Ευρωπαϊκή οικονομία

Δημοσιεύτηκε από economia 03/10/2019 0 Σχόλια The Economist,

Οικονομική Επιθεώρηση, Οκτώβριος 2019, τ. 987

από τον Τhe Economist

 

 

 

Η οικονομική πολιτική στην καρδιά της Ευρώπης δεν είναι μόνον ατελής. Σε πολλά θέματα, πηγαίνει πίσω

 

 

 

 

Οι χάρτες της Ευρώπης ακόμη δείχνουν τις διάφορες χώρες της να χωρίζονται με σύνορα. Σύνορα που σε πολλές περιπτώσεις δεν έχουν μετακινηθεί εδώ και αιώνες. Εμπορικά, η κατάσταση αυτή είναι αναχρονιστική. Θεωρητικά τουλάχιστον, αν δει κανείς τα πράγματα από τις Βρυξέλλες, οι 500 εκατομμύρια πολίτες της ΕΕ ζουν σε μια ενιαία οικονομική ζώνη, κάπως όπως των ΗΠΑ, όπου τίποτε δεν παρεμποδίζει την ελεύθερη κυκλοφορία αγαθών, υπηρεσιών, ανθρώπων και κεφαλαίου.

 

Η πολιτική αυτή της ενιαίας αγοράς αποτέλεσε το βάθρο της συνεχιζόμενης, αν και βαθμιαία απομειούμενης, σημασίας της Ευρώπης στην παγκόσμια οικονομία. Τρεις δεκαετίες όμως μετά την εποχή όπου σχεδιάστηκε, η εμπορική αυτή ενοποίηση της Ευρώπης εμφανίζει ρωγμές. Σε ορισμένα τμήματά της είναι ατελής, σε άλλα πάλι πηγαίνει πραγματικά προς τα πίσω. Σε μια εποχή όπου η Βρετανία επιχειρεί να αποχωρήσει από την ΕΕ και όπου απειλούνται εμπορικοί πόλεμοι διεθνώς, η κατάσταση αυτή δημιουργεί ανησυχία. Η υγεία της ενιαίας αγοράς είναι ζωτικής σημασίας για την οικονομία της Ευρώπης.

 

 

Όλο και λιγότερο ηνωμένες πολιτείες

Η ενιαία αγορά της ΕΕ αποτελεί ένα οικονομικό οικοδόμημα που όμοιό του δεν υπάρχει. Ξεκινάει από μια σειρά συνθηκών που είχαν υπογραφεί τη δεκαετία του ‘50 και που δημιούργημά τους υπήρξε σταδιακά η ΕΕ. Στόχο είχαν να συνενώσουν τόσο στενά τη γαλλική και τη γερμανική οικονομία, ώστε να καταστήσουν αδύνατο τον πόλεμο, για παράδειγμα διά της δημιουργίας κοινής αγοράς άνθρακα και χάλυβα. Το 1993 δημιουργήθηκε η κυρίως ενιαία αγορά, ως υπόσχεση μιας «ζώνης χωρίς εσωτερικά σύνορα». Όλες οι χώρες της ΕΕ –και ορισμένες ακόμη, όπως η Νορβηγία και η Ελβετία– δεσμεύτηκαν να καταργήσουν όχι μόνο τους δασμούς, αλλά τις μυριάδες μη δασμολογικών περιορισμών που παρεμποδίζουν τις συναλλαγές.

 

Μια από τις θεμελιώδεις αρχές της ενιαίας αγοράς είναι ότι οι αποφάσεις που λαμβάνονται σε μια χώρα της ΕΕ (αν, π.χ., ένα αυτοκίνητο είναι ασφαλές κατά την οδήγηση, ή αν ένα χρηματοπιστωτικό προϊόν είναι κατάλληλο για τους επενδυτές) θα πρέπει να αναγνωρίζονται απ’ όλες τις άλλες. Ορισμένες ρυθμίσεις είναι εναρμονισμένες και ορίζονται από θεσμούς της ΕΕ, όπως συμβαίνει με τις κανονιστικές ρυθμίσεις που αφορούν τις μεγάλες τράπεζες. Πιο συχνά όμως, οι ευρωπαϊκοί κανόνες μεταφέρονται στο εθνικό δίκαιο κάθε χώρας και εφαρμόζονται από εθνικές ρυθμιστικές αρχές. Έτσι, για παράδειγμα, οι αυστηροί κανόνες που ρυθμίζουν την ιδιωτικότητα δεν τηρούνται υπό τον έλεγχο των Βρυξελλών, αλλά 28 εθνικών ρυθμιστικών αρχών.

