλοιπη περιφέρεια της ευρωζώνης.

 

Στην περίπτωση της Ελλάδας, η σημαντική και έντονη πτώση των πραγματικών επιτοκίων που συνόδευσε την ένταξη στην ευρωζώνη, εξαιτίας της εξάλειψης του κινδύνου υποτίμησης του νομίσματος, οδήγησε σχεδόν αμέσως σε σημαντική αύξηση των εγχώριων επενδύσεων και μείωση των εθνικών αποταμιεύσεων. Ως αποτέλεσμα, η μεν οικονομική ανάπτυξη επιταχύνθηκε λόγω της αύξησης της εγχώριας ζήτησης, αλλά σημειώθηκε και σημαντική διεύρυνση του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, λόγω της χαμηλής διεθνούς ανταγωνιστικότητας και της αύξησης των επενδύσεων σε σχέση με τις αποταμιεύσεις. Η παρατεταμένη διεύρυνση του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών και η συσσώρευση εξωτερικού χρέους στη δεκαετία μετά την ένταξη της χώρας στην ευρωζώνη και προ του ξεσπάσματος της κρίσης ήταν ο κύριος παράγων που συνετέλεσε στην ένταση και τη διάρκεια της κρίσης. Επιπλέον, στην περίπτωση της Ελλάδας, τόσο η δημοσιονομική όσο και η εισοδηματική πολιτική χαλάρωσαν σημαντικά αμέσως μετά την ένταξη στην ευρωζώνη το 2001. Αυτή η χαλάρωση προσέφερε περισσότερα καύσιμα στην οικονομική μεγέθυνση αλλά και στη διεύρυνση του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών.

 

Πρωτοβουλίες όπως η υπερβολική αύξηση των μισθών και των συντάξεων, οι φορολογικές περικοπές, οι προσλήψεις στο δημόσιο, οι αυξήσεις στις στρατιωτικές προμήθειες και η διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων οδήγησαν σε περαιτέρω επιδείνωση του δημοσιονομικού προβλήματος και επιδείνωσαν τα προβλήματα της διεθνούς ανταγωνιστικότητας και του ισοζυγίου πληρωμών. Εν πάση περιπτώσει, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι δημοσιονομικές και οι εισοδηματικές πολιτικές διαφορετικών κυβερνήσεων μετά την ένταξη στη ζώνη του ευρώ έδωσαν υπερβολική έμφαση στον στόχο της τόνωσης της εγχώριας ζήτησης, προκειμένου να προωθηθεί η ανάπτυξη και η απασχόληση, και ανεπαρκή έμφαση στη βελτίωση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας και τη διόρθωση των εξωτερικών ανισορροπιών.

 

Από την άλλη πλευρά, μετά την κρίση του 2010 και την υιοθέτηση του εξωτερικά επιβληθέντος προγράμματος προσαρμογής, η έμφαση της μακροοικονομικής πολιτικής μετατοπίστηκε σχεδόν αποκλειστικά στην αντιμετώπιση των εξωτερικών ανισορροπιών, χωρίς όμως μέριμνα για τα εγχώρια εισοδήματα, την ανάπτυξη και την απασχόληση. Ως αποτέλεσμα αυτής της απότομης αντιστροφής της πολιτικής, υπήρξε μια καταστροφικά μεγάλη και παρατεταμένη ύφεση για την ελληνική οικονομία, όπου κάθε εκατοστιαία μονάδα βελτίωσης του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών σε σχέση με το ΑΕΠ κόστιζε περίπου δυόμισι εκατοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ από την άποψη της μείωσης της συνολικής εγχώριας παραγωγής, και περίπου μιάμιση εκατοστιαία μονάδα του συνολικού εργατικού δυναμικού, όσον αφορά την αύξηση της ανεργίας. Έτσι, το κόστος σε σχέση με τη απώλεια παραγωγής και θέσεων εργασίας υπήρξε υπερβολικό.

