Προκλήσεις για την Ελληνική Οικονομία: Διδάγματα από την σύζευξη έρευνας και πράξης

Δημοσιεύτηκε από economia 05/12/2019 0 Σχόλια άρθρα,

του Γιώργου Σκιαδόπουλου

 

 

 

 

Ο ρυθμός ανάπτυξης της Ελληνικής οικονομίας στα επόμενα χρόνια, θα εξαρτηθεί από μια σειρά παραγόντων, οι οποίοι έχουν να κάνουν τόσο με το διεθνές οικονομικό περιβάλλον, όσο και με τις ενέργειες μας εντός της χώρας. Ενδεικτικά, τέτοιοι παράγοντες είναι η πορεία της Αμερικάνικης οικονομίας, η αναβάθμιση της επενδυτική μας κατάταξης ως χώρα από τους οίκους αξιολόγησης της πιστοληπτικής μας ικανότητας, η ενδυνάμωση της τεχνολογικής καινοτομίας, η εξυγίανση των Ελληνικών τραπεζών και η τόνωση των επενδύσεων.

 

Τον περασμένο Σεπτέμβριο, το διεθνές Ινστιτούτο Institute of Finance and Financial Regulation (IFFR), το οποίο λειτουργεί υπό την αιγίδα του Πανεπιστημίου Πειραιώς, στην επέτειο του ενός έτους λειτουργίας του, διοργάνωσε ένα ημερήσιο διεθνές συνέδριο στην Τράπεζα της Ελλάδος. Δεκαοχτώ διακεκριμένοι πανεπιστημιακοί και επαγγελματίες συζήτησαν τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Ελληνική Οικονομία (βλ. https://iffr.gr/events/). Τα συμπεράσματα που αποκόμισε το πολυπληθές ακροατήριο ήταν ιδιαιτέρως χρήσιμα και κατέδειξαν τα οφέλη που προκύπτουν, όταν η ακαδημαϊκή έρευνα αιχμής έρχεται σε επαφή με την καθημερινή πρακτική των χρηματαγορών και εταιριών, κάτι που αποτελεί και τον σκοπό του IFFR.

 

Αναφορικά με τις διεθνείς προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Ελληνική οικονομία, ο Δρ. Νικόλαος Πανηγυρτζόγλου, διευθυντικό στέλεχος της J.P. Morgan, υπολόγισε ότι οι τιμές των Αμερικανικών πενταετών κρατικών ομολόγων προεξοφλούν με πιθανότητα 80% ότι η Αμερικάνικη οικονομία θα εισέλθει σε φάση ύφεσης. Εάν συμβεί κάτι τέτοιο, τότε το διεθνές οικονομικό περιβάλλον θα είναι δυσμενέστερο με αρνητικές επιπτώσεις και στον ρυθμό ανάπτυξης της Ελληνικής οικονομίας. Όσον αφορά τις ενέργειες μας ως χώρα, αυτές θα πρέπει να συνεχίσουν να στοχεύουν στην αναβάθμιση των Ελληνικών κρατικών ομολόγων από τους οίκους αξιολόγησης. Η ακαδημαϊκή έρευνα που παρουσιάστηκε από την Carola Frydman, Καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Northwestern, δείχνει ότι οι θετικές αξιολογήσεις οδηγούν σε βελτίωση της ρευστότητας στην αγορά των ομολόγων και σε περεταίρω αποκλιμάκωση του κόστους δανεισμού από τις αγορές, κάτι το οποίο θα συμβάλλει στην ανάπτυξη.