 

Λειτουργεί λοιπόν αυτή η διαρρύθμιση σαν ένα είδος συμφωνίας ελεύθερου εμπορίου με αναβολικά. Έχουν γίνει διάφοροι υπολογισμοί, πάντως οι χώρες της ΕΕ έχουν μεταξύ τους συναλλαγές σε ύψος ίσο με το μισό εκείνων των Πολιτειών των ΗΠΑ, αλλά και πάλι διπλάσιο απ’ όσες θα ήταν αν ίσχυαν χαλαρότερες διευθετήσεις. Όλες οι χώρες της ΕΕ, με μόνες εξαιρέσεις τη Βρετανία και την Ιρλανδία, έχουν ισχυρότερες εμπορικές σχέσεις με άλλες χώρες της Ένωσης απ’ ό,τι με τον υπόλοιπο κόσμο. Οι διασυνοριακές προμηθευτικές αλυσίδες στην Ευρώπη ενσωματώνουν περισσότερες ξένες εισροές προελεύσεως γειτονικών χωρών απ’ ό,τι οι αντίστοιχες στην Ασία ή τη Βόρεια Αμερική.

 

Κι όμως, η σημασία της ενιαίας αγοράς έχει την τάση να υποχωρήσει. Όπως συμβαίνει με όλες τις οικονομίες του πλούσιου κόσμου, η Ευρώπη μετακινείται από την κατασκευή αγαθών στην παροχή υπηρεσιών, όπως είναι π.χ. οι τραπεζικές υπηρεσίες, η υπολογιστική νέφους ή η επιμέλεια των παιδιών. Αυτού του είδους οι υπηρεσίες σήμερα συναπαρτίζουν τα 3/4 του ΑΕΠ της ΕΕ, έναντι 2/3 που ήταν πριν από τη δημιουργία της κοινής αγοράς. Όλες δε οι καθαρές νέες θέσεις απασχόλησης που δημιουργήθηκαν στην Ευρώπη την περασμένη δεκαετία ήταν στον τομέα των υπηρεσιών.

 

Η ενιαία αγορά, όμως, είχε διαμορφωθεί για τον τομέα των αγαθών – για προϊόντα παραγόμενα από χάλυβα και άνθρακα, από τα οποία θα προέκυπτε η συνεχώς στενότερη Ένωση. Οι αγορές γι’ αυτού του είδους τα αγαθά θα ελευθερώνονταν διά του ανοίγματος των συνόρων, ή πάλι θα ενισχύονταν διά της συνομολόγησης στενών κανόνων για ζητήματα όπως η ασφάλεια των προϊόντων. Το να καταργήσει όμως κανείς τους φραγμούς στις συναλλαγές επί υπηρεσιών είναι κάτι πολύ πιο δύσκολο. Εκείνο που αποθαρρύνει τη διασυνοριακή παροχή υπηρεσιών «είναι το διαφορετικό ρυθμιστικό περιβάλλον στις διάφορες χώρες», εξηγεί ο Jonathan Faull, που παλιότερα ήταν στέλεχος της Επιτροπής αλλά τώρα δουλεύει στη συμβουλευτική Branswick. «Κάποιοι ρυθμιστικοί κανόνες ανάγονται στην εποχή των συντεχνιών του Μεσαίωνα.» Οι πολιτικοί στις διάφορες χώρες παγίως δίσταζαν να αντιπαρατεθούν με τους δικηγόρους, τους φαρμακοποιούς και τους ταξιτζήδες μιας οικονομίας υπηρεσιών. Αποτέλεσμα: μόνον το 2006 επετεύχθη συμφωνία για υπαγωγή και των υπηρεσιών στην ενιαία αγορά. Και πάλι, όμως, πολλοί κλάδοι παρέμειναν εκτός. Αλλά και στους καλυπτόμενους κλάδους, η εφαρμογή ενιαίων κανόνων υπήρξε αποσπασματική.

