«Θέλουν χειρισμό»

Δημοσιεύτηκε από Antonis D. Papagiannidis 09/10/2019 0 Σχόλια Economia Blog,

Κάθε Προϋπολογισμός στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης είναι μια προσπάθεια να συγκεραστούν οι προγραμματικές θέσεις της Κυβέρνησης που τον καταθέτει (ιδίως άμα πρόκειται για Προϋπολογισμό στο ξεκίνημα θητείας: ύστερα τα προγραμματικά χλωμαίνουν, υπό την πίεση των πραγμάτων), οι θεωρητικές/ιδεολογικές θεμελιώσεις της οικονομικής πολιτικής που προκρίνει (αν και, στα χρόνια της Μεταπολίτευσης, όλοι τελικά έναν κατά προσέγγιση Κεϋνσιανισμό ασπάζονται, άσχετα αν τον επενδύουν με διαφορετικά λογάκια) και, τελευταίο αλλά πιο σημαντικό, οι έξωθεν περιορισμοί/καταναγκασμοί.

 

Στην τελευταία κατηγορία, παλιότερα είχαμε την απειλή του ισοζυγίου πληρωμών να ξεφύγει και των αγορών να στεγνώσουν την χρηματοδότηση της οικονομίας. ύστερα την  παραινεκτικότητα και εν συνεχεία την πιεστικότητα των Βρυξελλών. όταν  πλέον εγκατασταθήκαμε στην κρίση και την «διάσωση», την λειτουργία αυτή ανέλαβαν τα Μνημόνια και η καλή μας η Τρόικα. Τώρα, ήδη από πέρσι αλλά φέτος ακόμη πιο ξεκάθαρα, τους περιορισμούς «υπαγορεύουν» τόσο η μεταΜνημονιακή παρακολούθηση όσο και οι παλιές, καλές γνώριμες αγορές (μόνο που τώρα η επιρροή των αγορών αποτελεί λησμονημένο αντανακλαστικό, αλλά και η συγκυρία το έχει φέρει έτσι, ώστε για την ώρα ο ήλιος να λάμπει, με αποδόσεις στο 1,5% για το 10ετές ενώ πριν κάποιους μήνες χαιρόμασταν με το λίγο κάτω από το 4%).

 

Ενώ λοιπόν η συζήτηση για τον Προϋπολογισμό 2020, που χρειάζεται να ενσωματώσει και την διαφορετική ματιά στα πράγματα – υποτίθεται τουλάχιστον – της πρώτης μεταΜνημονιακά εκλεγμένης Κυβέρνησης, εκείνης της ΝΔ, ξεκίνησε με την γνώριμη αντιπαράθεση/τσακωμό, στην ουσία τις επιλογές του Προϋπολογισμού τις οδήγησε ένα μείγμα αυτοσυγκράτησης και αίσθησης ότι (και αυτή) η Κυβέρνηση δικαιούται – στο ξεκίνημά της – μια ανοχή στους υπολογισμούς της από τους «εταίρους». Έτσι, η επιλογή να «χτιστεί» ο Προϋπολογισμός με προβλεπόμενο/ελπιζόμενο ρυθμό ανάπτυξης 2,8% του ΑΕΠ διατηρεί μεν στην συζήτηση την πολυσυζητημένη μετάβαση στην ζώνη του 3% (το καημένο το 4% αφέθηκε στην περιοχή των επιθυμιών), αλλά το προβλέπει αυτό το ποσοστό γι αργότερα μέσα στην ερχόμενη χρονιά: η βάση του – ελπιζόμενου, κι εδώ! – 2%  για φέτος, με την έως τώρα πορεία να μην το πολυστηρίζει (ένα 1,7-1,8% θα ήταν «πάλι καλά») δίνει δύσκολη εκκίνηση. Έτσι, λοιπόν, προσδοκάται να μην υπάρξουν πολλές επιφυλάξεις Βρυξελλών – Ουάσιγκτον.

 

Αντίστοιχα, τα 1,2 δις σε εξαγγελίες Μητσοτάκη για – κυρίως – μειώσεις φόρων και για στοχευμένες δαπάνες, με καθαρή υπολογιζόμενη επίπτωση 1δις, επιχειρείται να «βολευτούν» με διατήρηση του στόχου του 3,56% πρωτογενούς πλεονάσματος και με μέτρα καταπολέμησης της φοροδιαφυγής (σας θυμίζει κάτι; αν ναι, δίκιο έχετε σε βάθος δεκαετιών, μόνο που τώρα δίνεται έμφαση στην  -περαιτέρω – ηλεκτρονικοποίηση των συναλλαγών, μαζί και με το σπρώξιμο/nudge της υποχρέωσης για κάλυψη 30% του φορολογητέου εισοδήματος από τέτοιες συναλλαγές). Εξίσου παραδοσιακή η αυτοϋποσχεση για συγκράτηση των δαπανών, αλλά με επιδεικτική δέσμευση να μην πληγεί το ΠΔΕ (αντ’ αυτού, κίνηση για χαμήλωμα της οροφής δαπανών ανά υπουργείο).

 

Η προσοχή πάλι να μην υπάρξει ούτε καν υπαινικτική – στην λογική σεναρίου Β΄– αναφορά στην προσδοκία δημοσιονομικής χρησιμοποίησης της επιστροφής κερδών από ANFAs και SMPs, δείχνει ότι η Κυβέρνηση αυτή μαθαίνει γρήγορα. Γιατί «μαθαίνει»;. Διότι από δυο πλευρές της σημερινής κατάστασης πραγμάτων μαθαίναμε ότι οι Τροϊκανοί δεν φάνηκαν όσο αναμενόταν ευχάριστοι στις επαφές των περασμένων ημερών. «Θέλουν χειρισμό», ήταν η απόφανση ενός τρίτου, ο οποίος δεν είχε την (ψευδ)αίσθηση ότι η – υποτιθέμενη – ιδεολογική εγγύτητα θα εξασφάλιζε πιο πρόθυμη υποδοχή απ’ ό,τι επί Κυβερνήσεων ΣΥΡΙΖΑ – τουλάχιστον της «ώριμης» περιόδου.

 

(Πάντως στον επισκεπτόμενο με αποχαιρετιστήρια διάθεση την Αθήνα Πιερ Μοσκοβισί, δεν φαίνεται να υπήρξε ούτε καν υπαινιγμός παραπόνου – όσο πικρά/αυστηρά λόγια κι αν είχαν προηγηθεί).

 

Αφήστε ένα σχόλιο