 

Ποια ήταν όμως ο ρόλος του χρηματοπιστωτικού και ιδιαίτερα του τραπεζικού τομέα σε όλα αυτά. Ο χρηματοπιστωτικός τομέας συνετέλεσε σημαντικά και στην διεύρυνση του ισοζυγιου τρεχουσών συναλλαγών στην δεκαετία πριν την κρίση και στην ένταση και διάρκεια της ύφεσης μετά την κρίση; Υπήρξε ταυτόχρονα το όχημα μέσω του οποίου δημιουργήθηκαν οι εξωτερικές ανισορροπίες που οδήγησαν στην κρίση, αλλά και το όχημα μέσω του οποίου μεταδόθηκε και εντάθηκε η ίδια η κρίση. Η υπερβολική πιστωτική επέκταση στην περίοδο πριν την κρίση, μέσω της αύξησης της μόχλευσης (leverage) των ελληνικών τραπεζών είχε ως συνέπεια την υπερβολική απομόχλευση (deleveraging) μετά το ξέσπασμα της κρίσης, και της δημιουργία πιστωτικής ασφυξίας, που συνετέλεσε τόσο στην ένταση όσο και στη διάρκεια της κρίσης.

 

Όπως ήδη ανέφερα, η συμμετοχή στη ζώνη του ευρώ οδήγησε σε σημαντική μείωση όχι μόνο των ονομαστικών, αλλά και των πραγματικών επιτοκίων. Καθώς η Ελλάδα λειτουργούσε σε περιβάλλον χαμηλών επιτοκίων, τα νοικοκυριά, οι επιχειρήσεις και η κυβέρνηση μπορούσαν να δανείζονται με πολύ χαμηλά επιτόκια, γεγονός που τους ώθησε να αυξήσουν τις επενδύσεις και να μειώσουν τις αποταμιεύσεις τους. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση του τραπεζικού δανεισμού και την ταχεία επέκταση του ενεργητικού των εγχώριων τραπεζών, οι οποίες με τη σειρά του δανείστηκαν από το εξωτερικό. Το σημαντικό πλεόνασμα της ιδιωτικής αποταμίευσης έναντι των επενδύσεων, το οποίο κατά το παρελθόν συνέβαλε στη διατήρηση του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών σε χαμηλά επίπεδα, ακόμη και με την παρουσία ελλειμμάτων της γενικής κυβέρνησης, μετατράπηκε σταδιακά σε σημαντικό έλλειμμα το οποίο χρηματοδοτήθηκε με τραπεζικό δανεισμό.

 

Η αύξηση των επενδύσεων και της κατανάλωσης,ήδη από το 1998, από τη μία ενίσχυσε τη συνολική ζήτηση και οδήγησε σε σχετικά υψηλά ποσοστά οικονομικής ανάπτυξης και μείωση της ανεργίας. Ωστόσο, οι υψηλότερες επενδύσεις και η κατανάλωση είχαν επίσης ως αποτέλεσμα την έκρηξη των ελλειμμάτων του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Το ήδη υψηλό δημόσιο χρέος της Ελλάδας, που ήταν κυρίως εγχώριο, μετατράπηκε γρήγορα σε εξωτερικό χρέος. Το ελληνικό κράτος μπορούσε μετά την ένταξη στη ζώνη του ευρώ να δανείζεται από το εξωτερικό με χαμηλά επιτόκια, ενώ οι ελληνικές τράπεζες χρησιμοποίησαν τα σημαντικά αποθέματα κρατικών ομολόγων τους ως εξασφαλίσεις για να δανείζονται από τις τράπεζες στην υπόλοιπη ΕΕ. Αυτά τα εξασφαλισμένα με κρατικά ομόλογα δάνεια από το εξωτερικό επέτρεψαν στις ελληνικές τράπεζες να καλύψουν την αυξημένη και πιο κερδοφόρα ζήτηση για πιστώσεις από τα εγχώρια νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις.

 

Οι συνολικές εγχώριες πιστώσεις επεκτάθηκαν εξαιρετικά γρήγορα, τροφοδοτώντας την έκρηξη και στο έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών.

Οι συνολικές πιστώσεις μέσω του χρηματοπιστωτικού συστήματος αυξήθηκαν από 81,5% του ΑΕΠ το 1999 σε 131,3% το 2009. Πενήντα εκατοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ. Οι συνολικές πιστώσεις προς τον ιδιωτικό τομέα αυξήθηκαν από 34,2% του ΑΕΠ το 1999 σε 105,1% το 2009. Εβδομήντα εκατοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ. Το σύνολο των εγχώριων πιστώσεων προς το δημόσιο, μέσω της διακράτησης κρατικών ομολόγων μειώθηκε από 47,2% του ΑΕΠ το 1999 σε μόλις 26,2% το 2009. Είναι προφανές από τα παραπάνω ότι οι ελληνικές τράπεζες χρησιμοποιούσαν τα κρατικά ομόλογα ως διασφαλίσεις για να δανειστούν από ευρωπαϊκές και άλλες διεθνείς τράπεζες για τη χρηματοδότηση του υπερβολικά αυξημένου δανεισμού του εγχώριου ιδιωτικού τομέα.