 

 

Οι επιπτώσεις συσσωρεύονται

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που κάνει η ίδια η ΕΕ, υπάρχουν 5.000 εθνικές ρυθμιστικές παρεμβάσεις προκειμένου να προστατεύουν κατά την άσκηση διαφόρων υπηρεσιών στα επιμέρους κράτη-μέλη – σχεδόν 200, σε ορισμένες περιπτώσεις. Έτσι, για παράδειγμα, στη Δανία οι δικηγορικές εταιρείες χρειάζεται να ανήκουν κατά 90% σε δικηγόρους που είναι γραμμένοι ή που έχουν γίνει δεκτοί στους εκεί Συλλόγους. Ένας Σουηδός δικηγόρος που θέλει να δώσει συμβουλές απέναντι από τα Στενά δεν μπορεί να το κάνει χωρίς πολλούς μπελάδες. Μπορεί παρόμοιες ρυθμίσεις να μην είναι σχεδιασμένες με στόχο να παρεμποδίσουν τις συναλλαγές, όμως συχνά αυτή τη συνέπεια έχουν. Το να αντιμετωπισθούν παρόμοιες περιπτώσεις de facto προστατευτισμού είναι όλο και σημαντικότερο, αν η ενιαία αγορά είναι να ανταποκριθεί στην όλο και περισσότερο εξαρτώμενη από τις υπηρεσίες οικονομική ζωή.

 

Άλλοτε, οι Βρυξέλλες είχαν το κουράγιο να προωθούν παρόμοιες πολιτικές φιλελευθεροποίησης. Διαμόρφωναν νέους κανόνες για να κάμψουν τα προστατευτικά αντανακλαστικά και κυνηγούσαν τις χώρες που δεν τους εφάρμοζαν. Όμως, το 1999 πολλοί απ’ όσους θα μπορούσαν να συνεχίσουν να πιέζουν προς την κατεύθυνση της κατάργησης των δασμών στο εμπόριο έστρεψαν την προσοχή τους σε ένα άλλο φιλόδοξο φεντεραλιστικό σχέδιο: το ευρώ. Μία δεκαετία αργότερα, όλες τους οι προσπάθειες χρειάστηκε να στραφούν στη διάσωση του ενιαίου νομίσματος, όταν αυτό περιήλθε σε κρίση. «Η ενιαία αγορά έφυγε επί χρόνια από το προσκήνιο των προτεραιοτήτων», εξηγεί ο Stefano Micossi του ομίλου Assonime.

 

Ο Μάριο Μόντι, άλλοτε Ευρωπαίος Επίτροπος αλλά και Ιταλός πρωθυπουργός, είχε εξηγήσει την υποχώρηση του ενθουσιασμού για την ενιαία αγορά με ένα μείγμα «ενοποιητικής κόπωσης» και «κόπωσης της αγοράς». Δηλαδή όλο και λιγότεροι ήθελαν πρόσθετες προσπάθειες για μια στενότερη Ένωση, αλλά και γενικώς επικράτησε απογοήτευση, με τη λογική του να δίνεται έμφαση στον ρόλο των αγορών. Οι υποστηρικτές της φιλελευθεροποίησης του τομέα των υπηρεσιών αρχικά υπολόγιζαν ότι μια τέτοια κίνηση θα έφερνε αύξηση του ΑΕΠ της ΕΕ κατά 0,8-1,8% σε μία δεκαετία. Αυτό όμως δεν προέκυψε στην πράξη, οπότε υποχώρησε ακόμη περισσότερο ο ενθουσιασμός για το όλο σχέδιο.

