Πώς γεννήθηκε ένα ευρωπαϊκό πρόγραμμα αξίας 100 δισ.

Δημοσιεύτηκε από economia 05/11/2019 0 Σχόλια άρθρα,

Οικονομική Επιθεώρηση, Noέμβριος 2019, τ. 988

ΜΑΤΙΕΣ ΣΤΟ ΜΕΛΛΟΝ του Νίκου Παπανδρέου

 

 

 

 

 

 

 

Σε αντίθεση με αυτά που ακούμε στον Τύπο τα τελευταία χρόνια για τα θαύματα της Σίλικον Βάλεϊ και την πρωτοπορία του ιδιωτικού τομέα, οι επαναστατικές εφευρέσεις που κατακλύζουν σήμερα τη ζωή μας ήταν αποτέλεσμα κρατικής έρευνας και κρατικών επενδύσεων.

 

Η ανάπτυξη του αλγορίθμου αναζήτησης της Google, για παράδειγμα, υποστηρίχθηκε από μια επιχορήγηση του Εθνικού Ιδρύματος Επιστημών, ενός δημόσιου φορέα επιχορήγησης των ΗΠΑ. Η εταιρεία ηλεκτρικών αυτοκινήτων Tesla ξεκίνησε με δάνειο 465 εκατομμυρίων δολαρίων από το Υπουργείο Ενέργειας των ΗΠΑ. Στην πραγματικότητα, τρεις εταιρείες που ιδρύθηκαν από τον Elon Musk (Tesla, SolarCity και SpaceX) έχουν επωφεληθεί από σχεδόν 5 δισεκατομμύρια δολάρια από το αμερικανικό Δημόσιο.

 

Ας πάμε στο άλλο σημερινό θαύμα στη ζωή μας: Το iPhone του Steve Jobs. Ας δούμε την προέλευση κάθε τεχνολογίας που χρησιμοποιήθηκε στο iPhone. Το διαδίκτυο ξεκίνησε ως ένα δίκτυο υπολογιστών που ονομάζεται Arpanet, το οποίο χρηματοδοτήθηκε από το Υπουργείο Άμυνας των ΗΠΑ τη δεκαετία του ‘60 για να λύσει το πρόβλημα της δορυφορικής επικοινωνίας. Το πρωτόκολλο HTTP είχε αναπτυχθεί από τον Βρετανό επιστήμονα Tim Berners-Lee και εφαρμόστηκε στους υπολογιστές στο CERN, στη Γενεύη. Το Υπουργείο Άμυνας ήταν επίσης πίσω από την ανάπτυξη του GPS (των χαρτών στην οθόνη, που μας οδηγούν ως διά μαγείας σε δύσκολους προορισμούς) κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ‘70, αρχικά για να καθοριστεί η θέση του στρατιωτικού εξοπλισμού. Η μονάδα σκληρού δίσκου, οι μικροεπεξεργαστές, οι κάρτες μνήμης και η οθόνη LCD είχαν επίσης χρηματοδοτηθεί από το ίδιο υπουργείο. Το Siri (δηλαδή το τηλέφωνο που μας μιλάει) ήταν το αποτέλεσμα ενός έργου του Ινστιτούτου Stanford Research για την ανάπτυξη ενός εικονικού βοηθού στρατιωτικού προσωπικού, το οποίο του είχε αναθέσει η DARPA (Υπ. Άμυνας των ΗΠΑ). Η οθόνη αφής ήταν το αποτέλεσμα της μεταπτυχιακής έρευνας στο Πανεπιστήμιο του Ντελαγουέρ, που χρηματοδοτήθηκε από το Εθνικό Ίδρυμα Επιστημών και τη CIA.

 

«Ο Steve Jobs δικαίως χαρακτηρίστηκε μεγαλοφυΐα για τα οραματικά προϊόντα που σχεδίασε και εμπορεύτηκε, αλλά αυτή η ιστορία δημιουργεί έναν μύθο γύρω από την προέλευση της επιτυχίας της Apple», γράφει η οικονομολόγος Mazzucato στο βιβλίο της Entrepreneurial State. «Χωρίς το τεράστιο ποσό των δημόσιων επενδύσεων που κρύβονται πίσω από την επανάσταση των υπολογιστών και του διαδικτύου, ο Steve Jobs το πολύ να είχε ανακαλύψει ένα νέο παιχνίδι.»

