Οι παράξενοι νέοι κανόνες της παγκόσμιας οικονομίας

Δημοσιεύτηκε από economia 06/11/2019 0 Σχόλια The Economist,

Οικονομική Επιθεώρηση, Noέμβριος 2019, τ. 988

από τον Τhe Economist

 

 

 

Ο τρόπος λειτουργίας των οικονομιών έχει αλλάξει ριζικά – το ίδιο πρέπει να συμβεί και με την οικονομική πολιτική

 

 

 

Οι οικονομίες του πλούσιου κόσμου αποτελούνται από ένα δισεκατομμύριο καταναλωτές και εκατομμύρια επιχειρήσεις, που λαμβάνουν τις δικές τους αποφάσεις. Περιλαμβάνουν όμως και ισχυρούς δημόσιους θεσμούς, οι οποίοι επιχειρούν να οδηγήσουν την οικονομία: κεντρικές τράπεζες που ορίζουν τη νομισματική πολιτική και κυβερνήσεις που αποφασίζουν για τις δαπάνες και τον δανεισμό. Τα τελευταία 30 ή και περισσότερα χρόνια, οι θεσμοί αυτοί λειτούργησαν με βάση καθιερωμένους κανόνες. Μπορεί η κυβέρνηση να επιθυμεί μιαν ανερχόμενη οικονομία με θέσεις εργασίας που θα της κερδίσουν τις εκλογές: αν όμως η οικονομία υπερθερμανθεί, θα προκύψει πληθωρισμός. Γι’ αυτό χρειάζονται ανεξάρτητες κεντρικές τράπεζες: για να αποσύρουν τα ποτά την ώρα που ξεφεύγει το πάρτι (όπως έλεγε ο Ουίλιαμ ΜακΤσέσνι Μάρτιν, που άλλοτε ήταν επικεφαλής της Fed). Δείτε το κάπως σαν καταμερισμό των έργων: πολιτικοί προσέχουν το μακροπρόθεσμο μέγεθος του Δημοσίου και χιλιάδες άλλες προτεραιότητες – τεχνοκράτες αναλαμβάνουν την ευαίσθητη δουλειά του να δαμάζουν τον οικονομικό κύκλο.

 

Αυτή η βολική και ξεκάθαρη διαρρύθμιση άρχισε να καταρρέει: η διασύνδεση χαμηλότερης ανεργίας και υψηλότερου πληθωρισμού αποτελεί πλέον παρελθόν. Το μεγαλύτερο μέρος του πλούσιου κόσμου βιώνει με ευχαρίστηση άνθηση της αγοράς εργασίας, ακόμη και τη στιγμή που οι κεντρικές τράπεζες χάνουν (προς τα κάτω) τους στόχους πληθωρισμού που έχουν ταχθεί. Η ανεργία στις ΗΠΑ βρίσκεται στο 3,5% (στο χαμηλότερο σημείο από το 1969), αλλά ο πληθωρισμός είναι μόλις 1,4%. Τα επιτόκια έχουν διαμορφωθεί τόσο χαμηλά, ώστε οι κεντρικές τράπεζες έχουν στη διάθεσή τους ελάχιστα περιθώρια μείωσής τους σε περίπτωση που προκύψει ύφεση. Ακόμη και σήμερα ορισμένες πασχίζουν να στηρίξουν τη ζήτηση με ποσοτική χαλάρωση/Q.E., δηλαδή με αγορές ομολόγων. Αυτή παράδοξη κατάσταση μέχρι πρότινος εθεωρείτο προσωρινή, όμως έχει φθάσει να αποτελεί τη νέα κανονικότητα. Αποτέλεσμα: υπάρχει η ανάγκη να μεταβληθούν οι κανόνες της οικονομικής πολιτικής – κυρίως δε η κατανομή έργων μεταξύ κεντρικών τραπεζών και κυβερνήσεων. Αυτή η διαδικασία είναι η ανησυχητική. Θα μπορούσε να καταλήξει επικίνδυνη.

 

 

Νέα κατάσταση, νέα καθήκοντα

Η νέα εποχή οικονομικής πολιτικής έχει τις ρίζες της στη χρηματοπιστωτική κρίση του 2007-09. Οι κεντρικές τράπεζες εφάρμοσαν προσωρινά, έκτακτα μέτρα όπως η Q.E. προκειμένου να αποφευχθεί μια βαθιά κρίση. Έκτοτε όμως έγινε φανερό ότι βαθύτερες δυνάμεις βρίσκονται σε κίνηση. Ο πληθωρισμός δεν αυξάνεται πλέον κατά τρόπο αξιόπιστο οσάκις η ανεργία βρίσκεται σε χαμηλά επίπεδα, και τούτο εν μέρει επειδή ο κόσμος έχει καταλήξει να αναμένει συγκρατημένες αυξήσεις των τιμών, αλλά και επειδή οι παγκόσμιες αλυσίδες αξίας δεν αντικατοπτρίζουν πάντα τις συνθήκες της τοπικής αγοράς εργασίας. Ταυτόχρονα, πλεόνασμα αποταμιεύσεων και διστακτικότητα των επιχειρήσεων να επενδύσουν έχουν συμπιέσει τα επιτόκια. Είναι τόσο ακόρεστη η πείνα για αποταμίευση, παγκοσμίως, που πάνω από ¼ των ομολόγων επενδυτικής βαθμίδας (αξίας 15 τρισ. δολαρίων) έχουν πλέον αρνητικές αποδόσεις: με άλλα λόγια, οι δανειστές χρειάζεται να καταβάλουν τόκο προκειμένου να διακρατήσουν παρόμοια ομόλογα μέχρι τη λήξη τους.