 

Βαθμιαία, οι συνέπειες αρχίζουν να γίνονται αισθητές. Άλλοτε εθεωρείτο ότι η Ευρώπη θα κατευθυνόταν σε όλο και στενότερες οικονομικές σχέσεις. Αυτό πλέον δεν ισχύει. Αρκεί να δει κανείς τον τραπεζικό τομέα. Με την έλευση του ευρώ, οι τράπεζες όλο και συχνότερα ανοίγονταν πέρα από τα εθνικά τους σύνορα, στην υπόλοιπη Ευρωζώνη. Τη δεκαετία 1997-2007, το μερίδιο ομολόγων που βρίσκονταν στα χαρτοφυλάκια τραπεζών χωρών της ΕΕ με εκδότες άλλες χώρες πλην της δικής τους είχε τριπλασιασθεί, φθάνοντας το 46% και ξεπερνώντας το ποσό ομολόγων με εκδότες τις δικές τους κυβερνήσεις ή εταιρείες των χωρών τους. Η προοπτική μιας γνήσιας ευρωπαϊκής χρηματοπιστωτικής αγοράς φαινόταν να βρίσκεται κοντά στον ορίζοντα. Όμως η χρηματοπιστωτική κρίση αντέστρεψε αυτή την πορεία (βλέπε Διάγραμμα 1). Σήμερα οι τράπεζες δανείζουν κατά 85% σε εταιρείες στη δική τους χώρα.

 

Ένας άλλος δείκτης οικονομικής σύγκλισης είναι κατά πόσον οι άνθρωποι πληρώνουν την ίδια τιμή για τα ίδια προϊόντα σε διαφορετικά μέρη μιας οικονομικής ζώνης. Σε μια ολοκληρωμένη αγορά –όπως, π.χ., στο εσωτερικό μιας χώρας– οι τιμές θα πρέπει να εξισώνονται καθώς οι επιχειρήσεις λειαίνουν τις διαφορές. Επί χρόνια, αυτός ο δείκτης έδειχνε ταχεία σύγκλιση στην ΕΕ. Αλλά και εδώ, το 2008 η πρόοδος ανακόπηκε (βλέπε Διάγραμμα 2).

 

Άλλα στοιχεία, πάλι, δείχνουν επίταση της ενοποίησης: όμως ένας ακόμη δείκτης επέπρωτο να τραυματισθεί. Από το 2009, ο αριθμός Ευρωπαίων που ζουν σε άλλη χώρα της ΕΕ πλην της δικής τους έχει υπερδιπλασιαστεί, φθάνοντας τα 17 εκατομμύρια. Όμως, ο δεύτερος πλέον δημοφιλής προορισμός μετά τη Γερμανία ετοιμάζεται να αποχωρήσει εντός μηνών. Μπορεί οι Ευρωπαίοι πολίτες να έχουν τη δυνατότητα να μείνουν στη Βρετανία για ένα διάστημα (και αντιστρόφως), όμως ο αριθμός των Ευρωπαίων που θα ζουν σε άλλη χώρα από τη δική τους θα υποχωρήσει άμεσα κατά 1/3. Αυτή δεν είναι πλέον υποχώρηση της ενιαίας αγοράς, αλλά απότομη αποκοπή!

 

 

Χάνεται αυτή η ζεστή διάθεση

[…] Στον τομέα των τηλεπικοινωνιών, η Ευρώπη διαθέτει πλήθος εταιρειών, όμως σε καμία χώρα οι πολίτες δεν μπορούν να έχουν επιλογή από περισσότερες των τριών ή τεσσάρων. Αυτό σημαίνει ότι οι εταιρείες του κλάδου απολαμβάνουν όλα τα ωφελήματα ολιγοπωλίου, όχι όμως και τις οικονομίες κλίμακας των Αμερικανών ή Κινέζων ανταγωνιστών τους.

