Τα δάνεια της Ελλάδας: 200 χρόνια ανάπτυξης και κρίσεων

Δημοσιεύτηκε από economia 13/11/2019 0 Σχόλια Βιβλιοπαρουσίαση,

Τα δάνεια της Ελλάδας: 200 χρόνια ανάπτυξης και κρίσεων

Μιχάλης Ψαλιδόπουλος, Εκδόσεις Παπαδόπουλος,

Αθήνα 2019, σελίδες 326, τιμή: 17,99 ευρώ

 

 

 

 

 

Δύσκολα θα φανταζόταν κανείς ότι το θέμα των δανείων της Ελλάδας, διαχρονικά, θα μπορούσε να συναρπάζει. Ακόμη περισσότερο: δύσκολα θα προσδοκούσε ότι μια συζήτηση για τα δάνεια των 200 σχεδόν ετών της ελεύθερης (σχετικά) Ελλάδας, με τις περιοδικές χρεοκοπίες της, θα ξέφευγε από μια καθαρά τεχνική συζήτηση, ή θα απέφευγε τα γνώριμα μελαγχολικά συμπεράσματα.

 

Και όμως: το Τα δάνεια της Ελλάδας: 200 χρόνια ανάπτυξης και κρίσεων του Μιχάλη Ψαλιδόπουλου κατορθώνει να λειτουργήσει σαν ανάγνωσμα συναρπαστικό. Αλλά και να βρει γωνίες αισιοδοξίας. Παρατηρεί ο Μιχ. Ψαλιδόπουλος ότι η Ελλάδα στα σχεδόν 200 χρόνια διαδρομής της σπανίως έφθασε σε άρνηση πληρωμών. Κυρίως όμως, οσάκις αυτό συνέβη, είχε προηγηθεί κάτι μεγάλο, κάτι συνθλιπτικό.

 

Η πρόσφατη αναδιάρθρωση, του δίδυμου PSI/PSI+ Μαρτίου/Δεκεμβρίου 2012, που διά της ανταλλαγής ομολόγων επέβαλε κούρεμα κατά 53,5%, κι ακόμη περισσότερο η αμέσως μεταπολεμική ρύθμιση που σήμανε για ομολογιούχους απώλειες 93%, δεν πρέπει να παραβλέπουμε ότι έγιναν με τους δανειστές να προσέρχονται με συμφωνία σε ρύθμιση. Την οποία διαπραγματεύθηκε η αμέσως μεταπολεμική Ελλάδα τα χρόνια του Σχεδίου Μάρσαλ διακυβερνητικά και η κυβέρνηση Παπαδήμου με τη μεσολάβηση του IFF το 2012.

 

Οι δύο πρώτες χρεοκοπίες, αντίθετα, του νεόκοπου ελληνικού κράτους (εκείνες των δανείων της Ανεξαρτησίας και της πρώτης συγκρότησης του κράτους επί Όθωνα) ήταν απόλυτα γνήσιες αναγνωρίσεις αδιεξόδου – ενώ και εκείνη του 1932, που αφορούσε τα πολεμικά δάνεια της δεκαετίας του ‘10 και (κυρίως) τα προσφυγικά του ‘20, ήρθε μετά τη Μεγάλη Ύφεση του 1929 και την προσάραξη του κανόνα χρυσού.

 

Μόνον η χρεοκοπία μετά τα εννέα δάνεια της εποχής Τρικούπη, τα οποία είχαν ακολουθήσει τη γενικότερη πρακτική στροφής στο διεθνές κεφάλαιο του τέλους του 19ου αιώνα, δάνεια που ουσιαστικά δημιούργησαν την υποδομή της χώρας και συνέβαλαν στην ένταξή της στη διεθνή οικονομία, υπήρξε ευθεία – κι έτσι οδήγησε στον Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο μετά τη μελοδραματική στιγμή του «Δυστυχώς επτωχεύσαμεν!».

 

Καθώς, λοιπόν, η Ελλάδα κατά κανόνα αποπληρώνει τα χρέη της, αποκτά καίρια σημασία η σωστή χρήση των πόρων που εξασφαλίζει ο δανεισμός. Άμα κατευθύνεται σε επενδύσεις οι οποίες στηρίζουν την αύξηση της παραγωγικότητας της οικονομίας και δημιουργούν συνθήκες στήριξης της ανάπτυξης, τότε η δημιουργία χρέους έχει εσωτερική λογική. Βέβαια, οι δαπάνες στρατιωτικού χαρακτήρα –και τον 19ο και το πρώτο μισό του 20ού αιώνα– και οι δαπάνες του Προσφυγικού και της Ανασυγκρότησης, τον Μεσοπόλεμο και τα μεταπολεμικά χρόνια, δημιούργησαν συνθήκες εκτροχιασμού. Όμως, οι πιο πρόσφατες εμπειρίες (μετά τη 10ετία του ’70), που συνδύασαν τη δανειακή χρηματοδότηση για δημιουργία κοινωνικού κράτους με συντονισμό με τον εκλογικό κύκλο, χωρίς όμως ιδιαίτερη μέριμνα για δημιουργία παραγωγικής δομής, οι εμπειρίες αυτές έφεραν τα γνωστά αδιέξοδα. Αν εδώ προσθέσει κανείς την παράδοση χαλαρής δημοσιονομικής διαχείρισης, βλέπει τον κύκλο να κλείνει.

 

Κατά τ’ άλλα, με τη στάση των Τριών Πρεσβειών στο ξεκίνημα του ελληνικού κράτους στο μπλοκάρισμα των δανείων, ύστερα του ΔΟΕ, και με τις συμπεριφορές των Συμμάχων τον Μεσοπόλεμο, έχουμε το απόλυτο déjà vu για την Τρόικα και τους Θεσμούς του χθες-σήμερα.

Αφήστε ένα σχόλιο