 

Σύμφωνα με την αφήγηση της καινοτομίας που γνωρίζουμε σήμερα, όλα τα χρωστάμε σε έξυπνους καουμπόηδες εφευρέτες, που οι ίδιοι δεν χρωστάνε τίποτε στο κράτος για τα επιτεύγματά τους. Μάλιστα, το κράτος παρουσιάζεται σαν εμπόδιο στην ανάπτυξη της ιδιωτικής πρωτοβουλίας και των εφευρέσεων. Και με αυτό το αφήγημα, που επαναλαμβάνεται συνεχώς, πίεζαν και πιέζουν για έναν πιο χαλαρό κρατικό έλεγχο και μια όλο και πιο χαμηλή φορολογία – για να απελευθερωθεί ο σκλαβωμένος επιχειρηματίας από τα ασφυκτικά δεσμά του κράτους.

 

Σύμφωνα με μια πρόσφατη μελέτη, από το 2003 έως το 2013 οι εισηγμένες στο χρηματιστήριο εταιρείες στις ΗΠΑ ξόδεψαν περισσότερα από το ήμισυ των κερδών τους για να ξαναγοράσουν τις μετοχές. Αυτό το έκαναν για να αυξήσουν τις τιμές τους. Η φαρμακευτική εταιρεία Pfizer, για παράδειγμα, δαπάνησε 139 δισ. δολάρια για αγορές ιδίων μετοχών. Η Apple, μετά τον θάνατο του ιδρυτή της, άρχισε να το κάνει το 2012. Ως το 2018 είχε ξοδέψει σχεδόν ένα τρισεκατομμύριο δολάρια για αγορές ιδίων μετοχών, της ίδιας της Apple.

 

Εάν λοιπόν είναι το κράτος και όχι ο ιδιωτικός τομέας που παραδοσιακά απορρόφησε τα υψηλά ρίσκα των επενδύσεων σε νέες τεχνολογίας (βλέπε πυρηνική ενέργεια, υπολογιστές, τη νανοτεχνολογία, τη βιοτεχνολογία και το διαδίκτυο), πρέπει το κράτος σήμερα να επενδύσει σε νέες τεχνολογίες ώστε να αντιμετωπίσουμε τις μεγάλες προκλήσεις του πλανήτη μας, όπως την κλιματική αλλαγή και το πλαστικό στις θάλασσές μας.

 

Η ιδέα της καθηγήτριας είναι ότι το Δημόσιο πρέπει να κάνει μεγάλες επενδύσεις, αλλά με πολύ συγκεκριμένη στόχευση. Δηλαδή, να πούμε ότι ως το 2030 εκατό μεγάλες πόλεις δεν θα παράγουν διοξείδιο, ή ότι το 2030 θα έχουμε αφαιρέσει όλο το πλαστικό από τις θάλασσές μας. Η στόχευση πρέπει να είναι συγκεκριμένη, όπως όταν η Αμερική ανέλαβε την «αποστολή» να φτάσει ο άνθρωπος στο φεγγάρι. Η ιδέα των κρατικών επενδύσεων με συγκεκριμένες και μετρήσιμες ως προς την επίτευξή τους αποστολές είναι της καθηγήτριας Mazzucato. Τούτο το θεωρητικό σχήμα φαίνεται πως άρεσε πολύ στους ειδήμονες που καταρτίζουν τα πενταετή προγράμματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, γι’ αυτό μπήκε και η ίδια στον χορό.

 

Έτσι, στις αρχές του 2017, ο Carlos Moedas, ο Ευρωπαϊκός Επίτροπος για την Έρευνα, την Επιστήμη και την Καινοτομία, σαγηνευμένος από τις θεωρίες της Mazzucatο, της προσέφερε τη θέση ειδικού συμβούλου, την οποία εκείνη αποδέχθηκε. Πρότεινε δε να αναμορφώσει το ευρωπαϊκό πρόγραμμα έρευνας και καινοτομίας με τίτλο Horizon Europe, μια πρωτοβουλία αξίας 100 δισ. ευρώ. Από αυτή την καθαρά θεωρητική προσέγγιση λοιπόν οικοδομείται και ολοκληρώνεται το πρόγραμμα αυτό που θα επηρεάσει και τα δικά μας ερευνητικά προγράμματα.

