Η πολιτική για το ελαιόλαδο χρειάζεται θαρραλέες αποφάσεις

Δημοσιεύτηκε από economia 09/10/2019 0 Σχόλια Οικονομική Επιθεώρηση,

Οικονομική Επιθεώρηση, Oκτώβριος 2019, τ. 987

EΞΑΓΩΓΕΣ  της Δήμητρας Αλιέως, Οικονομολόγου – Ιδρυτικού μέλος του ΣΕΒΙΤΕΛ

 

 

 

 

Όταν στη χρυσή δεκαετία των εξαγωγών μεσογειακών προϊόντων η Ισπανία αποφάσισε να δομεί την ελαϊκή της πολιτική με τη χρήση των πακέτων Ντελόρ και κρατικών μέσων, με στόχο τον διπλασιασμό των φυτεύσεων ελαιόδεντρων, με την οικονομική υποστήριξη και τον έλεγχο των Ενώσεων, την οργάνωση οικονομοτεχνικών ινστιτούτων ελαιόλαδου και προετοιμασία της ίδρυσης του Χρηματιστηρίου Τιμών Ελαιόλαδου (ΜFΑΟ), η Ελλάδα απολάμβανε τα πακέτα Ντελόρ καταναλώνοντάς τα σε υπερτιμολογημένες εγκαταστάσεις των Ενώσεων και κατασπατάληση του χρήματος σε αμοιβές περιττών οργανώσεων, μισθών και ανούσιων εξόδων. Και μετά πνιγήκαμε…

 

Η παγκόσμια κατανάλωση 2.500.000 μτ ελαιόλαδου περίπου και η παγκόσμια παραγωγή, που την καλύπτει οριακά μερικές χρονιές, καθιστούν το προϊόν ένα δύσκολο αντικείμενο που απαιτεί προσεκτικό σχεδιασμό, οργάνωση και, κυρίως, επιμελημένο έλεγχο, τον οποίο δυστυχώς η χώρα μας τον έχει καταργήσει σε όλα τα επίπεδα διοίκησης.

 

Η Ισπανία κατάφερε να αυξήσει την παραγωγή της, μετά από 15 χρόνια, από τις 600.000-700.000 μτ περίπου, στο ύψος των 1.800.000 μτ, επέτυχε να οργανώσει σωστά τον συνεταιριστικό φορέα με χαμηλού κόστους χρηματοδοτήσεις και παροχή νέας τεχνολογίας, δημιουργώντας γόνιμο έδαφος για την εγκατάσταση μεγάλων ιδιωτικών μονάδων, και, σταδιακά, αφενός να κυριαρχήσει του ιταλικού μονοπωλίου εξαγωγών διεθνώς και, αφετέρου, να εξαγοράζει τις μεγαλύτερες ιταλικές εταιρείες τυποποίησης πριν και μετά την κρίση του 2009. Ως αποτέλεσμα, σήμερα είναι η βασίλισσα του ελαιόλαδου διεθνώς. Την Ισπανία του 2019 δεν μπορεί να την ανταγωνιστεί η Ελλάδα, αλλά κατέχοντας μια σημαντική παραγωγή 300-370.000 μτ μάλλον καλής ποιότητας ελαιόλαδου θα μπορούσε να λειτουργήσει με σαφώς σημαντικότερο ρόλο στην τοπική και διεθνή αγορά.

