H παρακαταθήκη του Μάριο Ντράγκι

Δημοσιεύτηκε από economia 01/11/2019 0 Σχόλια Οικονομική Επιθεώρηση,

Οικονομική Επιθεώρηση, Noέμβριος 2019, τ. 988

του Χάρη Σαββίδη

 

Τον Ιούλιο του 2012, έχοντας μόλις ολοκληρώσει έναν χρόνο από τον ορισμό του ως πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και 9 μήνες αφού ανέλαβε καθήκοντα, ο Μάριο Ντράγκι ξεστόμιζε τις τρεις σημαντικότερες λέξεις της θητείας του: «whatever it takes» (ό,τι κι αν χρειαστεί). Η κεντρική τράπεζα δεσμευόταν να αναλάβει κάθε δυνατή πρωτοβουλία για να διασώσει το ευρώ. Το επόμενο διάστημα ακολούθησαν και οι πράξεις, αλλά τα συγκεκριμένα λόγια είχαν ήδη καταφέρει να προσφέρουν την πολύτιμη στήριξη που χρειαζόταν το ευρωπαϊκό κοινό νόμισμα. Είχαν ήδη πείσει τους επενδυτές ότι η ΕΚΤ δεν θα δίσταζε να προχωρήσει σε πολιτικές ποσοτικής χαλάρωσης (επί της ουσίας εκτύπωσης χρήματος), μιμούμενη αυτό που ήδη έπρατταν οι άλλες σημαντικές κεντρικές τράπεζες μετά το ξέσπασμα της παγκόσμιας κρίσης, το 2008, με πρώτη τη Fed.

Μέχρι τότε οι Γερμανοί αντιστέκονταν σθεναρά. Αν και στο τιμόνι της ΕΚΤ βρισκόταν προηγουμένως ο Γάλλος Ζαν Κλοντ Τρισέ, εντούτοις η Τράπεζα είχε παραμείνει πιστή στις γερμανικές αρχές, της «σφιχτής» νομισματικής πολιτικής. Μάλιστα, η ΕΚΤ είχε προχωρήσει σε δύο αυξήσεις επιτοκίων, σε μια περίοδο όπου η παγκόσμια οικονομία συνέχιζε να περιδινείται υπό τους κραδασμούς της μεγαλύτερης μεταπολεμικά κρίσης.

Το 2011 το επίκεντρο της κρίσης μετατοπίστηκε προς την Ευρωζώνη. Ήδη η Τρόικα βρισκόταν στην Ελλάδα, ανοίγοντας δημόσια τη μέχρι τότε συζήτηση-ταμπού, περί αποχώρησης ενός κράτους-μέλους από τη νομισματική ένωση. Επενδυτές και αναλυτές άρχιζαν να αναζητούν τον επόμενο «αδύναμο κρίκο» στις οικονομίες της περιφέρειας της Ευρωζώνης. Σε αυτές τις συνθήκες τα κράτη-μέλη κλήθηκαν να επιλέξουν τον διάδοχο του Τρισέ.

Ο Μάριο Ντράγκι ήταν μεταξύ των υποψηφίων εξαρχής, αλλά έπρεπε να υπερβεί τις αντιρρήσεις του Βερολίνου, που προωθούσε την υποψηφιότητα του Γερμανού Άξελ Βέμπερ. Η πλούσια προϋπηρεσία του Ιταλού τραπεζίτη (μεταξύ άλλων και στη Goldman Sachs) βοήθησαν να καμφθούν οι αντιδράσεις. Τον Φεβρουάριο εμφανίστηκαν δημοσιεύματα που ήθελαν τον Ά. Βέμπερ να αποσύρει την υποψηφιότητά του. Λίγες εβδομάδες αργότερα ο Economist τασσόταν υπέρ της υποψηφιότητας Ντράγκι και η Wall Street Journal ανέφερε ότι ο τότε υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας, Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, δεν είχε πλέον αντιρρήσεις. Λίγες ημέρες αργότερα η Bild προετοίμαζε το γερμανικό κοινό, υποστηρίζοντας ότι ο Ντράγκι είναι ο πιο… Γερμανός από τους υποψηφίους. Στις 24 Ιουνίου οι Ευρωπαίοι ηγέτες έδωσαν επισήμως το χρίσμα στον Μάριο Ντράγκι.

