Η εξιλέωση της Orsted

Δημοσιεύτηκε από economia 13/11/2019 0 Σχόλια The Economist,

Πώς η άλλοτε ρυπαίνουσα ενεργειακή Orsted οδήγησε

 

την παγκόσμια άνθηση της υπεράκτιας αιολικής ενέργειας

 

Οικονομική Επιθεώρηση, Noέμβριος 2019, τ. 988

από τον Τhe Economist

 

 

 

 

Τριάντα χιλιόμετρα έξω από την ακτή της Δανίας, στη σκοτεινή και κυματισμένη Βόρεια Θάλασσα, 91 λευκές ανεμογεννήτριες κινούνται με τον άνεμο. Η σκανδιναβική αυτή χώρα είναι η γενέτειρα της βιομηχανίας της υπεράκτιας αιολικής ενέργειας. Το 1991 στήθηκαν οι πρώτες ανεμογεννήτριες στη θάλασσα, ενώ 11 χρόνια αργότερα δημιουργήθηκε το πρώτο μεγάλο υπεράκτιο συγκρότημα ανεμογεννητριών, οι οποίες μετακινήθηκαν έως εκεί με τη βοήθεια ενός φορτηγού πλοίου που έως τότε μετέφερε μπανάνες. Μια θυελλώδη μέρα, προ καιρού, τεχνίτες κατέβαιναν από την κορυφή των γεννητριών –με άνοιγμα των ελίκων 40 μέτρα– για τη συνήθη συντήρησή τους.

 

Στις περισσότερες χώρες του κόσμου, ένα παρόμοιο θέμα θα ήταν σπάνιο: μόλις το 2% της ενέργειας που παράγεται ανά τον κόσμο είναι αιολική. Αντίθετα, στη Δανία είναι κοινός τόπος. Πίσω απ’ όλη αυτή την ιστορία βρίσκεται μια εταιρεία την οποία λίγοι γνωρίζουν – κι ακόμη λιγότεροι μπορούν να προφέρουν σωστά το όνομά της.

 

Πριν από επτά χρόνια, η Orsted (προφέρεται Έρστεντ) ονομαζόταν DONG Energy και ήταν η υπό κρατική ιδιοκτησία ενεργειακή εταιρεία της Δανίας, που κατείχε μια σειρά από μονάδες ηλεκτροπαραγωγής με άνθρακα και φυσικό αέριο, κάποια πάρκα αιολικής, εγκαταστάσεις πετρελαιοπαραγωγής και διάφορα ακόμη. Σήμερα, η εταιρεία είναι η μεγαλύτερη επιχείρηση αιολικής με υπεράκτιες εγκαταστάσεις, καθώς καλύπτει το 1/3 της αγοράς διεθνώς, πλην Κίνας. Το 2018 οι υπεράκτιες ανεμογεννήτριες κάλυπταν σχεδόν το 70% των λειτουργικών εσόδων της Orsted, ενώ απασχολούν το 80% των κεφαλαίων της. Τη στιγμή που οι εξαρτώμενοι από ορυκτά καύσιμα ανταγωνιστές της παλεύουν με τις προκλήσεις της κλιματικής αλλαγής, η Orsted έχει μεταπλάσει τον εαυτό της σε υπόδειγμα για τους περιβαλλοντιστές, αλλά και για τους επενδυτές: η τιμή της μετοχής διπλασιάστηκε μέσα στην τελευταία διετία. Σε όλο τον κόσμο, η επιτυχία της δανέζικης εταιρείας αποτελεί αντικείμενο μελέτης.

 

Τη στρατηγική μετακίνηση της Orsted έθεσε σε κίνηση μια κρίση. Όταν –το 2012– στο πηδάλιο της DONG βρέθηκε ο Χένρικ Πόλσεν, οι μονάδες ηλεκτροπαραγωγής με άνθρακα και φυσικό αέριο πιέζονταν. Το τμήμα πάλι της εταιρείας που ήταν υπεύθυνο για εξορύξεις πετρελαίου και φυσικού αερίου στη Βόρεια Θάλασσα αντιμετώπιζε κοιτάσματα υπό εξάντληση. «Ο μόνος τομέας δραστηριότητας όπου είχαμε διαφοροποίηση», αφηγείται τη σκέψη του, «στη φάση εκείνη ήταν η αιολική».