 

Επίσης, ως χώρα θα πρέπει να τονώσουμε την τεχνολογική καινοτομία, τομέα στον οποίο υπολειπόμαστε σημαντικά. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να είμαστε πολύ χαμηλότερα από τον μέσο όρο των χωρών μελών του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (Ο.Ο.Σ.Α.) αναφορικά με την παραγωγικότητα της εργασίας, παρά τη σημαντική μείωση του κόστους εργασίας που βιώσαμε τα προηγούμενα έτη. Μια λύση στο πρόβλημα αυτό, μπορεί να προέλθει μέσω των ευρεσιτεχνιών (πατέντες) τις οποίες θα πρέπει να αναπτύξουμε ως χώρα. Η έρευνα που παρουσιάστηκε από τον Δημήτρη Παπανικολάου, Καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Northwestern, δείχνει ότι η αύξηση του αριθμού των ευρεσιτεχνιών οδηγεί σε τόνωση της οικονομικής ανάπτυξης, κάτι που είναι σημαντικό για την χώρα μας, με δεδομένη την γήρανση του πληθυσμού και τις συνέπειες που θα έχει αυτό στο ασφαλιστικό μας σύστημα. Χρήσιμα συμπεράσματα επίσης εξήχθησαν αναφορικά με το ύψος του δανείου που θα πρέπει να χορηγείται σε ένα κράτος (Θεοδόσιος Δημόπουλος, Καθηγητής στο HEC Lausanne), τους νέους τρόπους αξιολόγησης των επενδυτικών επιδόσεων των θεσμικών επενδυτών (Φίλιππος Παπακωνσταντίνου, Καθηγητής στο King’s College), όπως και τις σχέσεις τραπεζών και δανειοδοτούμενων εταιριών (Δρ. Μελίνα Παπουτσή, Στέλεχος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας). Παράλληλα, εύστοχες τοποθετήσεις έγιναν και από τους συντονιστές των θεματικών ενοτήτων, Άγγελο Αντζουλάτο και Γκίκα Χαρδούβελη, Καθηγητές στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς.

 

Στη συζήτηση στρογγυλής τραπέζης για τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια των Ελληνικών Τραπεζών [συμμετέχοντες: Σπύρος Αβραμόπουλος (Sodia Capital Management), Γεώργιος Γεωργακόπουλος (Τράπεζα Πειραιώς), Θεόδωρος Καλαντώνης (Eurobank), Ιωάννης Τσικριπής (Τράπεζα της Ελλάδος), και ο γράφων], συζητήθηκαν καίρια θέματα, όπως κατά πόσο η εμπειρία από χώρες που αντιμετώπισαν αντίστοιχο πρόβλημα (π.χ. Ιρλανδία, Ισπανία, Ιταλία) και οι προτάσεις που έχουν κατατεθεί από την Τράπεζα της Ελλάδος και το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, μπορούν να βοηθήσουν στην επίλυση του προβλήματος. Επίσης, συζητήθηκαν οι ενέργειες για την επίτευξη των στόχων που έχουν τεθεί από τις Ελληνικές τράπεζες σε συνεργασία με τον Ενιαίο Εποπτικό Μηχανισμό (SSM) και με ποιο τρόπο τα σχήματα συν-διαχείρισης των μη εξυπηρετούμενων δανείων από τις Τράπεζες και τις Εταιρείες αναδιάρθρωσης των δανείων (π.χ. συνεργασία της Τράπεζα Πειραιώς με Intrum), μπορούν να βοηθήσουν προς αυτό τον σκοπό. Το γενικό συμπέρασμα ήταν ότι το Ελληνικό πρόβλημα των μη εξυπηρετούμενων δανείων είναι σύνθετο. Η βαθιά οικονομική κρίση των προηγούμενων ετών το καθιστά ακόμα πιο πολύπλοκο σε σύγκριση με αντίστοιχα προβλήματα άλλων χωρών. Καταβάλλεται μεγάλη προσπάθεια από τα εμπλεκόμενα μέρη (τράπεζες, εποπτικές αρχές, και εταιρίες διαχείρισης μη εξυπηρετούμενων δανείων) και το μεγάλο στοίχημα που θα πρέπει να κερδηθεί είναι η επίτευξη φιλόδοξων στόχων σε σύντομο χρονικό διάστημα.

