Είναι μετρημένες οι μέρες των πεισματικών πλεονασμάτων;

Δημοσιεύτηκε από economia 10/12/2019 0 Σχόλια The Economist,

Οικονομική Επιθεώρηση, Δεκέμβριος 2019, τ. 989

από τον Τhe Economist

 

 

 

 

Η συζήτηση για τα δημοσιονομικά της Γερμανίας είναι πιο ζωηρή παρά ποτέ, όμως μην περιμένετε να ξεφύγουν οι δαπάνες

 

 

Σπανίως γιορτάζουν οι Γερμανοί τόσο χλομούς ρυθμούς ανάπτυξης. Όμως, η χώρα είχε περάσει τόσο χρόνο να φοβάται το φάσμα μιας ύφεσης, ώστε ο ρυθμός του +0,1% για το γ΄ 3μηνο που ανακοινώθηκε στα μέσα Νοεμβρίου ακούστηκε σαν επιτυχία. Μετά μια υποχώρηση κατά -0,2% το β΄ 3μηνο, ισχυρή εγχώρια ζήτηση και αιφνιδίως καλές εξαγωγικές επιδόσεις αποδείχθηκαν επαρκείς για να αποτραπεί η πρώτη τεχνική ύφεση στη Γερμανία μετά το 2013. Αλλά η μακρά περίοδος ισχυρής ανάπτυξης της χώρας –που είδε να δημιουργούνται πάνω από 4 εκατομμύρια θέσεις εργασίας σε μία 10ετία– είναι φανερό ότι έχει λήξει.

 

Ο φόβος μιας επαπειλούμενης ύφεσης επανέφερε μια γνώριμη διαφωνία πολιτικής στη Γερμανία: θα ‘πρεπε η κυβέρνηση να αρχίσει να δαπανά περισσότερα για να αποτρέψει τον κίνδυνο; Με την εφαρμογή της πολιτικής schwarze Null (δηλαδή το «μαύρο μηδέν») ο προϋπολογισμός της Γερμανίας βρίσκεται τώρα με πλεόνασμα από το 2014. Την περσινή χρονιά, με τη βοήθεια ταχείας αύξησης της απασχόλησης και χαλαρής δαπάνης για την εξυπηρέτηση του χρέους, το πλεόνασμα έφθασε σ’ ένα εντυπωσιακό 1,9% του ΑΕΠ. Για κάποιους, η πολιτική αυτή των συνεχών πλεονασμάτων έχει αποκτήσει σχεδόν φετιχιστική διάσταση.

 

Όσο όμως μεγαλώνουν οι ανάγκες της Γερμανίας για υποδομές, όσο το κόστος δανεισμού της χώρας υποχωρεί (οι αποδόσεις των Bunds/κρατικών ομολόγων μέχρι και 10ετούς διάρκειας είναι αρνητικές) και όσο η οικονομία χάνει ταχύτητα, η πεισματική προσκόλληση στη λογική του ισοσκελισμένου προϋπολογισμού είναι δύσκολα υπερασπίσιμη.

 

«Γεμάτα ταμεία, διαλυμένη χώρα!» θρηνούσε πρόσφατο εξώφυλλο του Stern, που έδειχνε έναν δρόμο γεμάτο λακκούβες. Σε εύπορα κρατίδια, βρίσκει κανείς διαλυμένα σχολεία που μένουν κλειστά για να μην καταρρεύσουν. Η κρατική γερμανική αναπτυξιακή τράπεζα υπολογίζει το έλλειμμα τοπικών επενδύσεων της χώρας σε 138 δισ. ευρώ. Ένα καραβάνι διεθνών οργανισμών που πέρασε από το Βερολίνο απηύθυνε έκκληση στους υπουργούς να ανοίξουν τις κάνουλες των δαπανών.