 

Οι οικονομολόγοι και οι αρμόδιοι της οικονομικής πολιτικής παλεύουν να προσαρμοσθούν. Στις αρχές του 2012 οι περισσότεροι παράγοντες της Fed θεωρούσαν ότι τα αμερικανικά επιτόκια θα κατασταλάξουν κάπου πάνω από το 4%. Πέρασαν οκτώ χρόνια και βρίσκονται μόλις στο 1,75%-2% – πρόκειται δε για τα υψηλότερα επιτόκια στους G7. Πριν από μία δεκαετία σχεδόν όλοι οι υπεύθυνοι της οικονομικής πολιτικής, αλλά και οι επενδυτές, πίστευαν ότι οι κεντρικές τράπεζες θα απέσυραν την Q.Ε., πουλώντας ομόλογα ή αφήνοντας τις θέσεις ομολόγων τους να φθάσουν μέχρι τη λήξη. Τώρα όμως, η πολιτική της Q.E. δείχνει να είναι μόνιμη υπόθεση. Αθροιστικά, οι ισολογισμοί των κεντρικών τραπεζών των ΗΠΑ, της Ευρωζώνης, της Βρετανίας και της Ιαπωνίας φθάνουν το 35% του συνολικού ΑΕΠ των περιοχών αυτών. Η ΕΚΤ, που έχει άγχος να ανεβάσει τον πληθωρισμό, επανεκκίνησε την Q.E. της. Η Fed για ένα σύντομο διάστημα κατόρθωσε να συρρικνώσει τον ισολογισμό της, όμως από φέτος τον Σεπτέμβριο τα στοιχεία ενεργητικού της αυξάνονται εκ νέου, καθώς ρίχνει πάλι χρήμα στις ασταθείς χρηματαγορές. Στις 8 Οκτωβρίου ο πρόεδρος της Fed Τζερόμ Πάουελ επιβεβαίωσε ότι αυτή η αύξηση θα συνεχιστεί.

 

Μια πρώτη επίπτωση αυτής της νέας κατάστασης είναι προφανής. Όσο οι κεντρικές τράπεζες εξαντλούν τα εργαλεία τόνωσης των οικονομιών όταν αυτές κλονίζονται, περισσότερη από τη βαριά δουλειά θα χρειαστεί να γίνεται από τις περικοπές φόρων και τις δημόσιες δαπάνες. Επειδή τα επιτόκια είναι πλέον τόσο χαμηλά (όταν δεν είναι αρνητικά), η αύξηση του δημοσίου χρέους αποτελεί κατάσταση σχετικά βιώσιμη, ιδίως δε όταν ο δανεισμός κατευθύνεται στη χρηματοδότηση μακροπρόθεσμων δαπανών που τονώνουν την ανάπτυξη, όπως π.χ. οι υποδομές. Και όμως: η πρόσφατη δημοσιονομική πολιτική είναι ασαφής και, σε ορισμένες περιπτώσεις, βλαβερή. Η Γερμανία δεν μπόρεσε να βελτιώσει την κατάσταση των δρόμων της και των γεφυρών της που καταρρέουν. Η Βρετανία περιέκοψε τους προϋπολογισμούς στις αρχές της δεκαετίας του 2010, τη στιγμή που η οικονομία της ήταν αδύναμη – κι αυτή η έλλειψη δημοσίων επενδύσεων αποτελεί έναν από τους λόγους της χρόνιας χαμηλής πορείας της παραγωγικότητας στη χώρα. Οι ΗΠΑ διατηρούν δημοσιονομικό έλλειμμα μεγαλύτερο από το σύνηθες, πλην όμως μάλλον για να στηρίξουν φορολογικές περικοπές που ωφελούν τους πλουσίους παρά για να χρηματοδοτήσουν επισκευές οδικών δικτύων ή δημιουργία πράσινων υποδομών ενέργειας.