 

Πολυδιασπασμένες παραμένουν και οι αγορές ενέργειας στην Ευρώπη. Αυτό συνεπάγεται υψηλότερες τιμές και για τους καταναλωτές και για τις επιχειρήσεις. Ταυτόχρονα, αποθαρρύνονται οι επενδύσεις – και μάλιστα σε σχέδια ανανεώσιμων μορφών ενέργειας. Η Επιτροπή μπορεί να έχει θέσει στόχους για μεγαλύτερη ενοποίηση των δικτύων ηλεκτρισμού, για παράδειγμα, όμως η πρόοδος είναι αργή. Αν η Ευρώπη αποτελούσε αληθινά ενιαία αγορά, τότε οι επιχειρήσεις της θα επεκτείνονταν πρώτα στο εσωτερικό της προτού αναζητήσουν ευκαιρίες στο εξωτερικό, όπως κάνουν συνήθως οι αμερικανικές.

 

Αντίθετα, η μη ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς τις οδηγεί να επεκτείνονται συχνότερα εκτός ΕΕ. Στοιχεία της Morgan Stanley δείχνουν ότι το 1997 οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις είχαν σχεδόν τα ¾ των πωλήσεών τους σε εύπορες περιοχές της ΕΕ: σήμερα, το ποσοστό αυτό είναι κάτω του ½. (Βλέπε Διάγραμμα 2).

 

[…] Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, που εποπτεύει την εφαρμογή των κανόνων της ενιαίας αγοράς, δεν έχει καταθέσει τα όπλα. Τα τελευταία χρόνια έχει δώσει έμφαση στο να χτιστούν διασυνδέσεις σε τομείς όπως η ενέργεια ή οι κεφαλαιαγορές – με άνιση ωστόσο επιτυχία. Στις 6 Ιουνίου απείλησε και τις 28 χώρες της ΕΕ με προσφυγές εναντίον τους, αν δεν βελτιώσουν τη διασυνοριακή πρόσβαση στον τομέα των υπηρεσιών. Όμως, ο αριθμός των κινήσεων που έχει κάνει εναντίον κυβερνήσεων που υστερούν έχει περιοριστεί στο μισό την τελευταία δεκαετία. Είτε λιγότεροι νέοι κανόνες υπάρχουν, είτε λιγότερος ζήλος στην εφαρμογή τους.

 

 

Καλύτερη γνώση της ΕΕ

Η νέα πρόεδρος της Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν είναι ζήτημα αν μνημόνευσε την ενιαία αγορά μία φορά, όταν παρουσίασε το πρόγραμμά της τον Ιούλιο. Αυτό δεν προκαλεί έκπληξη, καθώς οι βασικοί της υποστηρικτές (Γαλλία και Γερμανία) έχουν άλλες προτεραιότητες. Η Γερμανία, με τη μεταποίηση πρώτης γραμμής που διαθέτει αλλά με υστέρηση στον τομέα των υπηρεσιών, ωφελείται από το status quo. Αλλά και η Γαλλία ζητά πιο δραστήρια «βιομηχανική πολιτική», σύμφωνα με την οποία οι πολιτικοί θα οδηγούν την κρατική χρηματοδότηση και θα παρέχουν προστασία στους ευνοούμενους κλάδους – το απόλυτο αντίθετο της προσέγγισης της ενιαίας αγοράς.

 

Η Βρετανία, που άλλοτε λειτουργούσε ως βασικός υποστηρικτής της ενιαίας αγοράς, θα μπορούσε να είναι το αντίβαρο. Τώρα, αντ’ αυτής υπάρχει μόνο μια συμμαχία μικρών χωρών, περιλαμβανομένης της Σουηδίας ή της Ιρλανδίας, που δεν διαθέτουν ανάλογο βάρος. Η ενιαία αγορά κινδυνεύει να μείνει προτεραιότητα τρίτης γραμμής: η Ευρώπη δεν μπορεί «να εφαρμόζει κανόνες οικοδομής σε μια ψηφιακή οικονομία». Η στρατηγική αυτή εφαρμόστηκε για πολύ, αλλά τα όριά της είναι πλέον ορατά.

Αφήστε ένα σχόλιο