 

Έτσι, η έκρηξη των πιστώσεων διευκόλυνε, διατήρησε και χρηματοδότησε τόσο το αυξημένο έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών όσο και τη διεθνοποίηση του χρέους της γενικής κυβέρνησης. Το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών παρουσιάζει έντονη ανοδική τάση ήδη από το 1995. Το μέσο έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών αυξήθηκε από το 0,9% του ΑΕΠ στο 5,1% του ΑΕΠ κατά την περίοδο 1995-99, στο 9,3% του ΑΕΠ κατά την περίοδο 2000-2004 και στο 13,1% ΑΕΠ κατά την περίοδο 2005-2009. Το δημόσιο χρέος, τα δύο τρίτα του οποίου διακρατούσαν αρχικά κυρίως οι ελληνικές τράπεζες, μετατράπηκε γρήγορα σε εξωτερικό χρέος.

 

Όπως και σε πολλές άλλες χώρες της περιφέρειας της ευρωζώνης, οι κίνδυνοι από την εξέλιξη του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών αγνοήθηκαν σε μεγάλο βαθμό για πολλά χρόνια, λόγω της μη δικαιολογημένης αίσθησης ασφάλειας που προέκυψε από τη συμμετοχή στη ζώνη του ευρώ, την ανάκαμψη του ποσοστού μεγέθυνσης του πραγματικού ΑΕΠ και τη μείωση της ανεργίας χωρίς αύξηση του πληθωρισμού.

 

Ένα πρόγραμμα σταθεροποίησης μετά τους Ολυμπιακούς αγώνες, κατά την περίοδο 2005-2007, δεν μπόρεσε να αντιστρέψει τις εξελίξεις αυτές, καθώς μάλιστα διακόπηκε λόγω της πολιτικής αστάθειας που προκλήθηκε με τις εκλογές του 2007 και της διεθνούς οικονομικής και χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008-09. Μετά την κρίση ο τραπεζικός δανεισμός ακολούθησε αντίστροφη πορεία, λόγω της ταχύτατης απομόχλευσης που απαιτήθηκε, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί χρηματοπιστωτική ασφυξία, η οποία ενίσχυσε τόσο την ένταση όσο και τη διάρκεια της ύφεσης. Τόσο τα επιτόκια χορηγήσεων όσο και οι καταθέσεις άρχισαν να αυξάνονται μετά το 2010. Η πιστωτική επέκταση επιβραδύνθηκε και τελικά μετατράπηκε σε συρρίκνωση καθώς οι ελληνικές τράπεζες άρχισαν να αιμορραγούν και καταθέσεις, εξαιτίας μιας μαζικής φυγής κεφαλαίων.

 

Ήταν το αποτέλεσμα αυτό αναπόφευκτο; Οχι απαραίτητα. Οι έλεγχοι κεφαλαίων θα είχαν αποτρέψει τη φυγή κεφαλαίων και την πιστωτική κρίση, αλλά δεν προτάθηκαν τότε ούτε από την τρόϊκα ούτε από την ελληνική κυβέρνηση. Κακώς. Μία οικονομία σε κρίση, η οποία δεν έχει και επαρκή άλλα μέσα πολιτικής, δικαιολογείται απόλυτα να αναστείλει προσωρινά την ελεύθερη κίνηση κεφαλαίων, καθώς η φυγή κεφαλαίων επιδεινώνει την κρίση.

