Επιστροφή από την κόλαση

Δημοσιεύτηκε από economia 01/11/2019 0 Σχόλια The Economist,

Οικονομική Επιθεώρηση, Noέμβριος 2019, τ. 988

από τον Τhe Economist

 

 

 

 

Η Ελλάδα έζησε μια εξουθενωτική δεκαετία. Μια νέα κυβέρνηση επιχειρεί να φέρει ανάπτυξη στην οικονομία: έχει όμως τη δυνατότητα γι’ αυτό;

 

 

 

 

Το αεροδρόμιο του Ελληνικού, κάποια χιλιόμετρα στον νότο της Αθήνας, έχει κλείσει από το 2001. Αεροπλάνα που ανήκουν στον άλλοτε εθνικό αερομεταφορέα της χώρας, ο οποίος πλέον δεν υπάρχει, βρίσκονται εγκαταλελειμμένα στον αεροδιάδρομο. Παραδίπλα, ένα στάδιο που είχε χτιστεί για τους Αγώνες του 2004 καταρρέει σιγά-σιγά. Στο βάθος, μια μαρίνα βλέπει προς τον λαμπερό Σαρωνικό. Το 2011, όταν η Ελλάδα βρέθηκε να είναι το κέντρο της κρίσης χρέους, η κυβέρνηση ξεκίνησε τις διαδικασίες για πώληση της περιοχής – που είναι σε μέγεθος τρεις φορές όσο το Μονακό. Το 2014 την πήρε ένα κονσόρτσιουμ που σχεδίαζε να χτίσει εκεί κατοικίες, ξενοδοχεία και ένα καζίνο. Με προβλεπόμενο κόστος 8 δισ. ευρώ, πρόκειται για το μεγαλύτερο επενδυτικό σχέδιο στην Ελλάδα.

 

Πέντε χρόνια έχουν περάσει, κι όμως μπουλντόζες δεν έχουν ακόμη μπει. Όταν, το 2015, σχημάτισε κυβέρνηση, ο αριστερός ΣΥΡΙΖΑ άνοιξε εκ νέου τη σύμβαση πώλησης. Υπουργοί με τάση αμφιταλάντευσης καθυστερούσαν τις άδειες. Οι αρχές απαίτησαν πολυάριθμες αρχαιολογικές έρευνες. Οι γείτονες έκαναν προσφυγές. Πέρα από τα σκάφη που δένουν στη μαρίνα και κάποιους άνδρες ασφαλείας που περιπολούν, η περιοχή δίνει την εικόνα εγκατάλειψης.

 

Οι άνθρωποι του ΔΝΤ και της ΕΕ που βρέθηκαν πάλι τον Σεπτέμβριο στην Αθήνα, χρησιμοποιώντας όμως το νέο της αεροδρόμιο, δεν έχουν έλλειψη παραδειγμάτων όσον αφορά τις δυσχέρειες επιχειρηματικής δράσης στην Ελλάδα. Όταν εκδηλώθηκε η κρίση δημοσίου χρέους, εφαρμόσθηκε ένα σχέδιο διάσωσης που επέβαλε βαθιές περικοπές δημοσίων δαπανών και εκτεταμένες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις. Το 2018 η ΕΕ συμφώνησε ελάφρυνση χρέους, που επέτρεψε στην Ελλάδα να βγει από το (τρίτο και τελευταίο) Πρόγραμμα Προσαρμογής της, και τούτο παρά το βάρος του δημοσίου χρέους, που βρίσκεται στο 180% του ΑΕΠ. Η απαίτηση πλέον ήταν να συνεχίσει η Ελλάδα τις μεταρρυθμίσεις, ενώ ταυτόχρονα θα εξασφάλιζε επώδυνους στόχους πρωτογενών πλεονασμάτων (δηλαδή προ καταβολής τόκων) 3,5% του ΑΕΠ μέχρι το 2022, ενώ 2,2% (κατά μέσον όρο) μέχρι το 2060. Σε αντάλλαγμα γι’ αυτό, προσφέρθηκαν στην Ελλάδα κάποια μείωση επιτοκίων και επέκταση της διάρκειας ορισμένων δανείων.