 

Ο χώρος του ελαιόλαδου δεν βρήκε στην Ελλάδα γόνιμο φορολογικό ή/και διοικητικό ή/και οικονομικό έδαφος και, δυστυχώς, αναπτύχθηκε, σαν ένα κακομαθημένο παιδί. Υπάρχουν πολλοί λόγοι γι’ αυτό, που δεν μπορούν αυτή τη στιγμή να αναπτυχθούν. Ένας από αυτούς είναι ότι, δυστυχώς, η «ελαϊκή μας πολιτική» βασίζεται σε δύο συνιστώσες:

 

  1. Τις εύκολες ενισχύσεις της ΕΕ, με ανεξέλεγκτη διανομή, που καλλιέργησαν το «πανωγράψιμο» χιλιάδων τόνων, οι οποίοι μάλιστα παρετάθησαν κατά την αναθεώρηση της ΚΑΠ του 2004 μέσω της πλήρους αποσύνδεσης 100% και τα χρηματοδοτούμενα προγράμματα, μάλλον άχρηστα.
  2. Την εύκολη και χωρίς ρίσκο λύση του «16κιλου χύμα τενεκέ», που δεν επέτρεψε στη βιομηχανία τυποποίησης να επενδύσει και να αναπτυχθεί ορθολογικά.

 

Ως αποτέλεσμα, σήμερα, το σύνολο των μονάδων τυποποίησης στην Ελλάδα αγγίζει μόλις την ποσότητα των 30.000 μτ περίπου, τη στιγμή κατά την οποία μία και μόνο εταιρεία τυποποίησης στην Ισπανία τυποποιεί 150.000-250.000 μτ. Με όλες τις συνέπειες στα γενικά κόστη.

 

Αντίθετα, ένα ελληνικό κράτος με μια πιο οργανωμένη προσέγγιση στον τομέα της ελαιοκομίας θα μπορούσε να:

  1. προχωρήσει σε μια επιστημονική χαρτογράφηση των ελληνικών ποικιλιών με στόχο τη βελτίωση των σχετικών γνώσεων,
  2. προσθέσει νέες ή/και να ανανεώσει και να επεκτείνει τις υπάρχουσες φυτεύσεις σε ένα ποσοστό της τάξης, τουλάχιστον, του 3,5% του σημερινού φυτικού κεφαλαίου,
  3. θεσπίσει και να εφαρμόζει κανόνες οικονομικής διαχείρισης και φυτοϋγειονομικής προστασίας,
  4. προχωρήσει στην ίδρυση Κεντρικού Συμβουλίου Ελαιοκομίας με τη συνεργασία βασικών φορέων του ιδιωτικού τομέα, όπως π.χ. των: ΚΕΠΠΥΕΛ, Διεπαγγελματική, 4 Ε, ΑΕΙ, ΕΛΓΟ ΔΗΜΗΤΡΑ, ΥΠΑΑΤ κ.λπ.,
  5. να βελτιώσει, τεχνολογικά, τη συγκομιδή,
  6. να εφαρμόσει ορθολογική δακοκτονία και δασοπροστασία (π.χ., ραντίζοντας το ίδιο το κράτος με το σωστό προϊόν την κατάλληλη εποχή),
  7. να επιδιώξει την εφαρμογή «γεωργίας ακριβείας»,
  8. να λειτουργήσει γεωργικές εφαρμογές (agricultureal extention). Εκτός των ιδιωτών συμβούλων, το κράτος/Υπουργείο οφείλει να έχει ενεργή παρουσία,
  9. να προχωρήσει σε αναδασμό του μικρού κλήρου (π.χ. όπως η Πορτογαλία, η Ιρλανδία και η Αγγλία), βάζοντας τέλος στη συνεχή διαίρεσή του,
  10. να θεσπίσει το κατάλληλο εργασιακό καθεστώς,
  11. να προωθήσει την κοινή άλεση, γεγονός που θα έχει σημαντικό οικονομικό αποτέλεσμα για τους αγρότες και για το κόστος του προϊόντος,
  12. να εκκαθαρίσει τα παθητικά ελαιουργεία,
  13. να θεσπίσει και να εφαρμόσει κανόνες ελέγχου των αποβλήτων των πυρηνελαιουργείων,
  14. να δρομολογήσει φορολογικές και ασφαλιστικές ελαφρύνσεις,
  15. να καταπολεμήσει τις πωλήσεις του ανωνύμου ελαιόλαδου, το οποίο επιπλέον μειώνει τα φορολογικά έσοδα (ίσως με την ιδέα της εγκατάστασης ενός επώνυμου 5λιτρου τενεκέ, ως πρώτο βήμα) κ.λπ.