 

Ενώ οι πολιτικοί που βρίσκονται στην εξουσία παλεύουν να αναπτύξουν σωστά τη δημοσιονομική πολιτική, εκείνοι που προσβλέπουν στην απόκτηση της εξουσίας βλέπουν στις κεντρικές τράπεζες μια βολική πηγή χρημάτων. Η «σύγχρονη νομισματική θεωρία», μια παράδοξη προσέγγιση που κερδίζει σε δημοτικότητα στην Αριστερά των ΗΠΑ, λέει ότι δεν υπάρχει κόστος άμα οι δημόσιες δαπάνες μεγαλώνουν ενόσω ο πληθωρισμός βρίσκεται χαμηλά – φθάνει η κεντρική τράπεζα να φαίνεται βολική. (Οι επιθέσεις του προέδρου Τραμπ κατά της Fed την έχουν καταστήσει πιο ευάλωτη.) Στη Βρετανία, το Εργατικό Κόμμα που βρίσκεται στην αντιπολίτευση, θέλει να χρησιμοποιήσει την Τράπεζα της Αγγλίας προκειμένου να καθοδηγήσει τις πιστώσεις, «φέρνοντας πλησιέστερα» τους ρόλους υπουργού Οικονομικών, και υπουργού Οικονομίας/Επενδύσεων και Διοικητή της Τράπεζας της Αγγλίας.

 

Αντεστραμμένο είδωλο αυτού είναι η εμφανιζόμενη τάση των κεντρικών τραπεζών να αρχίσουν να αναμειγνύονται στη δημοσιονομική πολιτική, πεδίο που ανήκει στις κυβερνήσεις. Η πελώρια θέση σε ομόλογα που διατηρεί η Τράπεζα της Ιαπωνίας στηρίζει ένα δημόσιο χρέος που πλησιάζει το 240% του ΑΕΠ. Στην Ευρωζώνη, το χαμηλότατο επιτόκιο και η διατήρηση της Q.E. στηρίζει τη δημοσιονομική βοήθεια προς τις υπερχρεωμένες χώρες του Νότου, πράγμα που οδήγησε σε έντονες επιθέσεις κατά της ΕΚΤ από ορισμένους Βόρειους οικονομολόγους και βετεράνους της ΕΚΤ. Ο απερχόμενος πρόεδρός της Μάριο Ντράγκι έκανε δημόσια έκκληση για δημοσιονομική τόνωση των οικονομιών της Ευρωζώνης. Υπάρχουν οικονομολόγοι που πιστεύουν ότι οι κεντρικές τράπεζες θα ‘πρεπε να έχουν στη διάθεσή τους δημοσιονομικούς μοχλούς, τους οποίους να μπορούν να ενεργοποιούν από μόνες τους.

 

Εδώ ακριβώς, όμως, βρίσκεται ο κίνδυνος αμοιβαίας επικάλυψης νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής. Όπως ακριβώς οι πολιτικοί δοκιμάζουν τον πειρασμό να ασχολούνται με τα θέματα των κεντρικών τραπεζιτών, έτσι και οι τεχνοκράτες πλησιάζουν σε αποφάσεις που ανήκουν κανονικά στο πεδίο των πολιτικών. Άμα βρεθούν με τον έλεγχο δημοσιονομικών εργαλείων στα χέρια τους, πόσα κεφάλαια θα πρέπει να κατευθύνουν προς τους φτωχούς; Τι μερίδιο της οικονομίας θα πρέπει να ανήκει στο Δημόσιο;

 

 

Ένα νέο σύνορο

Σε περιπτώσεις οικονομικής κάμψης, είτε οι κυβερνήσεις είτε οι κεντρικές τράπεζες θα πρέπει να κάνουν μια άμεση, ισχυρή αλλά περιορισμένη δημοσιονομική ένεση στην οικονομία. Μια ιδέα θα ήταν να ενισχυθούν οι αυτόματοι εκείνοι σταθεροποιητές που βρίσκονται στη διάθεση των κυβερνήσεων, όπως είναι η ασφάλιση της ανεργίας, που εγγυώνται ότι θα υπάρχουν μεγαλύτερα ελλείμματα στους προϋπολογισμούς άμα η οικονομία πάρει τα κάτω της. Μια άλλη λύση θα ήταν να δοθεί στις κεντρικές τράπεζες δημοσιονομικό εργαλείο, το οποίο όμως να μην έχει διανεμητική λειτουργία, οπότε δεν θα υπάρξει πειρασμός κατάχρησης της εκτύπωσης χρήματος – π.χ. με τη μεταβίβαση ενός ίσου ποσού χρημάτων στους λογαριασμούς κάθε ενήλικου πολίτη, αν η οικονομία βρίσκεται σε υποχώρηση.

 

Κάθε μονοπάτι έχει τους κινδύνους του. Οι θεσμοί που καθοδηγούν την οικονομία χρειάζεται να αναπλασθούν, ώστε να είναι κατάλληλοι για τον παράξενο νέο κόσμο του σήμερα.

Αφήστε ένα σχόλιο