 

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κάνει παραδοσιακά λόγο για τις μεγάλες προκλήσεις γενικά, αλλά η Mazzucato «μεταφράζει» τα μεγάλα λόγια σε συγκεκριμένα έργα με παραδείγματα απτά. Τον Φεβρουάριο του 2018 δημοσίευσε και μια έκθεση που είναι πια η βάση του νέου προγράμματος των 100 δισ., με τίτλο Η έρευνα και η καινοτομία με αποστολή στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι «αποστολές» της Ένωσης πρέπει να πληρούν συγκεκριμένα κριτήρια για να χρηματοδοτηθούν: πρέπει να είναι τολμηρές και να εμπνέουν τους πολίτες· να είναι φιλόδοξες και να μην φοβούνται το ρίσκο της αποτυχίας· να έχουν σαφή στόχο και χρονική προθεσμία, να είναι διεπιστημονικές (η θεραπεία του καρκίνου, για παράδειγμα, θα απαιτήσει καινοτομία στον τομέα της υγειονομικής περίθαλψης, της διατροφής, της τεχνητής νοημοσύνης και των φαρμακευτικών προϊόντων) και να μην «μανατζάρονται»  από το ίδιο το κράτος.

 

Σε αυτή τη βάση λοιπόν καταρτίστηκε το νέο πρόγραμμα επενδύσεων με τίτλο «Ορίζοντας Ευρώπη». Οι «αποστολές» βρίσκονται υπό διαμόρφωση, αλλά ως τώρα πέντε από αυτές συζητιούνται: η κλιματική αλλαγή, ο καρκίνος, η υγεία των ωκεανών, οι καθαρές πόλεις, και η υγιής σίτιση και η καθαρή γη.

 

Η «αποστολή» με θέμα Οι ωκεανοί χωρίς πλαστικό, δηλαδή των καθαρών ωκεανών, θα μπορούσε να περιλαμβάνει την αφαίρεση του μισού πλαστικού που ήδη ρυπαίνει τους ωκεανούς και τη μείωση κατά 90% της ποσότητας των πλαστικών που εισέρχονται σε αυτούς, πριν από το 2025, μέσω έργων όπως αυτοτελείς σταθμούς συλλογής πλαστικών ή ειδικά δίχτυα. Η επίλυση του προβλήματος απαιτεί να ανακαλύψουμε εναλλακτικούς τρόπους διαχείρισης του πλαστικού, να σχεδιάσουμε νέες μορφές συσκευασίας τροφίμων και να δημιουργήσουμε συστήματα τεχνητής νοημοσύνης που θα μπορούν να διαχωρίζουν αυτομάτως τα απόβλητα.

 

Εν τέλει η Ευρώπη ακολουθεί τη σωστή κατεύθυνση – και το όραμα και την ανθρωπιά. Αναρωτιέται κανείς, φυσικά, αν τα χρήματα και ο μηχανισμός της ίδιας της Ένωσης μπορούν να λειτουργήσουν αποτελεσματικά σε κάθε χώρα. Το παράδειγμα προς μίμηση έρχεται από την πιο καπιταλιστική χώρα του κόσμου, την Αμερική. Στην Αμερική, παραδόξως, το κράτος έπαιξε καταλυτικό ρόλο στην ανάπτυξη της τεχνολογίας. Η ίδια η Αμερική ξεκίνησε τις τεράστιες της επενδύσεις στην έρευνα από το 1945, μόλις τελείωσε ο πόλεμος, επειδή τρόμαξε από τις τεχνολογικές επιτυχίες της Γερμανίας, που παραλίγο να της χαρίσουν τη νίκη. Η έκθεση του επιστημονικού συμβούλου του προέδρου Ρούσβελτ για τον ρόλο της επιστήμης ήταν καθοριστική για το μέλλον της έρευνας (Science: The Endless Frontier). Τελικά, ο ρόλος της κυβέρνησης και του κράτους στην ανάπτυξη της επιστήμης θεωρείται απαραίτητος, χωρίς καμιά αμφιβολία, και από τη μητέρα του καπιταλισμού.

 

Έτσι, με τεράστιες και μακρόχρονες επενδύσεις απέκτησε η Αμερική την υπεροχή της στον κόσμο της τεχνολογίας – και όχι μόνο. Το αν η Ευρώπη, με αυτό και πολλά άλλα προγράμματα, κατορθώσει να κάνει κάτι μεγάλο μένει να το δούμε. Πάντα υπάρχει η ελπίδα ότι με τόσα έξυπνα άτομα, και με τη σωστή θεωρητική αντίληψη για το πώς λειτουργεί το σύστημα, κάτι θα προχωρήσει όσον αφορά την επίλυση σημαντικών προβλημάτων της ανθρωπότητας.

Αφήστε ένα σχόλιο