 

Η κεντροδεξιά κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, που παρέλαβε από τον ΣΥΡΙΖΑ την εξουσία τον Ιούλιο, ετοίμασε νέο Προϋπολογισμό: ξεκίνησε ταυτόχρονα ο ανήφορος προσαρμογής της συμφωνίας για το χρέος. Για φέτος, το πρωτογενές πλεόνασμα του 3,5% δείχνει εξασφαλισμένο. Όμως η κυβέρνηση προσδοκά να πετύχει επιείκεια για την ερχόμενη χρονιά, προκειμένου να έχει στη διάθεσή της δημοσιονομικό χώρο ώστε να προχωρήσει σε μειώσεις φόρων. Όταν, στα τέλη Σεπτεμβρίου, το ΔΝΤ ολοκλήρωσε την τελευταία του αποστολή στην Ελλάδα, στήριξε χαμηλότερους δημοσιονομικούς στόχους, σημειώνοντας τη ζημιά που είχε επέλθει σε επίπεδο δημοσίων επενδύσεων και κοινωνικών δαπανών λόγω της λιτότητας.

 

Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης επιθυμεί να μετατρέψει το Ελληνικό σε σύμβολο όχι πλέον των εμποδίων για άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας στην Ελλάδα, αλλά του νέου ανοίγματος της χώρας στις διεθνείς συναλλαγές. Οι άδειες χορηγήθηκαν με διαδικασία fast track, οι δε υπεύθυνοι για την ανάπτυξη της περιοχής ελπίζουν ότι θα βάλουν μπουλντόζες την επόμενη χρονιά. Προκειμένου όμως να αναζωογονηθεί η οικονομία της Ελλάδας, θα χρειαστούν πολύ περισσότερα από την έγκριση ενός μεγάλου αναπτυξιακού σχεδίου. Ο Κ. Μητσοτάκης θα χρειαστεί να αντιμετωπίσει τη δίδυμη κληρονομιά της κρίσης: παράλυτες τράπεζες και απονευρωμένες, αυστηρή δημοσιονομική πολιτική. Θα χρειαστεί ωστόσο και να προσπαθήσει να μεταρρυθμίσει μια γραφειοκρατία που περισσότερο θυμίζει αναπτυσσόμενη χώρα παρά μέλος μιας πελώριας και προωθημένης νομισματικής ζώνης.

 

 

Διαφυγή από τον Άδη

 

Η ελληνική οικονομία επανήλθε σε ρυθμούς ανάπτυξης το 2016, μετά από χρόνια ύφεσης. Όμως, η ετήσια αύξηση του ΑΕΠ ήταν αναιμική, της τάξεως του 1-2%. Η ανεργία βρίσκεται στο 17%, η ανεργία των νέων στο διπλάσιο. Με τη σημερινή πορεία της, το ΔΝΤ θεωρεί ότι η ελληνική οικονομία θα κινείται κάτω από το δυναμικό της μέχρι και το 2023. Ούτε μπορεί να πιθανολογήσει κανείς ότι οι υπολογισμοί σχετικά με τη βιωσιμότητα του χρέους θα αλλάξουν γρήγορα. Σύμφωνα με την Κάθριν Μελμπρόνερ του οίκου αξιολόγησης Moody’s, ενώ αλλού στη Νότια Ευρώπη οι επενδύσεις έχουν ανακάμψει, στην Ελλάδα έχουν καταρρεύσει. Ακόμη βρίσκονται στο 60% της κορυφής όπου είχαν φθάσει το 2007.

 

Κατά τη διάρκεια της μακράς αγωνίας της Ελλάδας τα χρόνια της κρίσης της Ευρωζώνης, πολλοί δανειζόμενοι κατέρρευσαν και άφησαν τους δανειστές να βαρύνονται με κόκκινα δάνεια. Τραπεζικός πανικός οδήγησε το 2015 σε περιορισμό της ρευστότητας και σε επιβολή ελέγχων στην κίνηση κεφαλαίων. Οι τελευταίοι τέτοιοι έλεγχοι καταργήθηκαν μόλις τον περασμένο Σεπτέμβριο.