 

Από τον Μάρτιο του 2018 το Υπουργείο Οικονομικών βρίσκεται στα χέρια του (Κεντρώου Σοσιαλδημοκράτη) Όλαφ Σολτς. Όμως, οι ελπίδες για μια πιο επεκτατική δημοσιονομική πολιτική διαψεύσθηκαν. Η λογική του schwarze Null έχει γραφτεί στη συμφωνία της κυβέρνησης συνασπισμού CDU/SPD. Τα μεγάλα προγράμματα όπως το πρόσφατο, που στόχο έχει τον περιορισμό των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, σχεδιάζονται με λογική να ανταποκρίνονται στους δημοσιονομικούς κανόνες και όχι με την αντίθεση…

 

Ο Όλαφ Σολτς, ο οποίος επιδιώκει να ηγηθεί του SPD αλλά και επιθυμεί να διαδεχθεί την Άνγκελα Μέρκελ στην καγκελαρία, επιχειρηματολογεί ότι η δημοσιονομική σταθερότητα έχει φέρει τη Γερμανία σε καλύτερη θέση να αντιδράσει σε ενδεχόμενη σοβαρή κάμψη (το κριτήριο θα ήταν μια σοβαρή αύξηση της ανεργίας). Η αντίδραση, κατά τα στελέχη της κυβέρνησης, θα ακολουθήσει σε μια τέτοια περίπτωση εν μέρει την τακτική της κρίσης 2008-09. Οι αυτόματοι σταθεροποιητές, όπως είναι τα επιδόματα ανεργίας, θα ενεργοποιηθούν. Επιδοτήσεις των ασφαλιστικών εισφορών θα βοηθήσουν τις επιχειρήσεις να περικόψουν τις ώρες απασχόλησης. Μεταβολές στους κανόνες αποσβέσεων θα στοχεύουν στην ενίσχυση των ιδιωτικών επενδύσεων. Οι άνθρωποι του ΥΠΟΙΚ λένε ότι, εφόσον χρειαστεί, θα βάλουν στο ράφι τη λογική του schwarze Null. Η δε Άνγκελα Μέρκελ, παρόλες τις ευσεβιστικές τοποθετήσεις της για την αρετή του να μην ζει κανείς πέρα από τις δυνατότητές του, είναι απίθανο να αντισταθεί. Ο Όλαφ Σολτς συγκρίνει με την κρίση του 2008-09, τότε που η Γερμανία έριξε στην αγορά 50 δισ. «Σε αληθινή κρίση, θα ξοδεύουμε αβέρτα», λέει ένα υψηλό στέλεχος.

 

Μια ανησυχία που συνεχίζει να υπάρχει είναι μήπως η τωρινή υποχώρηση δεν αποδειχθεί αρκετά βαριά, ώστε να θέσει σε κίνηση ουσιαστική δράση. Μια άλλη είναι το ενδεχόμενο μια καθυστερημένη, βιαστικά υλοποιημένη ενίσχυση να βρεθεί σε αντιπαράθεση με τις μακροπρόθεσμες ανάγκες της Γερμανίας για επενδύσεις και αναδιάρθρωση. Για παράδειγμα, επιδοτήσεις ή φορολογικές ελαφρύνσεις θα μπορούσαν να ενθαρρύνουν τις αυτοκινητοβιομηχανίες να συνεχίσουν να χρησιμοποιούν παλιές τεχνολογίες. Ο Γιενς Σίντερκουμ, καθηγητής Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο του Ντίσελντορφ, ανήκει στους όλο και περισσότερους οικονομολόγους που θέλουν η Γερμανία να εκμεταλλευθεί το χαμηλό κόστος δανεισμού προκειμένου να χρηματοδοτήσει ένα πολυετές σχέδιο δημοσίων επενδύσεων. Ακόμη όμως κι αν η κυβέρνηση παραμέριζε το shwarze Null, πάλι θα προσέκρουε στο «φρένο χρέους», δηλαδή τη συνταγματικά προβλεπόμενη απαγόρευση διαρθρωτικών ελλειμμάτων άνω του 0,35% του ΑΕΠ εις χείρας σπάταλων πολιτικών. Το Υπουργείο Οικονομικών θεωρεί ότι αυτό το περιθώριο θα επέτρεπε μόλις 6,5 δισ. ευρώ σε νέες δαπάνες – μόλις 0,2% του ΑΕΠ.