 

Ξεκίνησε λοιπόν να απαλλάσσεται από το ενεργειακό δυναμικό που βασιζόταν σε ορυκτά καύσιμα και το 2013 πούλησε συμμετοχή 18% στην Goldman Sachs (για 1,2 δισ. δολάρια) προκειμένου να χρηματοδοτήσει τις επενδύσεις στην αιολική ενέργεια.

 

Η αρχική προσφορά κατά τη διάθεση του ποσοστού αυτού στην αγορά ήταν η δεύτερη μεγαλύτερη σε αξία εκείνης της χρονιάς, διεθνώς. Η κυβέρνηση της Δανίας διατήρησε ποσοστό 50,1%, όμως από κάθε άλλη άποψη η εταιρεία είχε αλλάξει.

 

Προκειμένου να το υπογραμμίσει αυτό, ξαναβαπτίστηκε με το επώνυμο του Χανς Κρίστιαν Έρστεντ, του Δανού που ανακάλυψε τον ηλεκτρομαγνητισμό. (Πέραν τούτου, όπως έλεγε η εταιρική της διαφήμιση τότε: «Αν ακούτε DONG, η πρώτη σας σκέψη δεν είναι η πράσινη ενέργεια».)

 

Το στοίχημα που μπήκε τότε με τα υπεράκτια αιολικά πάρκα άρχισε να αποδίδει. Μπορεί αυτός να παραμένει ακριβότερος τρόπος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας σε σύγκριση με τις επίγειες εγκαταστάσεις ανεμογεννητριών ή τα φωτοβολταϊκά, όμως και πάλι το σημερινό της κόστος των 62 ευρώ/μεγαβατώρα στην Ευρώπη είναι λιγότερο από το μισό εκείνου του 2021. Αντίθετα δε με τις ανεμογεννήτριες που φυτεύονται στη γη, οι υπεράκτιες δεν προκαλούν τόσες αντιδράσεις των τοπικών παραγόντων. Η μελετητική Bernstein προβλέπει ότι η υπεράκτια αιολική ενέργεια θα σημειώσει αύξηση 17% τον χρόνο μέχρι το 2030 – ρυθμός σχεδόν διπλάσιος από των αντίστοιχων εγκαταστάσεων στη στεριά.

 

Η δανέζικη εταιρεία προηγήθηκε γρήγορα, όταν κέρδισε έγκαιρα συμβάσεις για εγκαταστάσεις στη Βρετανία, η οποία πρόσφερε γενναιόδωρες επιχορηγήσεις. Η καθιέρωση δημοπρασιών το 2014 στη Βρετανία έκανε τις εταιρείες να δίνουν μεγαλύτερη σημασία στα θέματα κόστους. Όπως και οι ανταγωνιστές της, έτσι και η Orsted προσφέρει σήμερα μεγαλύτερες τουρμπίνες, που κοστίζουν λιγότερο και στην κατασκευή και στη συντήρηση απ’ ό,τι μεγαλύτερος αριθμός μικρότερων (ενώ χρησιμοποιεί και ειδικά πλοία για τη μεταφορά αντί για μπανανάδικα). Όμως, η έμφαση που δίνει στην αιολική ενέργεια της επιτρέπει να αναζητά σχέδια ανάπτυξης χρόνια πριν από τους ανταγωνιστές της που διατηρούν ευρύτερο χαρτοφυλάκιο. Η απόφασή της να διαχειρίζεται από κοντά τα σχέδια που υλοποιεί και να μην χρησιμοποιεί τόσο πολύ υπεργολάβους συμβάλλει επίσης στη συγκράτηση του κόστους. Οι καταγραφές στοιχείων από τις 1.150 τουρμπίνες που διαθέτει ανά την Ευρώπη συμβάλλουν περισσότερο στη βελτιστοποίηση των λειτουργιών και στον καλύτερο σχεδιασμό για το μέλλον, όπως εξηγεί ο Πέτερ Μπίστογκ της Bank of America Merrill Lynch. Η Orsted προσδοκά αποδόσεις επί του επενδεδυμένου κεφαλαίου της κατά μέσον όρο 10% τα επόμενα χρόνια – περίπου όσο κατορθώνουν να φθάσουν και οι μεγάλες πετρελαϊκές εταιρείες.

