Το τέλος της ευρωπαϊκής εξάρτησης

Δημοσιεύτηκε από economia 01/11/2019 0 Σχόλια Βιβλιοπαρουσίαση,

 

Προδημοσίευση από το νέο βιβλίο του Γιώργου Πρεβελάκη, σχετικά με τα διεθνή δίκτυα

του ελληνισμού στην αυγή του 21ου αιώνα

 

 

 

 

Η μη ελλαδική Ελληνοσφαίρα είναι από την φύση της οικουμενική. Διεισδύει με τα δίκτυά της σε όλες τις ηπείρους, σε όλες τις οικονομίες, σε όλους τους πολιτισμούς. Ούτε απαιτείται ούτε μπορεί να υπάρξει στρατηγική ως προς την σχέση της με τον υπόλοιπο κόσμο. Η χαοτική της σύνδεση μαζί του καθοδηγείται και στηρίζεται σε άϋλα κληρονομημένα στοιχεία· στην παράδοση ενός λαού με εμπειρία χιλιετηρίδων στην ανταλλαγή και στην επικοινωνία με τους άλλους, στην αίγλη της ελληνικής πολιτισμικής κληρονομίας. Αντιθέτως, για το τμήμα της Ελληνοσφαίρας, το οποίο μονοπωλεί το όνομα της Ελλάδας, το ζήτημα της στρατηγικής τίθεται πιεστικά. Καθώς στερείται την ευελιξία και την προσαρμοστικότητα, τις οποίες διαθέτουν η Διασπορά, η Ναυτιλία και η Ορθοδοξία, το ελληνικό κράτος έχει ανάγκη να επεξεργάζεται την πολιτική του απέναντι στους άλλους.

 

Βασικό δεδομένο το οποίο πρέπει να ληφθεί υπ’όψη είναι η γεωστρατηγική σημασία του ελληνικού εδάφους. Το ελληνόκτητο κρίσιμο σταυροδρόμι δεν αφήνει μεγάλα περιθώρια ελευθερίας. Οι μεγάλες δυνάμεις δεν μπορούν να αφήσουν ένα μικρό πληθυσμό δέκα εκατομμυρίων να αποφασίζει για την χρήση αυτού του τόσο σημαντικού γεωστρατηγικού οικοπέδου. Ήδη από τον 19ο αιώνα, η θάλασσα η οποία περιβάλλει όλα τα ελλαδικά εδάφη, καθώς και το μικρό ηπειρωτικό στρατηγικό βάθος της χώρας, προσδιορίζουν και τις συμμαχίες της. Η Ελλάδα ανήκει στην Δύση και, μάλιστα, στην θαλασσινή. Οι συνθήκες αυτές έχουν τροφοδοτήσει την αίσθηση της εξάρτησης.

 

Στην πραγματικότητα, αν υπάρχει εξάρτηση είναι αμφίδρομη. Η Δύση βρέθηκε επίσης εξαρτημένη από την Ελλάδα. Συνέβαλε αποφασιστικά στην δημιουργία της και παρενέβη κάθε φορά που κινδύνευσε. Η Δύση δεν διενοείτο ότι η Ελλάδα θα μπορούσε να καταποντιστεί. Οι Έλληνες πολίτες και πολιτικοί το αντελήφθησαν, με αποτέλεσμα να διαθέτουν μειωμένο αίσθημα ευθύνης απέναντι στις τύχες της χώρας. Κυριάρχησε η πεποίθηση ότι πάντοτε θα αποτρέπονται οι συνέπειες των ελλαδικών ατασθαλιών, χάρη στην παρέμβαση των ξένων.

 

Για την ελλαδική πορεία, η αμοιβαία αυτή εξάρτηση είναι, ίσως, περισσότερο επιβαρυντική από την μονομερή. Απέναντι στην άμεση εξάρτηση θα μπορούσε, ενδεχομένως, η ελληνική διπλωματία να ελιχθεί, αξιοποιώντας τον ανταγωνισμό των δυνάμεων. Αυτό έπραξε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής μετά την κυπριακή κρίση, με τα ανοίγματά του στην Βουλγαρία και στην Σοβιετική Ένωση. Η εξάρτηση, όμως, της Δύσης από την Ελλάδα, καθώς εσωτερικοποιείται στις ελλαδικές πολιτικές συμπεριφορές, δηλητηριάζει θεσμούς και δομές. Εξουδετερώνει τις πολιτικές δυνάμεις οι οποίες επιδιώκουν να προωθήσουν την αυτόνομη εξέλιξη της χώρας.

 

Η διπλή εξάρτηση προκύπτει από την ελλαδική Γεωγραφία και από την δυτική Ιστορία, δηλαδή από στοιχεία τα οποία δύσκολα μπορούν να αλλάξουν, τουλάχιστον σε πρώτη όψη. Είναι, όμως, δυνατόν να αμβλυνθεί η αρνητική τους επίδραση με την κριτική θεώρηση των μύθων οι οποίοι τα περιβάλλουν. Γιατί υποστηρίζει η Δύση συστηματικά την Ελλάδα; Για ποιους λόγους έγινε η Ελλάδα δεκτή στην ΕΟΚ πριν από την Ισπανία και την Πορτογαλία, παρά τις σοβαρές οικονομικές της καθυστερήσεις; Γιατί της ανετέθη η διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων το 2004, παρά την αδυναμία της υποψηφιότητάς της; Πρόκειται για δύο πρόσφατα παραδείγματα προνομιακής μεταχείρισης της Ελλάδας από την Δύση. Δεν είναι τα μόνα.

