Όπου ο ανήφορος συνεχίζεται

Δημοσιεύτηκε από Antonis D. Papagiannidis 03/12/2019 0 Σχόλια άρθρα,

Οικονομική Επιθεώρηση, Δεκέμβριος 2019, τ. 989

ΑΝΑΛΥΣΗ του Αντώνη Παπαγιαννίδη

 

Η τριβή της κυβέρνησης Μητσοτάκη με την πραγματικότητα έχει το κόστος της – έχει όμως και πλεονεκτήματα

 

Δεν είναι τόσο η λήξη του μήνα (ή του τριμήνου: η γνωστή ιστορία των «100 πρώτων ημερών») του μέλιτος, όσο η τριβή της κυβέρνησης Μητσοτάκη με την πραγματικότητα εκείνο που, με επιταχυνόμενο ρυθμό, δίνει την εντύπωση προσγείωσης. Και την αίσθηση συνειδητοποίησης ότι ασφαλώς η προετοιμασία και η ύπαρξη σαφών στόχων είναι κάτι που μετράει (και, δημοσκοπικά τουλάχιστον, αναγνωρίζεται), ασφαλώς η επίτευξη –και η επίδειξη– ρυθμών υλοποίησης που δεν είχαμε συνηθίσει στην Ελλάδα μετά, ας πούμε, την εποχή Κώστα Σημίτη παίζει ρόλο· πλην όμως, οι αντιστάσεις της πραγματικότητας δεν φεύγουν εύκολα. Κυρίως, δεν ξορκίζονται με την έμφαση στην επικοινωνία. Ακόμη και την επιτυχημένη επικοινωνία, σε δεκτικό μιντιακό περιβάλλον.

 

Αρκεί να δει κανείς τον συνεχιζόμενο ανήφορο που αφορά την υλοποίηση μέτρων φορολογικής ελάφρυνσης, με δίδυμο στόχο να τονωθεί η οικονομία (ώστε να έχει νόημα η συζήτηση περί «ενάρετου κύκλου» ανάπτυξης: θα επανέλθουμε ευθύς αμέσως) και να προχωρήσουν διαρθρωτικές αλλαγές/να στρέψει πορεία το καράβι.

Μπορεί να ξεκίνησε η νέα κυβέρνηση με μειώσεις στον ΕΝΦΙΑ, που όντως έγιναν αισθητές στην τσέπη ευρύτερων στρωμάτων, και μάλιστα της ψηφολογικά πολύφερνης μεσαίας τάξης, μπορεί και τώρα να υλοποιεί ελαφρύνσεις στους φόρους των εταιρειών και των μερισμάτων· όμως, στο ευρύτερο μέτωπο του τέλους επιτηδεύματος, της εισφοράς αλληλεγγύης και –κυρίως– της προκαταβολής φόρου για την επόμενη χρήση, οι περιορισμοί που επιτάσσουν τα επίμονα πρωτογενή πλεονάσματα ακυρώνουν τις όποιες προθέσεις (χαρακτηριστική των στενών πλαισίων η μείωση της προκαταβολής από 100% σε… 95%).

 

Προβλέψεις για πλεονάσματα και ανάπτυξη – κινήσεις για τα «κόκκινα δάνεια»

Η αλήθεια είναι ότι το αίτημα για μείωση των πρωτογενών πλεονασμάτων από το ασφυκτικό 3,5% του ΑΕΠ, που πάντως θα ισχύσει και για το 2020, σε κάτι λογικότερο, γύρω στο 2%, ωριμάζει: γι’ αυτό και στο Eurogroup του Δεκεμβρίου η ελευθέρωση μίας ακόμη δόσης από τις επιστροφές κερδών ANFAs και SMPs ελπίζεται ότι θα δοθεί ελεύθερη από δεσμεύσεις (ώστε να στραφεί σε επενδυτική χρήση, αντί της αποπληρωμής του χρέους), πάντως για το 2020 σε ύψος 1,2 δισ. ευρώ. Αυτό το 0,6% του ΑΕΠ θα είναι προς την κατεύθυνση μιας de facto χαλάρωσης των πρωτογενών πλεονασμάτων, ενόσω η κυρίως συζήτηση/διαπραγμάτευση θα συνεχίζεται. Βέβαια, η 4η Αξιολόγηση της Ενισχυμένης Παρακολούθησης με την οποία πορεύεται η μεταμνημονιακή Ελλάδα έχει ακόμη επιφυλάξεις – όπως επιφυλάξεις είχε και η Έκθεση του ΔΝΤ (στο πλαίσιο της τακτικής παρακολούθησης της ελληνικής οικονομίας, κατά το Άρθρο IV του Καταστατικού του). Και αν το ΔΝΤ κυρίως επανέρχεται στις γνωστές του επιφυλάξεις, θεωρώντας ότι χωρίς περιορισμό συντάξεων καθώς και μείωση του αφορολόγητου για διεύρυνση της φορολογικής βάσης, ούτε η μετά το 2020 επίτευξη ρυθμών ανάπτυξης πείθει ούτε η αξιοπιστία των πλεονασμάτων είναι εξασφαλισμένη, ακόμη πιο σημαντική είναι η συνεχιζόμενη αμφισβήτησή του για τους συντελεστές της ανάπτυξης, ιδίως για τις δημογραφικές εξελίξεις.

