«Το ανθρώπινο κεφάλαιο βρίσκεται υπό απειλή». Μια έκκληση ΙΟΒΕ – Παγκόσμιας Τράπεζας

Δημοσιεύτηκε από Antonis D. Papagiannidis 11/10/2019 0 Σχόλια Economia Blog,

Περισσότερο από Συνέδριο, η διοργάνωση αναστοχασμού με θέμα «Το εκπαιδευτικό σύστημα και η οικονομία», και με διευκρίνηση «Η δόμηση του ανθρώπινου κεφαλαίου στην Ελλάδα», από το ΙΟΒΕ και την Παγκόσμια Τράπεζα, ήταν μια έκκληση. Θεωρούμε ότι το βασικό της γνώρισμα, αυτής της έκκλησης, ήταν το προσπέρασμα των εύκολων καταγγελιών ή διεκτραγωδήσεων της Εκπαίδευσης στην Ελλάδα σήμερα και η προσπάθεια να στραφούμε στον πυρήνα των πραγμάτων. Και η προσπάθεια συνειδητοποίησης ότι ναι μεν η Ελληνική περίπτωση μπορεί να έχει ιδιαιτερότητες – όμως πλέει σε μια μεγάλη θάλασσα προβλημάτων, παγκόσμια, που γίνεται όλο και πιο επίφοβη.

 

Ήδη ο Πρόεδρος του ΙΟΒΕ Τάκης Θωμόπουλος είχε επισημάνει πώς η αναζήτηση επιλογών πολιτικής για την ανάπτυξη της Ελλάδας (μετά την κρίση) «έχει ως βάση την αμφίδρομη σχέση εκπαίδευσης και οικονομίας». Άλλωστε, και στην δική του αναλυτική παρέμβαση ο Γεν. Διευθυντής του Ινστιτούτου Νίκος Βέττας, είπε το καθοριστικό: ότι μπορεί το εκπαιδευτικό σύστημα της Ελλάδας να ανταποκρίθηκε (με όλες τις αδυναμίες και τις αγκυλώσεις του…) στο παραγωγικό μοντέλο της Ελλάδας των περασμένων δεκαετιών – εσωστρεφές και κυρίως με παροχή υπηρεσιών προς το Δημόσιο τομέα – όμως τώρα που πλέον το μοντέλο αυτό έχει ανατιναχθεί, ο ριζικός αναπροσανατολισμός του εκπαιδευτικού συστήματος γίνεται απόλυτη ανάγκη. Και μάλιστα ανάγκη άμεση, ανάγκη επιβίωσης…

 

Όμως θα μας επιτραπεί να θεωρήσουμε ότι η εισαγωγική παρέμβαση του Arup Banerji, Περιφερειακού Διευθυντή της Παγκόσμιας Τράπεζας για την Ευρώπη άσκησε – στο πυκνό, για τα Ελληνικά πράγματα φθινοπώρου του 2019, κοινό: πλήρες το φιλόξενο Cotsen Hall της Γενναδείου…- καταλυτική εντύπωση. Γι αυτόν «το ανθρώπινο κεφάλαιο βρίσκεται υπό απειλή», όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά σ’ όλον τον κόσμο. Και την επισήμανε την πηγή των προβλημάτων δείχνοντας στο κοινό ένα smartphone, θυμίζοντας ότι όχι η συσκευή αλλά και όλες οι δυνατότητες που άνοιξε καθώς και οι καταναγκασμοί που επέβαλε είναι ηλικίας μόλις 12 ετών (λιγότερο από το μισό μιας γενιάς!), και καταλήγοντας – ψύχραιμα, λιτά, αφοπλιστικά – στο ότι «τα εκπαιδευτικά συστήματα δεν μπόρεσαν να παρακολουθήσουν την αλλαγή». Σ’ όλες τις χώρες της ΕΕ, μεγάλο ποσοστό των νέων που βγαίνουν από το εκπαιδευτικό σύστημα δεν είναι βασικά/λειτουργικά εξοπλισμένοι σε γλωσσικές ή μαθηματικές δεξιότητες (ένα 25% για την Ελλάδα). Ενώ η μεγάλη, η καθοριστική πρόκληση είναι –  και θα παραμείνει επί καιρό – πώς η εκπαίδευση θα προσπεράσει την αντίληψη του «να μαθαίνουμε πράγματα» και θα στραφεί στην καλλιέργεια δεξιοτήτων, στην ανάπτυξη της δημιουργικής σκέψης και της κριτικής ικανότητας – των πραγμάτων δηλαδή που αύριο ή μεθαύριο θα διαφοροποιούν καθοριστικά το ανθρώπινο δυναμικό από τις διαδικασίες της αυτοματοποίησης, της τεχνητής νοημοσύνης κοκ. Θα είναι αυτή η μόνη διέξοδος για να υπάρξουν καλές θέσεις εργασίας, για την παρακολούθηση της καινοτομίας που όλο και περισσότερο θα οδηγεί την οικονομία («Όλα τα άλλα», όπως παρατηρήθηκε στην συζήτηση στο διάλειμμά της διοργάνωσης, «θα είναι μάχες οπισθοφυλακών»).