 

Στην Ελλάδα, η γενικά αποδεκτή ερμηνεία είναι ότι η Δύση έχει μια μεγάλη οφειλή προς την Ελλάδα· την Αρχαιότητα. Σύμφωνα με την εκδοχή αυτή, η σύγχρονη Ελλάδα διαθέτει κληρονομικά δικαιώματα από τον αρχαίο πολιτισμό, τα οποία εξαργυρώνει επί δύο αιώνες και τα οποία εξακολουθεί να διεκδικεί. Όταν γνωρίζει κανείς πόσο λίγο αξιόπιστοι χρεώστες έχουν υπάρξει οι Δυτικοί λαοί· πώς έχουν προδώσει και προδοθεί· σε τι βαθμό έχουν εκμεταλλευθεί τους αδύνατους λαούς κατά την αποικιοκρατία- τουλάχιστον εκπλήσσεται για την συνεχή και επαναλαμβανόμενη εξόφληση ενός χρέους το οποίο, πέραν γενικόλογων διακηρύξεων, ουδέποτε έχει επισημοποιηθεί.

 

Η βοήθεια και η προστασία της Δύσης δεν αφορά την προσφορά της Αρχαίας Ελλάδας, αλλά της Νεώτερης. Η δημιουργία, η επιβίωση και η λειτουργία του ελληνικού κράτους δεν προσφέρει μόνον μια ζωτική στρατηγική βάση στα Βαλκάνια και στην Ανατολική Μεσόγειο. Συνεισέφερε ένα ζωτικό  στοιχείο στο ιδεολογικό σύστημα το οποίο νομιμοποίησε και, εν πολλοίς, εξακολουθεί να νομιμοποιεί την δυτική Νεωτερικότητα. Κατά τον 19ο αιώνα, οι νέοι δυτικοί θεσμοί ενισχύθηκαν αποφασιστικά με την ίδρυση του ελληνικού κράτους. Η νεφελώδης εικόνα της ιστορικής ουτοπίας του κλασικισμού έλαβε υλική, χειροπιαστή μορφή. Χάρη σε αυτή την ουτοπία, η Ευρώπη και η Αμερική είχαν ήδη προχωρήσει στις επαναστάσεις οι οποίες ανέτρεψαν  τον παλαιό κόσμο. Η δημιουργία της σύγχρονης Ελλάδας κατέστησε αισθητή την μορφή αυτή, μετά την συντριβή του Ναπολέοντα και την συγκρότηση της Ιεράς Συμμαχίας- όταν, δηλαδή, κινδύνευε να παλινορθωθεί το παλαιό κατεστημένο. Επομένως, η σύγχρονη και όχι η Αρχαία Ελλάδα συνέβαλε στην επιβεβαίωση της Νεωτερικότητας εκείνη την κρίσιμη στιγμή. Η κατανόηση αυτής της διάκρισης έχει μεγάλη σημασία για τον καθορισμό της στρατηγικής του ελληνικού κράτους.

 

Καθώς η Ανθρωπότητα εξέρχεται από την εποχή της Νεωτερικότητας, ενδέχεται η Δύση να έχει πολύ λιγότερη ανάγκη την ελληνική αναφορά. Η τελευταία, ίσως, φορά όπου εκφράστηκε η ανάγκη αυτή ήταν όταν η Ελλάδα ήταν υποψήφια για ένταξη στην ΕΟΚ, διά στόματος Giscard d'Estaing : "δεν μπορούμε να αφήσουμε τον Πλάτωνα να περιμένει". Η αρχαία κληρονομία έδειξε, πράγματι, να έχει εξαντλήσει την απόδοσή της όταν άρχισε η ελληνική οικονομική κρίση. Η Ελλάδα βοηθήθηκε για να αποφευχθεί η διάχυση της κρίσης στην υπόλοιπη Ευρώπη· όχι από κάποιας μορφής ευγνωμοσύνη και, ακόμη λιγότερο, θαυμασμού. Όταν θεωρήθηκε ότι η ευρωπαϊκή οικονομία είχε θωρακιστεί, οι "θεσμοί" δεν δίστασαν απειλήσουν την ελληνική κυβέρνηση.

 

Καθώς ολοκληρώνεται ο δεύτερος αιώνας της ελληνικής ανεξαρτησίας, κλείνει και ένας κύκλος σχέσεων ανάμεσα στην Ελλάδα και την Δύση. Η Ελλάδα στο μέλλον θα εξαρτάται περισσότερο από τις οικουμενικές δυνάμεις της Ελληνοσφαίρας και λιγότερο από την ιδιότυπη σχέση της με την Δύση. Χωρίς να διαρρήξει τους δεσμούς της, θα πρέπει να αναθεωρήσει την γλώσσα με την οποία θα της απευθύνεται. Και στον τομέα αυτόν, οι ξύλινες οχυρώσεις του παρελθόντος δεν βοηθούν πλέον· μόνον η εξωστρεφής στρατηγική του Θεμιστοκλή προσφέρει διεξόδους.

 

Η τέταρτη μεγάλη αναθεώρηση στο κατώφλι του 3ου αιώνα του ελληνικού κράτους αφορά, επομένως, την σχέση με την Δύση. Η Ελλάδα, στερημένη από την συστηματική δυτική προστασία, θα χρειαστεί να καθορίσει μόνη της τις γεωπολιτικές και γεωστρατηγικές της κατευθύνσεις. Η νέα περίοδος δεν θα είναι ούτε εύκολη ούτε ακίνδυνη. Ίσως, όμως, οδηγήσει την Ελλάδα στην ενηλικίωση.

 

Αφήστε ένα σχόλιο