Η κρίση στην Ευρωζώνη είχε επιδεινωθεί, με το ελληνικό (πρώτο) Μνημόνιο να βρίσκεται στα βράχια και την Τρόικα να οδεύει προς Ιρλανδία και Πορτογαλία. Κατά τους τελευταίους μήνες της προεδρίας Τρισέ, στο Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ ωρίμασαν οι συνθήκες για να υιοθετηθούν πιο επιθετικές πολιτικές αντιμετώπισης της κρίσης. Ο Μάριο Ντράγκι ανέλαβε την προεδρία την 1η Νοεμβρίου και μόλις έναν μήνα αργότερα ενεργοποίησε πρόγραμμα χρηματοδότησης των ευρωπαϊκών τραπεζών με περίπου μισό τρισ. ευρώ.

 

Ήταν η εποχή όπου οι φόβοι για την έκθεση της κάθε τράπεζας στα δοκιμαζόμενα ομόλογα της ευρω-περιφέρειας οδηγούσαν σε ουσιαστικό πάγωμα του δανεισμού στη διατραπεζική αγορά. Η Ευρωζώνη στέρευε σταδιακά από ρευστότητα. Τον Φεβρουάριο ακολούθησε ένα ακόμα μεγαλύτερο πρόγραμμα χρηματοδότησης, αλλά η κρίση βάθαινε και το μέλλον της έδειχνε όλο και πιο αβέβαιο. Τους επόμενους μήνες, το κούρεμα των ομολόγων και η πολιτική αβεβαιότητα στην Ελλάδα, καθώς και οι φόβοι μετάδοσης της κρίσης σε Ισπανία και Ιταλία, έκαναν την Ευρωζώνη να δείχνει έτοιμη να διαλυθεί. Έτσι, οδηγηθήκαμε στον Ιούλιο του 2012 και την περίφημη ρήση του Μάριο Ντράγκι ότι η ΕΚΤ είναι έτοιμη «να πράξει ό,τι κι αν χρειαστεί για να διασώσει το ευρώ».

Όντως, η ΕΚΤ υιοθέτησε μηδενικά επιτόκια και προχώρησε σε αγορές κρατικών ομολόγων – μια πολιτική που βρίσκεται όσο πιο κοντά στην εκτύπωση χρήματος επιτρέπουν οι ευρωπαϊκές συνθήκες. Και οι Γερμανοί… Η μεταστροφή του κλίματος στις αγορές και η ενίσχυση της ρευστότητας κατάφεραν να σταματήσουν την εξάπλωση της κρίσης. Τα χειρότερα είχαν πλέον περάσει. Μέχρι τα τέλη του 2018 η ΕΚΤ θα αγόραζε τίτλους αξίας 2,6 τρισ. ευρώ. Καθώς, δε η Κριστίν Λαγκάρντ ετοιμάζεται να διαδεχθεί τον Μάριο Ντράκι, η ΕΚΤ εγκαινίασε ένα πρόγραμμα παρεμβάσεων για τη στήριξη των οικονομιών της Ευρωζώνης.

 

Καθώς η 8ετής θητεία του μετρούσε τις τελευταίες εβδομάδες της, ο Μάριο Ντράγκι ήρθε στην Αθήνα, όπου τιμήθηκε από την Ακαδημία Αθηνών μετά την πρόσφατη εκλογή του ως Ξένος Εταίρος. Επέλεξε αυτό το βήμα για μια σύντομη αποτίμηση της εμπειρίας του, σχετικά με τις πολιτικές σταθεροποίησης που απαιτεί μια νομισματική ένωση.

 

«Η ανθεκτικότητα της ζώνης του ευρώ στη διάρκεια πολλών ετών κρίσης απέδειξε ότι οι επικριτές της έσφαλλαν», ξεκίνησε την ομιλία του ο Ντράγκι. Και έσπευσε να προσθέσει ότι «το ευρώ σήμερα είναι πιο δημοφιλές από ποτέ».

 

Πλην όμως, «αντλήσαμε τα απαιτούμενα διδάγματα από εκείνο το επεισόδιο; Λάβαμε τα απαραίτητα μέτρα για να αποτραπεί μια τέτοια έκβαση στο μέλλον;».