 

Τα ακαθάριστα μη εξυπηρετούμενα δάνεια (NPLs) έχουν περιοριστεί κατά το ένα τέταρτο από το 2016, αλλά και πάλι φθάνουν τα 80 δισ. ευρώ, δηλαδή στο 45% των πιστωτικών ανοιγμάτων. Καθώς οι τράπεζες χρειάστηκε να κάνουν προβλέψεις γι’ αυτά τα στοιχεία ενεργητικού τους, αλλά και βρέθηκαν να έχουν χάσει έσοδα από τους τόκους, ο δανεισμός πάγωσε. Από το 2010 και μέχρι σήμερα τα υπόλοιπα των πιστώσεων βρίσκονται κάθε χρόνο σε υποχώρηση – με αποτέλεσμα παραγωγικά σχέδια να μην βρίσκουν διαθέσιμα κεφάλαια.

 

Ο Κ. Μητσοτάκης θέλει να πέσει το ποσοστό των NPLs σε μονοψήφιο αριθμό μέχρι το 2021. Κάτι τέτοιο θα σήμαινε ισχυρή επιτάχυνση στον ρυθμό των εκκαθαρίσεων. Σχεδιάζει να μιμηθεί την Ιταλία, όπου οι τράπεζες τιτλοποίησαν τα κόκκινα δάνειά τους με τη βοήθεια κρατικών εγγυήσεων. Αυτό όμως, από μόνο του, δεν είναι πιθανό να αρκέσει.

 

Ακόμη κι αν οι επιχειρήσεις βρουν εύκολη πρόσβαση σε πιστώσεις, πυκνό δάσος ρυθμίσεων αποτρέπει κάθε επέκταση. Ταυτόχρονα, κρατά μακριά τους ξένους επενδυτές: το απόθεμα εισροής ξένων επενδύσεων σε σχέση με το ΑΕΠ είναι πολύ χαμηλότερο απ’ ό,τι στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η κυβέρνηση προσπαθεί να βελτιώσει την εικόνα της Ελλάδας. Ένας επενδυτής αφηγείται πώς ένας φίλος του που παραπονέθηκε στο Facebook για προβλήματα με τη γραφειοκρατία δέχθηκε τηλεφώνημα από ανώτατο διοικητικό στέλεχος, με την υπόσχεση επίλυσης του προβλήματος. Ένας δικηγόρος πάλι αναφέρει ότι του τηλεφώνησε υπουργός το βράδυ του Σαββάτου για να τον ρωτήσει αν οι άδειες που ανέμενε είχαν παραληφθεί.

 

Το πρώτο εμπόδιο που συναντούν οι επιχειρήσεις είναι η καταχώρηση των τίτλων ιδιοκτησίας, που σύμφωνα με την Έκθεση «Doing Business» της Παγκόσμιας Τράπεζας είναι στην Ελλάδα υπόθεση τόσο περίπλοκη όσο και στη Σομαλία. Μερικές από τις καθυστερήσεις στο Ελληνικό, για παράδειγμα, οφείλονταν σε ασάφειες στις χρήσεις γης. Η Ελλάδα έχει ξεκινήσει να προσπαθεί να ολοκληρώσει το Κτηματολόγιό της. Ήδη όμως έχουν υπάρξει καθυστερήσεις, ενώ η επίλυση των διαφορών ιδιοκτησίας που προκύπτουν όσο προχωρούν οι διαδικασίες μεταβίβασης μπορεί να διαρκέσουν χρόνια.