 

Έναντι του 2% για το 2019 και του 2,8% για το 2020 που βλέπει ο ελληνικός Προϋπολογισμός 2020, το Ταμείο κάνει λόγο για 1,8% και 2,3% αντιστοίχως (η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κάνει λόγο για 1,8% και 2,3%, επίσης, στις φθινοπωρινές της προβλέψεις). Η όχι-και-τόσο-ευχάριστη αυτή σύγκλιση γίνεται ακόμη πιο συντηρητική για μετά το 2021, με κάμψη και για τους δύο Οργανισμούς… Όμως, κοινό στοιχείο σύγκλισης των δύο είναι και ένα άλλο, που μάλλον θα άξιζε μεγαλύτερη προσοχή – γιατί οι διαψευσμένες προβλέψεις τα χρόνια της κρίσης είναι τόσες που θα γέμιζαν βιβλίο: πρόκειται για την εκ νέου επισήμανση του επικίνδυνου βάρους που αποτελούν για το ελληνικό τραπεζικό σύστημα τα «κόκκινα δάνεια», όπως αυτά συνεχίζουν να βαραίνουν επίφοβα τους ισολογισμούς των συστημικών. Και έρχεται η επισήμανση αυτή τη στιγμή ακριβώς που το Σχέδιο «Ηρακλής» του Υπουργείου Οικονομικών έπαιρνε τον δρόμο Φρανκφούρτης για τελική έγκριση και –το ουσιαστικό!– για προώθηση προς υλοποίηση.

 

Είναι ενδιαφέρον εδώ να καταγράψει κανείς ότι, μιλώντας στο 4ο Thessaloniki Summit, ο διοικητής της ΤτΕ Γιάννης Στουρνάρας προσέφερε και τη δική του συνηγορία για το ότι είναι «ώριμες οι συνθήκες» ώστε να προχωρήσουν οι εταίροι της Ελλάδας σε μείωση των (συμφωνημένων) πρωτογενών πλεονασμάτων. Και τούτο θεωρώντας (α) ότι η βελτίωση των προοπτικών εξυπηρέτησης του χρέους (ιδίως με τη σοβαρή υποχώρηση των αποδόσεων των ελληνικών ομολόγων) δεν δικαιολογεί πλέον πρωτογενή πλεονάσματα της τάξεως του 3,5% του ΑΕΠ και (β) ότι η μείωσή τους, επιτρέποντας πιο ζωηρή ανάκαμψη, θα δημιουργήσει «win-win κατάσταση». (Δεν είναι χωρίς σημασία ότι η προσέγγιση Στουρνάρα είναι, εδώ, παράλληλη με εκείνη του ΔΝΤ. Με το οποίο, ωστόσο, βρίσκεται σε απόλυτη αντίθεση, όταν θεωρεί ότι το Ταμείο υπερβάλλει σε απαισιοδοξία για τις, δημογραφικά στηριγμένες, προβλέψεις βύθισης της ανάπτυξης.)