 

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος στο εικονιζόμενο γράφημα, το ποσό των μη εξυπηρετούμενων δανείων τον Μάρτιο του 2019 ήταν περίπου 80 δις Ευρώ (αριστερός άξονας- τον Μάρτιο του 2016 ήταν στο υψηλότερο σημείο των σχεδόν 107 δις), και ο στόχος είναι αυτό να διαμορφωθεί στο επίπεδο των 30 δις Ευρώ στο τέλος του 2021. Επίσης, ο λόγος μη εξυπηρετούμενων δανείων προς συνολικά χορηγούμενα δάνεια ήταν στο 45,1% (δεξιός άξονας) με το στόχο να μειωθεί αυτός σε μονοψήφια νούμερα στο τέλος του 2021, προκειμένου να έρθει κοντύτερα στον πανευρωπαϊκό μέσο όρο (περίπου 3,5%). Η μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, παράλληλα με την χορήγηση νέων δανείων σε υγιείς επιχειρήσεις, θα συμβάλει σε αυτό τον στόχο. Αυτό καταδεικνύει ότι το πρόβλημα των μη εξυπηρετούμενων δανείων δεν λύνεται απλά με τη διαγραφή τους από τους ισολογισμούς των τραπεζών, αλλά από την εν γένει απομάκρυνση τους από την οικονομία.

 

Τέλος, από την συζήτηση στρογγυλής τραπέζης για τις προϋποθέσεις τόνωσης των επενδύσεων [συμμετέχοντες: Sabina Djiurman (EBRD), Θοδωρής Γεωργακόπουλος (διαΝΕΟσις), Αγγελική Κοσμοπούλου (‘Ιδρυμα Α. Κ. Λασκαρίδη), Χάρης Μακρυνιώτης (Blueground), Μυρτώ Παπαθάνου (Metavallon VC)], προέκυψε ότι οι νεοφυείς επιχειρήσεις συμβάλλουν στις προοπτικές ανάπτυξης της Ελληνικής οικονομίας, αλλά θα πρέπει να συνεπικουρηθούν από την ύπαρξη κάποιων μεγάλων εταιριών με εξαγωγικό χαρακτήρα. Προς αυτό τον σκοπό, αναφέρθηκε ως προϋπόθεση η ακόμα μεγαλύτερη μείωση των φορολογικών συντελεστών και τονίστηκε η ανάγκη δημιουργίας επιχειρηματικής κουλτούρας και θέσπισης κανόνων εταιρικής διακυβέρνησης σύμφωνα με τις διεθνείς επιταγές.

 

Οι εργασίες του Συνεδρίου κατέδειξαν ότι οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Ελληνική οικονομία είναι πολλές, ότι η επιστημονική έρευνα αιχμής, όπως αυτή διεξάγεται από φορείς όπως το IFFR, έχει να προσφέρει χρήσιμες προτάσεις στην αντιμετώπιση τους και ότι θα πρέπει να υπάρχει διαρκής εγρήγορση και σκληρή προσπάθεια από όλους τους εμπλεκόμενους φορείς, ώστε να επιτευχθούν οι επιθυμητοί γοργοί ρυθμοί ανάπτυξης της Ελληνικής οικονομίας. Στο πνεύμα αυτό ήταν και οι εισαγωγικές τοποθετήσεις του Υφυπουργού Οικονομικών αρμόδιου για το Χρηματοπιστωτικό Σύστημα, κ. Γιώργου Ζαββού, του Διευθυντή του Τμήματος Οικονομικής Ανάλυσης και Μελετών της Τράπεζας της Ελλάδος, Καθηγητή κ. Δημήτριου Μαλλιαρόπουλου, και του γράφοντος. Είναι ένα στοίχημα που πρέπει να κερδίσουμε προς όφελος και των επόμενων γενεών.

 

Αφήστε ένα σχόλιο