 

Άλλες πάλι προϋποθέτουν ριζικές μεταρρυθμίσεις. Κάθε επιχείρηση, σε κάποιο σημείο της διαδρομής της, θα βρεθεί μπλεγμένη με δικαστικές διεκδικήσεις, εξηγεί ο Αλέξιος Παπασταύρου της δικηγορικής εταιρείας Ποταμίτης-Βεκρής, και τούτο επειδή η κίνηση νομικών διαδικασιών δεν συνεπάγεται μεγάλο κόστος, ενώ τα δικαστήρια δέχονται να κρίνουν ακόμη και επιπόλαιες υποθέσεις. Διαφορές οι οποίες έχουν ρυθμιστεί μπορεί να ξανανοίγουν και πάλι: περιγράφει μια περίπτωση όπου πρώην εργαζόμενοι έκαναν αγωγή στον εργοδότη τους, μολονότι είχαν υπογράψει εξωδικαστικό συμβιβασμό μαζί του. Τα δικαστήρια είναι πνιγμένα στις υποθέσεις. Κατά μέσον όρο, η επίλυση μιας επιχειρηματικής διαφοράς χρειάζεται πάνω από τέσσερα χρόνια.

 

Όμως, το μεγαλύτερο πρόβλημα που αναφέρουν οι επιχειρήσεις είναι η υψηλή φορολογία. Ο Αλέξης Πανταζής, συνιδρυτής της Hellas Direct, που λειτουργεί διαδικτυακή πλατφόρμα για ασφάλειες αυτοκινήτων σε Ελλάδα και Κύπρο, εξηγεί ότι πάνω από το μισό των ακαθάριστων αμοιβών καταλήγει σε φόρους και ασφαλιστικές εισφορές. Το αποτέλεσμα είναι το κόστος των εργαζομένων στην Ελλάδα να είναι 30-40% ακριβότερο. Συνεπώς, έχει νόημα να εδρεύουν τα υψηλόβαθμα στελέχη στην Κύπρο, κάθε φορά που αυτό είναι εφικτό. Αυτή η κατάσταση είναι τραυματική για μια χώρα που ήδη πάσχει από brain drain. Σύμφωνα με την Κ. Μελμπρόνερ, ο αριθμός των εργαζομένων στις ηλικίες 25-34 ετών περιορίστηκε κατά 380.000 μεταξύ 2010 και 2018 (αριθμός αντίστοιχος με το 6% του εργατικού δυναμικού), κυρίως επειδή οι νέοι φεύγουν από τη χώρα αναζητώντας καλύτερη τύχη στο εξωτερικό.

 

Σύμφωνα με τον Κ. Μητσοτάκη, οι περισσότερες μεταρρυθμίσεις που απαιτούνται είναι win-win. Ο νέος Προϋπολογισμός θα περιλάβει μειώσεις στους φόρους νομικών προσώπων αλλά και στη φορολογία εισοδήματος, η προσδοκία δε είναι ότι η ΕΕ θα του αφήσει έναν κάποιο δημοσιονομικό χώρο ώστε να το πράξει.

 

Όμως η λιτότητα δεν είναι η μόνη υπεύθυνη για τους υψηλούς φορολογικούς συντελεστές. Οι επιλογές διαδοχικών κυβερνήσεων φέρουν και αυτές ευθύνη. Ενώ οι συντελεστές της φορολογίας εισοδήματος και του ΦΠΑ είναι μεγαλύτεροι από τον μέσο όρο στην ΕΕ ως % του ΑΕΠ, οι συλλεγόμενοι φόροι υστερούν. Γι’ αυτό ευθύνεται εκείνο που το ΔΝΤ αποκαλεί ευγενικά «αδύναμη κουλτούρα πληρωμών», καθώς και η στενή φορολογική βάση. Το άνοιγμα μεταξύ των προσδοκώμενων εσόδων από τον ΦΠΑ και τα όντως εισπραττόμενα ήταν σχεδόν 30% το 2018. Για τον φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων πάλι, το αφορολόγητο έχει ορισθεί στο 60% του μέσου εισοδήματος – σχεδόν τριπλάσιο του μέσου όρου της ΕΕ. Το αποτέλεσμα, σύμφωνα με τη Μιράντα Ξαφά του Centre for International Governance Innovation, είναι ότι περισσότεροι από τους μισούς Έλληνες δεν πληρώνουν καθόλου φόρο εισοδήματος.