 

Αυτά είναι τα ερωτήματα που επιχείρησε να απαντήσει στην ομιλία του, διακρίνοντας δύο διαστάσεις: την ικανότητα να διασφαλίζεται η σταθεροποίηση σε όλες τις χώρες και την ικανότητα να διασφαλίζεται η σταθεροποίηση στη διάρκεια του οικονομικού κύκλου.

 

 

Σταθεροποίηση μεταξύ των οικονομιών

 

Ως προς την πρώτη διάσταση, ο πρόεδρος Ντράγκι υπενθύμισε «ότι η υιοθέτηση ενιαίας συναλλαγματικής ισοτιμίας δεν πρέπει να στερεί από τα κράτη τη δυνατότητα προσαρμογής σε διαταραχές». Ζητούμενο είναι η ισορροπία μεταξύ σύγκλισης και ασφάλισης: «Πρέπει να υπάρχει επαρκής σύγκλιση μεταξύ των κρατών-μελών, ώστε να αντιμετωπίζουν σε μεγάλο βαθμό κοινές διαταραχές και η ενιαία νομισματική πολιτική να είναι σε γενικές γραμμές κατάλληλη για όλα τα μέλη. Ωστόσο, πρέπει επίσης να υπάρχουν αποτελεσματικοί μηχανισμοί ασφάλισης –με βάση τη διαφοροποίηση σε ολόκληρη τη νομισματική ένωση– προκειμένου τα κράτη-μέλη να διατηρούν τη δυνατότητα σταθεροποίησης των οικονομιών τους, όταν οι δικοί τους κύκλοι αποκλίνουν».

 

Αφού περιέγραψε ως παράδειγμα την εμπειρία των ΗΠΑ, στη συνέχεια εστίασε στην Ευρωζώνη: «Από την άποψη της πραγματικής σύγκλισης, διάφορες χώρες της ζώνης του ευρώ έχουν σημειώσει σημαντική πρόοδο». Πλην όμως, υποστήριξε ότι «αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι η σύγκλιση των οικονομικών κύκλων, καθώς αυτή καθορίζει κατά πόσον είναι βέλτιστη η νομισματική πολιτική σε όλες τις χώρες».

 

Στο σημείο αυτό, θετικό ρόλο έπαιξε η τάση της οικονομίας διεθνώς να αναπτύσσει αλυσίδες αξίας, τόσο στο παγκόσμιο εμπόριο όσο και σε περιφερειακό επίπεδο – εν προκειμένω, στο εμπόριο της Ευρωζώνης. Ως αποτέλεσμα, «πολλές μελέτες αναφέρουν ότι ο συγχρονισμός των οικονομικών κύκλων στη ζώνη του ευρώ έχει αυξηθεί από το 1999» και η ύπαρξη του ενιαίου νομίσματος ενίσχυσε αυτή την τάση.

 

Βέβαια, «η συμμετοχή στις αλυσίδες αξίας διαφέρει από χώρα σε χώρα, και γι’ αυτό απαιτείται η βάθυνση και διεύρυνση της ενιαίας αγοράς, ούτως ώστε όλα τα κράτη-μέλη να ενσωματωθούν πλήρως στην ευρωπαϊκή αλυσίδα αξίας και να μοιράζονται τα οφέλη».

 

Στο σκέλος της ασφάλειας ο πρόεδρος Ντράγκι αναφέρθηκε στην ανάγκη συντονισμού της δημοσιονομικής πολιτικής, ξεπερνώντας δύο σημαντικούς διχασμούς: ότι, αν η Ευρωζώνη επικεντρωθεί στον βαθύτερο επιμερισμό των κινδύνων στον ιδιωτικό τομέα, δεν θα απαιτείται μεγαλύτερος επιμερισμός των κινδύνων στον δημόσιο τομέα και ότι η δημόσια ασφάλιση δημιουργεί ηθικό κίνδυνο. Στη βάση αυτή, τάχθηκε υπέρ της βάθυνσης της δημόσιας ασφάλισης μέσω της ολοκλήρωσης της τραπεζικής ένωσης και της ενίσχυσης της δημοσιονομικής ένωσης, «όχι για να δημιουργηθεί μια ένωση μεταβιβάσεων, αλλά μια Ευρωζώνη με μικρότερη ανάγκη επιμερισμού των κινδύνων στον δημόσιο τομέα».