 

Η ματιά των αγορών εν τω μεταξύ…

Μιας και σταθήκαμε όμως στη ματιά του διοικητή της ΤτΕ (που μπαίνει στο τελευταίο 6μηνο αυτής του της θητείας), να μην παραλείψουμε ότι στη Θεσσαλονίκη επανέφερε ακόμη πιο εμφατικά την άποψή του ότι είναι αναγκαίο οι προσπάθειες για αντιμετώπιση των «κόκκινων δανείων», που προωθούνται με το Σχέδιο «Ηρακλής», να συμπληρωθούν/επαυξηθούν και με προώθηση του άλλου σχεδίου που έχει επωασθεί από την ΤτΕ και που βασίζεται σε αξιοποίηση του αναβαλλόμενου φόρου/deferred tax. Μάλιστα, ο Γ. Στουρνάρας προχώρησε ακόμη περισσότερο από την έως τώρα αναφορά του στη συμπληρωματικότητα αυτής της προσέγγισης ως προς τον «Ηρακλή»: έθεσε στο τραπέζι την εκτίμηση ότι, αν δεν προχωρήσει η ευθεία αντιμετώπιση του αναβαλλόμενου φόρου (που έχει αποτελέσει, μετά τις διαδοχικές ανακεφαλαιοποιήσεις, βασικό στοιχείο της κεφαλαιακής υγείας των συστημικών τραπεζών), δεν θα κατορθώσει το ελληνικό τραπεζικό σύστημα να χτίσει την κερδοφορία εκείνη που θα του επιτρέψει να μπει θετικά στην αιμοδότηση της οικονομίας.

 

Εδώ, βέβαια, έρχεται στη μέση μια άλλη διάσταση – γνωστή, ασφαλώς, που όμως είχε προς στιγμήν παραμεληθεί. Όλες αυτές οι προσεγγίσεις στα «κόκκινα δάνεια» στηρίζονται στην όρεξη των αγορών για ελληνικό κίνδυνο. Και ενώ υπήρξε ραγδαία πτώση των αποδόσεων του 10ετούς ομολόγου μέχρι το 1,3% και του 5ετούς στο 0,5% (με τα έντοκα γραμμάτια να αξιώνονται να δουν μέχρι και αρνητικές αποδόσεις…), μια αντιστροφή/ψύχρανση της τάσης στις ευρωπαϊκές αγορές ομολόγων αλλά και μια ιδιαίτερα επιφυλακτική Έκθεση της UBS για την Ελλάδα συνέπεσαν –αν δεν προκάλεσαν– σε ανάσχεση της εικόνας βελτίωσης. Η απόδοση του 10ετούς πήγε πίσω στο 1,45%, ύστερα κινήθηκε επί μέρες γύρω απ’ αυτό το σημείο. Ασφαλώς, δεν μπορεί κανείς να βγάλει συμπέρασμα από παρόμοιες βραχυπρόθεσμες κινήσεις· ωστόσο, η συνειδητοποίηση ότι οποιαδήποτε κίνηση εξυγίανσης των τραπεζών θα περάσει υπό τα καυδιανά δίκρανα των αγορών της εποχής, όπου όντως η κίνηση αυτή θα ωριμάσει, έχει ιδιαίτερη σημασία. Προσγειωτική.

 

Η γεωπολιτική διάσταση του ανήφορου

Όπως πάντα στη γωνία αυτή του κόσμου, η γεωπολιτική διάσταση δεν λείπει. Το διαψευσμένο, ακυρωμένο, επανασχεδιασμένο ταξίδι του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στις ΗΠΑ και η συνάντησή του με τον πρόεδρο Τραμπ έβαλε φρένο στις υπεραισιόδοξες προσδοκίες ότι η ενίσχυση των ελληνοαμερικανικών σχέσεων θα αρκούσε ώστε η «αμυντική ασπίδα» των ΗΠΑ να λειτουργήσει κατά της τουρκικής επιθετικότητας σε Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο – ενώ η επαναφορά των τουρκικών γεωτρύπανων στη κυπριακή ΑΟΖ και η επιμελημένη καθυστέρηση των ευρωπαϊκών γεωτρήσεων (TOTAL+ENI) στο Οικόπεδο 7 και η σιγή των αμερικανικών/κυπριακών στο Οικόπεδο 10 εγείρει νέα ερωτήματα. Και εδώ ανήφορος – που προβλέπεται μακρός.

 

Και, φυσικά, η νέα φάση επικίνδυνου αδιεξόδου στο Προσφυγικό/Μεταναστευτικό φέρνει νέα τριβή με την πραγματικότητα. Βαρύ εδώ το πολιτικό κόστος. Πλεονέκτημα όμως το ότι αποδιώχνεται σιγά-σιγά η λογική των εύκολων λύσεων…

Αφήστε ένα σχόλιο