 

Από πλευράς Κ. Μητσοτάκη δεν έχει επιδειχθεί ιδιαίτερο ενδιαφέρον για διεύρυνση της φορολογικής βάσης. Αντί γι’ αυτό, όπως και αρκετοί προκάτοχοί του, ο ίδιος επέλεξε να εφαρμόσει σύστημα φορολογικής ρύθμισης που επιτρέπει στους φορολογουμένους να διαγράψουν προηγούμενες περιπτώσεις μη πληρωμής φόρων και να καταβάλουν τις συσσωρευμένες οφειλές τους σε δόσεις, και τούτο προκειμένου να τονωθούν οι τρέχουσες εισπράξεις. Όμως, παρόμοιες ρυθμίσεις υποσκάπτουν την ήδη αδύναμη κουλτούρα πληρωμών, σύμφωνα με τη Μ. Ξαφά: οι φορολογούμενοι περιμένουν την επόμενη ρύθμιση αντί να πάνε να πληρώσουν.

 

Περνώντας τώρα στο σκέλος των δαπανών, αν υπήρχαν καλύτερα στοχευμένες παροχές, η ανάπτυξη θα απευθυνόταν σε περισσότερους. Το ΔΝΤ σημειώνει ότι στην Ελλάδα δαπανώνται περισσότερα για μισθούς δημοσίων υπαλλήλων και σε συντάξεις γήρατος (ως ποσοστό του ΑΕΠ) από τον μέσο όρο των χωρών της Ευρωζώνης. Εν τω μεταξύ, η δαπάνη για παροχές προς τους νέους και τους ανέργους υστερεί, παρά το γεγονός ότι σ’ αυτούς είναι πιθανότερο να προκύψουν φαινόμενα φτώχιας. Κατά την πρόσφατη προεκλογική περίοδο, η προηγούμενη κυβέρνηση χειροτέρεψε αυτή την ανισορροπία όταν αποκατέστησε την πρακτική της «13ης σύνταξης», που ίσχυε προ κρίσης.

 

 

Ο Ερμής ως οδηγός

 

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη διέρχεται ακόμη περίοδο μήνα του μέλιτος. Οι επιχειρήσεις είναι γοητευμένες από μια κυβέρνηση που δέχεται να χαρακτηρίζεται κεντροδεξιά. Το οικονομικό κλίμα βρίσκεται στο υψηλότερο σημείο 12ετίας. Οι επενδυτές είναι αισιόδοξοι: το άνοιγμα μεταξύ των αποδόσεων των ελληνικών ομολόγων και των γερμανικών Bunds έχουν περιοριστεί στο μισό σε σχέση με την αρχή του χρόνου. Εύκολα μπορεί κανείς να φαντασθεί ότι αυτή η αισιοδοξία θα θέσει σε κίνηση έναν ενάρετο κύκλο. Όσο η οικονομία βελτιώνεται τόσο οι μεταρρυθμίσεις γίνονται ευκολότερες. Όταν βλέπεις τις αμοιβές σου να αυξάνονται, δέχεσαι ευκολότερα να μπεις στο δίχτυ της φορολογίας. Αντίστοιχα πάλι, το να επανισορροπήσεις τη δημόσια δαπάνη με την ταχύτερη βελτίωση των παροχών σε ηλικίες εργασίας παρά με βελτίωση των συντάξεων μπορεί να είναι πολιτικά πιο αποδεκτό ως προσέγγιση.

 

Όμως, αν η διόρθωση της πορείας μιας χώρας ήταν εύκολη υπόθεση, τότε η Ελλάδα θα είχε ήδη προλάβει την ομάδα χωρών της υπόλοιπης ΕΕ. Ο δε μήνας του μέλιτος μιας κυβέρνησης μπορεί να σπαταληθεί (ιδίως όταν η απόδοση των μεταρρυθμίσεων χρειάζεται χρόνο για να καταγραφεί), όπως περίπου και η ολοκλήρωση των οικοδομικών εργασιών στο Ελληνικό.

 

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη κατόρθωσε να φθάσει την ελληνική οικονομία μέχρι τον διάδρομο απογείωσης. Το τι θα γίνει από δω και πέρα θα προσδιορίσει το κατά πόσον θα απογειωθεί τελικά.

Αφήστε ένα σχόλιο