 

 

Σταθεροποίηση στον οικονομικό κύκλο

 

Εστιάζοντας στη δεύτερη διάσταση, ο πρόεδρος Ντράγκι υποστήριξε ότι αντιμετωπίζουμε ένα νέο περιβάλλον με καθοριστικό στοιχείο τη μακροχρόνια μείωση του φυσικού επιτοκίου. Η επιβράδυνση του δυνητικού ρυθμού ανάπτυξης σε όλες τις αναπτυγμένες οικονομίες και, ιδίως, του ρυθμού αύξησης της συνολικής παραγωγικότητας των συντελεστών υποδηλώνει χαμηλότερη απόδοση κεφαλαίου. Αφού υποχωρεί ο δυνητικός ρυθμός ανάπτυξης, θα πρέπει να μειώνεται και το κόστος δανεισμού για τον ιδιωτικό τομέα, καθώς οι επιχειρήσεις δανείζονται μόνο σε τιμή χαμηλότερη της αναμενόμενης απόδοσης της επένδυσης. Με την πάροδο του χρόνου, αυτό ασκεί καθοδική πίεση στα επιτόκια. Από τη δεκαετία του 1990 οι μακροπρόθεσμες πραγματικές αποδόσεις έχουν μειωθεί κατά περισσότερο από 400 μονάδες βάσης στις ΗΠΑ, από 500 μονάδες βάσης στην Ιαπωνία και από 600 μονάδες βάσης στη Γερμανία.

 

Πλην όμως, «το μέγεθος της μείωσης των πραγματικών αποδόσεων από τη δεκαετία του 1990 και μετά επίσης αντανακλά άλλους μακροχρόνιους παράγοντες που προέκυψαν έκτοτε. […] Ο πιο ισχυρός είναι οι δυσμενείς δημογραφικές εξελίξεις. Στη ζώνη του ευρώ η δημογραφική μετάβαση εκτιμάται ότι μείωσε τα πραγματικά επιτόκια κατά περίπου μία ποσοστιαία μονάδα τις τελευταίες δεκαετίες. Με βάση τις τρέχουσες τάσεις μπορεί να αναμένεται ότι θα συμπιέσει τα πραγματικά επιτόκια κατά επιπλέον 0,25-0,5 ποσοστιαίες μονάδες έως το 2030». Τρεις άλλοι παράγοντες είναι η αυξανόμενη ανισοκατανομή του εισοδήματος, το πλεόνασμα των παγκόσμιων αποταμιεύσεων, ιδίως σε αναδυόμενες αγορές, και η γενική αύξηση της αποστροφής προς τον κίνδυνο.

 

Αυτό το περιβάλλον έχει δύο βασικές συνέπειες: Πρώτον, αλλάζει το βέλτιστο μείγμα πολιτικής για τη σταθεροποίηση της οικονομίας, με τη νομισματική πολιτική να γίνεται λιγότερο αποτελεσματική και τη δημοσιονομική περισσότερο. Δεύτερον, απαιτούνται άλλες πολιτικές, διαρθρωτικές και δημοσιονομικές, προκειμένου τα επιτόκια να αυξηθούν στο μέλλον.

 

Και ο πρόεδρος Ντράγκι ολοκλήρωσε την ομιλία του συμπεραίνοντας: «Η νομισματική ένωσή μας γεννήθηκε ατελής και, στο διάστημα μίας δεκαετίας αντιμετώπισε μια κρίση την οποία λίγοι θα μπορούσαν να είχαν προβλέψει. Είναι κατανοητό ότι δεν ήταν έτοιμη. Αλλά τώρα γνωρίζουμε τι χρειάζεται για να εξασφαλίσουμε σταθερότητα σε όλες τις χώρες, όπως επίσης γνωρίζουμε τι διακυβεύεται, αν καθυστερήσουμε να σταθεροποιήσουμε την ένωση στο σύνολό της. Αυτό οδηγεί μόνο σε μια πιο παρατεταμένη περίοδο εξαιρετικά διευκολυντικών πολιτικών. Θέλουμε να καθορίζουμε οι ίδιοι τις συνθήκες και όχι να μας εξαναγκάζουν να ενεργήσουμε οι συνθήκες. Η διάγνωση σχετικά με τις απαιτούμενες ενέργειες είναι ξεκάθαρη: O δρόμος που πρέπει να ακολουθήσουμε ανοίγεται μπροστά μας».

Αφήστε ένα σχόλιο