 

Παρακάμπτουμε στο σημείο αυτό την – σημαντική, ως ήρεμη και μη-απολύτως πολιτική – παρέμβαση της υπουργού Παιδείας Νίκης Κεραμέως, η οποία είχε το ενδιαφέρον χαρακτηριστικό ότι «κούμπωνε» εν πολλοίς στο περιεχόμενο και στο κλίμα ΙΟΒΕ-Παγκόσμιας Τράπεζας: θα επανέλθουμε σε χωριστό σημείωμα γιατί θεωρούμε ότι το αξίζει. Όμως θα μείνουμε λίγο ακόμη στην τοποθέτηση του Νίκου Βέττα – γιατί; Επειδή η τοποθέτηση αυτή έδωσε πρώτα μιαν γενική εικόνα/overview του πού βρίσκεται η Ελληνική οικονομία. δηλαδή με τι συναρθρώνεται η συζήτηση περί εκπαιδευτικού συστήματος και οικονομίας. Μίλησε δηλαδή για μια χώρα όπου η απόκλιση ΑΕΠ/κεφαλήν με την Ευρώπη υπήρξε τραυματική λόγω  της κρίσης. Όπου οι ισορροπίες ναι μεν αποκαταστάθηκαν (στο ισοζύγιο, στα δημοσιονομικά, στην βελτίωση ανταγωνιστικότητας και την επαναφορά της ανάπτυξης), όμως δεν είναι καθόλου βέβαιο (δική μας η διατύπωση) ότι η διόρθωση αυτή των ισορροπιών είναι είτε διατηρήσιμη (ισοζύγιο, δημοσιονομικά πλεονάσματα) είτε συγκριτικά ικανοποιητική (ανάπτυξη). Το γεγονός ότι οι επενδύσεις έχουν πέσει σε πολύ χαμηλό επίπεδο και παραμένουν χαμηλές, καθώς και ότι όχι μόνον η ανεργία είναι υψηλή αλλά και η συμμετοχή στην αγορά εργασίας έχει μείνει πίσω, ενώ και το δημογραφικό βρίσκεται σε πολύ δυσοίωνη πορεία, δείχνουν ότι η ήδη κλειστή και εύθραυστη Ελληνική οικονομία η οποία τώρα βρίσκεται με ανάπτυξη γύρω στο 2%, με προσδοκία να πιάσει το 3%, κινδυνεύει μεσοπρόθεσμα να εγκατασταθεί πλησιέστερα στο 1%.

 

Όλα αυτά δείχνουν στην κατεύθυνση άμεσης ανάγκης για ριζική αλλαγή παραγωγικού μοντέλου. Το οποίο όμως διαφορετικό παραγωγικό μοντέλο απαιτεί εντελώς διαφορετικής κατάρτισης ανθρώπινο δυναμικό. Σήμερα, η «παραγωγή» των ΑΕΙ τροφοδοτεί εν πολλοίς την ίδια την εκπαίδευση ή/και άλλους κλάδους του δημοσίου τομέα: τα 3/5 των αποφοίτων «βλέπουν» Εκπαίδευση/Δημόσια Διοίκηση/Εμπόριο/Υγεία-Κοινωνική Μέριμνα. Δηλαδή παράγουμε ακόμη λιγότερο κατάλληλους για μια αγορά εργασίας που θα υπηρετούσε την λογική – την αδήριτη πλέον λογική! – της εξωστρέφειας.

 

Σταματούμε όμως εδώ, επιφυλασσόμενοι και σ’ αυτό να επανέλθουμε.

 

Αφήστε ένα σχόλιο