 

Μπορεί να πρόκειται για βορειοευρωπαϊκό δημιούργημα, με γραφείο σκανδιναβικής κομψότητας και προσφερόμενα σαντουϊτσάκια με αγγουράκι και σάλτσα άνηθου, όμως η Orsted έχει πλανητικές φιλοδοξίες. Ο Χ. Πόλσεν θεωρεί ότι το παγκόσμιο εγκατεστημένο δυναμικό της Orsted θα έχει σχεδόν τριπλασιαστεί μέχρι το 2025. Ήδη έχει άδειες για μονάδες 3,8 γιγαβάτ έξω από τις ΗΠΑ και την Ταϊβάν, με τοπικούς συνεταίρους. Αρχίζει όμως να επενδύει και σε ανεμογεννήτριες στη στεριά, καθώς και σε φωτοβολταϊκά, αγορές που ούτως ή άλλως θα παραμείνουν μεγαλύτερες από της υπεράκτιας αιολικής ενέργειας.

 

Δεν προχώρησαν τα πάντα χωρίς προβλήματα, βέβαια. Η πώληση μεριδίου της στην Goldman υπήρξε τόσο αμφιλεγόμενη που συνέβαλε στην πτώση του Δανού πρωθυπουργού (τον Οκτώβριο του 2017 η Goldman ανακοίνωσε ότι θα πουλήσει όλες τις μετοχές που έχει ακόμη στα χέρια της). Μέσα στην αβεβαιότητα για την απογείωση της αμερικανικής παραγωγής υδρογονανθράκων από σχιστολιθικά κοιτάσματα, η πώληση των συμμετοχών φυσικού αερίου και πετρελαίου της Orsted χρειάστηκε να περιμείνει μέχρι το 2017. Μολονότι δε η εταιρεία έχει προγραμματίσει να φύγει από τις μονάδες άνθρακα μέχρι το 2023, ακόμη διαθέτει σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής με βάση ορυκτά καύσιμα. Οι απόγονοι του Χανς Κρίστιαν Έρστεντ κινήθηκαν νομικά για τη χρήση του ονόματος (χωρίς αποτέλεσμα). Η δε κυβέρνηση της Δανίας αντέδρασε στην απόφαση του Πόλσεν να πουληθεί ο κλάδος διανομής ενέργειας, ώστε να λάβουν πρόσθετα μερίσματα οι μέτοχοι.

 

Η επέκταση σε παγκόσμια κλίμακα φέρνει και νέους κινδύνους. Τα πάρκα ανεμογεννητριών έχουν φθάσει πλέον σε τέτοια κλίμακα ώστε, όταν προκύψει πρόβλημα (όπως με τη βλάβη στα ανοιχτά της ακτής του Γιόρκσαϊρ, που προκάλεσε μπλακάουτ στη Βρετανία στις 9 Αυγούστου φέτος), η επίπτωση γίνεται αισθητή σε παγκόσμια κλίμακα. Επιπλέον, οι κυβερνήσεις μπορεί να αλλάξουν αιφνίδια τους όρους τους, όπως συνέβη με την Ταϊβάν προ καιρού.

 

Κυρίως όμως, η Orsted αντιμετωπίζει σταδιακά ισχυρότερο ανταγωνισμό. Δύο ενεργειακοί γίγαντες της Ευρώπης (η Equinor και η Royal Dutch Shell, με 6πλάσια και 32πλάσια έσοδα) ετοιμάζονται να στήσουν υπεράκτιες ανεμογεννήτριες. Η γερμανική RWE, που σήμερα είναι ο πλησιέστερος ανταγωνιστής της Orsted, αγοράζει τις ανανεώσιμες άλλων δύο επιχειρήσεων. Η Τράπεζα Macquarie ανήκει πάλι στους μεγάλους παίκτες που αγοράζουν πάρκα ανεμογεννητριών, με κεφάλαια που τροφοδοτούν την ένταση του ανταγωνισμού. Οι αναλυτές θεωρούν ότι η Orsted μπορεί να ανταποκριθεί στον ανταγωνισμό επιχειρήσεων όπως η Royal Dutch Shell, την οποία άλλωστε κατατρόπωσε σε αμερικανικούς διαγωνισμούς. Αν δεν υπήρχε η συμμετοχή της κυβέρνησης της Δανίας, ο πετρελαϊκός κολοσσός ίσως να είχε ήδη επιχειρήσει να εξαγοράσει την Orsted.

 

Αφήστε ένα σχόλιο