 

Διάφορες πατέντες έχουν προταθεί με σκοπό να παρακαμφθεί αυτό το εμπόδιο, συμπεριλαμβανομένων οχημάτων για την πραγματοποίηση δαπανών εκτός Προϋπολογισμού μέσω οντοτήτων δημοσίου χαρακτήρα (πανεπιστήμια, στεγαστικές ενώσεις), που μπορούν να απευθύνονται στις αγορές χωρίς να παραβιάζουν το φρένο χρέους. Μια πιο φιλόδοξη προσέγγιση, που την προτείνει το κόμμα των Πρασίνων, θα παραμέριζε πλήρως το shwarze Null, συμπληρώνοντας όμως το φρένο χρέους με επενδυτικό κανόνα που θα αξιοποιούσε τους λιγότερο αυστηρούς κανονισμούς της ΕΕ. Οι Πράσινοι θεωρούν ότι μια τέτοια κίνηση θα έδινε επαρκή δυναμική εκκίνησης, με δημόσιες επενδύσεις ύψους 35 δισ. ευρώ τον χρόνο. Όμως, αυτό θα απαιτούσε μια ευαίσθητη συνταγματική αναθεώρηση.

 

Ορισμένοι Γερμανοί δείχνουν να έχουν κουραστεί από τις επικρίσεις των ξένων. Σημειώνουν ότι οι δημόσιες επενδύσεις στη χώρα τους είχαν αυξηθεί κατά 3,8% την περσινή χρονιά (αν και παραμένουν κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, είναι δε λιγότερες από το αναγκαίο ύψος για τη διατήρηση του εγκατεστημένου κεφαλαίου). Ο Έκχαρντ Ρέμπεργκ, που ηγείται του CDU στις συζητήσεις για τον Προϋπολογισμό του 2020, λέει ότι οι περιορισμοί του κατασκευαστικού δυναμικού και οι γραφειοκρατικές διαδικασίες δημιουργούν πρόβλημα στο να αυξηθούν οι δαπάνες χωρίς να ξεφύγει το κατασκευαστικό κόστος. Στη γερμανική αγορά εργασίας, που κινείται στο όριό της, οι εταιρείες δυσκολεύονται να εκτελέσουν παραγγελίες, ενώ παράλληλα μια χρόνια υποστελεχωμένη δημόσια διοίκηση παλεύει να παρακολουθήσει τα έργα. Οι επικριτές ανταπαντούν ότι, αν υπήρχε ένα μακροπρόθεσμα στοχευμένο επενδυτικό πρόγραμμα αντί για σπασμωδικές παρεμβάσεις κάθε τόσο, θα είχαν οι επιχειρήσεις την αίσθηση ασφάλειας που θα τους επέτρεπε να επεκταθούν.

 

Αυτή η αντιδικία δεν θα τελειώσει σύντομα και η έκβασή της φαίνεται αβέβαιη. Η γερμανική οικονομία, έτσι όπως βασίζεται πολύ στις εξαγωγές, παραμένει εκτεθειμένη σε ένα ενδεχόμενο Brexit χωρίς συμφωνία, αλλά και στις αβεβαιότητες των εμπορικών αντιπαραθέσεων ΗΠΑ-Κίνας. «Οι προσδοκίες των γερμανικών επιχειρήσεων βρέθηκαν σε ελεύθερη πτώση», σύμφωνα με τη μελετητική HIS Markit. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτιμά ότι η ανάπτυξη στη Γερμανία θα ξεπερνά το 2020 μόνον την αντίστοιχη της Ιταλίας.

 

Μπροστά σ’ αυτές τις ανησυχίες, οι επικριτές της συντηρητικής στάσης της γερμανικής κυβέρνησης στην οικονομία θα συνεχίσουν να την καταγγέλλουν. Όμως, οι περισσότερες πιθανότητες είναι ότι εκείνη θα συνεχίσει να αντιστέκεται.

 

 

Αφήστε ένα σχόλιο