 

Μετά την αποτυχία του πρώτου προγράμματος οικονομικής προσαρμογής και τις αυξανόμενες προσδοκίες για την έξοδο της Ελλάδας από την ευρωζώνη (Grexit), συμφωνήθηκε ένα δεύτερο πρόγραμμα οικονομικής προσαρμογής τον Ιούλιο του 2011. Ωστόσο, η φυγή κεφαλαίων εντάθηκε, καθώς το δεύτερο πρόγραμμα προέβλεπε επίσης μερική απομείωση του ελληνικού χρέους μέσω της συμμετοχής του ιδιωτικού τομέα (PSI) τον Φεβρουάριο-Μάρτιο του 2012. Αυτή η πρόβλεψη, καθώς και η ενδεχόμενη μείωση, οδήγησαν σε νέα πιστωτική κρίση, η οποία ενέτεινε και παρέτεινε την ύφεση. Το περιθώριο των επιτοκίων των ελληνικών 10ετών κρατικών ομολόγων άρχισε να αυξάνεται πάλι το δεύτερο εξάμηνο του 2011, έφθασε στο 27,4% τον Φεβρουάριο του 2012 και παρέμεινε περίπου 20% μέχρι την παρέμβαση του Draghi ότι θα κάνει "οτιδήποτε χρειάζεται” για τη διάσωση της ευρωζώνης, τον Ιούλιο του 2012. Η απομείωση του ελληνικού χρέους που τελικά “συμφωνήθηκε” με τις τράπεζες στο πλαίσιο του PSI ήταν υψηλότερη από ό,τι αναμενόταν αρχικά, επιδεινώνοντας περαιτέρω την πιστωτική κρίση και δημιούργησε την ανάγκη για νέα ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών. Το σύνολο των τραπεζικών πιστώσεων μειώθηκε κατά 26% ή από 160% του ΑΕΠ σε 137% του ΑΕΠ.

 

Η πιστωτική κρίση επιδεινώθηκε το πρώτο εξάμηνο του 2015, μετά την εκλογή της κυβέρνησης Τσίπρα και την σχεδόν καταστροφική προσπάθεια επαναδιαπραγμάτευσης των όρων της διάσωσης της Ελλάδας. Τα περιθώρια επιτοκίων αυξήθηκαν και η φυγή κεφαλαίων επανεμφανίστηκε. Ωστόσο, μετά την επιβολή ελέγχων κεφαλαίου τον Ιούλιο του 2015 και τη συμφωνία για την τρίτη διάσωση τον Αύγουστο του 2015, οι πιστωτικές συνθήκες βελτιώθηκαν σταδιακά, αν και η συρρίκνωση των πιστώσεων συνεχίστηκε το 2017, αν και με βραδύτερο ρυθμό.

 

Καταλήγω με μερικές σκέψεις για το ρόλο του τραπεζικού τομέα μετά την ολοκλήρωση των προγραμμάτων προσαρμογής.

Θα πρέπει να αποφευχθούν τα λάθη του παρελθόντος. Στο νέο πλαίσιο που δημιουργείται, με τη δειλή έστω δημιουργία μιας τραπεζικής ένωσης, θα πρέπει να υπάρξει περιορισμένη αύξηση της μόχλευσης των τραπεζών που δεν θα υπερβαίνει τον επιδιωκόμενο ρυθμό μεγέθυνσης του ονομαστικού ΑΕΠ. Θα πρέπει να αποφευχθεί ο κύκλος έκρηξης-κατάρρευσης των περασμένων δύο δεκαετιών. Η ευθύνη για αυτό είναι τόσο των διοικήσεων των τραπεζών όσο και των εποπτικών αρχών.

 

Επιπλέον, καθώς ο κύκλος έκρηξης κατάρρευσης της τελευταίας εικοσαετίας έχει οδηγήσει σε σημαντική αποδυνάμωση της θέσης των τραπεζών, θα πρέπει να υπάρξει θαραλλέα αντιμετώπιση του προβλήματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων ώστε να ενισχυθεί η κεφαλαιακή κατάσταση των τραπεζών και να υπάρξουν επαρκείς πιστώσεις για νέες δραστηριότητες.

Το εγχείρημα δεν είναι εύκολο. Ιδιαίτερα σε μία νομισματική ένωση όπως η ευρωζώνη η οποία δεν έχει προχωρήσει σε επαρκείς μεταρρυθμίσεις. Είναι αντίστοιχης δυσκολίας με την προσπάθεια ενίσχυσης της οικονομικής μεγέθυνσης χωρίς εκ νέου έκρηξη των δημοσιονομικών ελλειμμάτων. Ωστόσο, η εξυγίανση των τραπεζών και η συνετή, εφεξής, πολιτική χρηματοδότησης της οικονομίας είναι αναγκαία συνθήκη για την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας μετά την πολυετή κρίση.

Αφήστε ένα σχόλιο