 

Θα πρέπει να γίνει κοινή πεποίθηση ότι με τη σωστή ελαιοκομική πολιτική θα βιώσουμε, σύντομα, ένα σημαντικό αποτέλεσμα τόσο στην τυποποίηση όσο και στις εξαγωγές, στη φορολογική βελτίωση και στην πολιτισμική ακόμα διάδοση του προϊόντος.

 

Τώρα, όσον αφορά τις ελληνικές εξαγωγές στην Αμερική, οι οποίες είναι ελάχιστες, η επαπειλουμένη σχετική φορολογία μάλλον δεν θα σημάνει κάτι σημαντικό για το ελαιόλαδο και τις ελιές. Άλλωστε, αν επιβληθούν δασμοί (εκτίμηση περί το 10-15%), αυτό θα ισχύσει και για τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες. Βέβαια, η ισπανική ελιά δέχθηκε μια απώλεια 40% στο σύνολο των εξαγωγών της αρχικά όταν επιβλήθηκαν δασμοί από τις ΗΠΑ, αλλά σιγά-σιγά οι εξαγωγές επιστρέφουν στις παλαιές ροές τους. Το πλήγμα υπάρχει πάντοτε, αλλά οι αγορές επαναρρυθμίζονται. Η Ελλάδα εξάγει στις ΗΠΑ σύνολο αξίας για το ελαιόλαδο ύψους 25 εκατ. δολαρίων και 140 εκατ. περίπου για τις ελιές. Το σύνολο της όποιας πιθανής φορολόγησης από τις ΗΠΑ δεν θα φέρει κάποια καταστροφή.

 

Φυσικά, αν οι ΗΠΑ φορολογήσουν την εισαγωγή ελαιόλαδου, οι χώρες της MAGREB, και κυρίως η Τυνησία και το Μαρόκο, θα αποκτήσουν άλλο ένα προνομιακό βήμα έναντι του ευρωπαϊκού ελαιόλαδου (ας λάβουμε υπ’ όψιν ότι οι ΗΠΑ επιδοτούν, ήδη, την εισαγωγή μαροκινού ελαιόλαδου έναντι του ευρωπαϊκού εδώ και πολλά χρόνια). Καλές παλιές συμφωνίες του Μαροκινού βασιλιά με τις ΗΠΑ και την ΕΕ!

 

Οι ΗΠΑ, από την άλλη, φαίνεται ότι πρέπει πρώτα να τακτοποιήσουν τις οικονομικές σχέσεις τους με την Κίνα και τους Άραβες – και, μάλλον, δεν προηγείται άμεσα η ενασχόλησή τους με την ευρωπαϊκή φορολόγηση. Η Ελλάδα, άλλωστε, με τις μικρές ποσότητες που εξάγει, απευθύνεται σε ειδικό καταναλωτικό κοινό (γκουρμέ), που μάλλον θα συνεχίσει να καταναλώνει το «καλό ελληνικό ελαιόλαδο» για τη σαλάτα του.

 

Φυσικά, φαίνεται δύσκολο να διορθώσει, άμεσα, μια κυβέρνηση τις απώλειες του δεδομένου προϊόντος για τη χώρα, τον αγρότη, τον βιομήχανο και τον εξαγωγέα. Μήπως όμως κάποιες βασικές και θαρραλέες αποφάσεις και επεμβάσεις δώσουν το σήμα έναρξης της σχετικής βελτίωσης; Αν όχι, τότε συνεχίζουμε προς το… τίποτε.

 

δείτε επίσης: Τα βήματα για να κατακτήσει το ελληνικό ελαιόλαδο τη διεθνή αγορά

 

 

 

Αφήστε ένα σχόλιο