Τρεις οικονομολόγοι κερδίζουν το Βραβείο Νόμπελ για τις πρωτοποριακές τους προσπάθειες να κατανοηθεί η φτώχεια

Δημοσιεύτηκε από economia 12/12/2019 0 Σχόλια The Economist,

Οικονομική Επιθεώρηση, Δεκέμβριος 2019, τ. 989

από τον Τhe Economist

 

 

 

 

 

Το πιο σημαντικό ερώτημα που τίθεται στα Οικονομικά είναι και το δυσκολότερο να απαντηθεί: γιατί μερικές χώρες παραμένουν φτωχές, ενώ άλλες πλουτίζουν; Το 2015 ένα 10% του παγκόσμιου πληθυσμού ζούσε με λιγότερα απο1,90 δολάρια τη μέρα, ενώ το 1990 το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 36%. Όμως και πάλι, πάνω από 700 εκατομμύρια άνθρωποι παραμένουν σε ακραία φτώχια, ο δε αριθμός τους μεγαλώνει κάθε χρόνο σε ορισμένες περιοχές του κόσμου – ιδίως στην Υποσαχάρια Αφρική. Για τη συνεισφορά τους ακριβώς να κατανοηθούν αυτά τα χάσματα στην ανάπτυξη, ώστε να μπορέσουν να γεφυρωθούν καλύτερα, ο Αμπχιτζίτ Μπανερτζί, η Εστέρ Ντιφλό και ο Μάικλ Κρέμερ τιμήθηκαν με το φετινό Βραβείο Νόμπελ Οικονομικών. Και οι τρεις τους είναι Αμερικανοί, αν και οι Μπανερτζί και Ντιφλό είναι μετανάστες (και παντρεμένοι μεταξύ τους) . Η Ε. Ντιφλό είναι η δεύτερη γυναίκα που κέρδισε το βραβείο, ενώ στα 46 της η νεότερη περίπτωση βραβευμένου με το Νόμπελ αυτό.

 

Πριν 30 χρόνια, οι οικονομολόγοι παρατηρούσαν με απόσταση την μεγάλη εικόνα. Μελετούσαν τις διαρθρωτικές μεταβολές σε μακροσκοπικό επίπεδο: από τις αγροτικές μέχρι τις αστικές και βιομηχανικές. Οι μακροοικονομολόγοι έχτιζαν θεωρίες γύρω από μεταβλητές όπως το ανθρώπινο κεφάλαιο, ύστερα με αναλύσεις παλινδρόμησης προσπαθούσαν να μετρήσουν τις σχέσεις μεταξύ μεταβλητών – ας πούμε, μεταξύ ετών παραμονής στο σχολείο και ΑΕΠ κατά κεφαλήν. Πλην όμως, τα στοιχεία σπάνιζαν ή ήταν χαμηλής ποιότητας, ενώ ταυτόχρονα ο πελώριος αριθμός των δυνητικά σημαντικών συντελεστών δυσχέραινε το να είναι κανείς βέβαιος για το ποιο γεγονός ήταν η αιτία του άλλου.

 

Στα μέσα της δεκαετίας του ‘90 ο Μ. Κρέμερ του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ επιχείρησε κάτι διαφορετικό. Με συνεργάτες και συνσυγγραφείς του άρχισε να μελετά τη φτώχια με μεθόδους που συνήθως βρίσκει κανείς στους χημικούς ή τους βιολόγους: με τυχαιοποιημένα πειράματα. Άμα το ανθρώπινο κεφάλαιο (υγεία, εκπαίδευση, δεξιότητες κ.λπ.) είναι ουσιώδους σημασίας για την ανάπτυξη, τότε οι οικονομολόγοι θα έπρεπε να κατανοήσουν από πού προκύπτουν τα στοιχεία αυτά. Έρευνες πεδίου που έκανε στην Κένυα στηρίχθηκαν στην κατανομή σχολείων σε τυχαίες ομάδες: σε ορισμένα επελέγη εφαρμογή επιλογών πολιτικής, ενώ σε άλλα παρόμοιες πολιτικές δεν εφαρμόστηκαν. Μεταξύ άλλων μελέτησε την επιρροή που έχουν τα πρόσθετα σχολικά βιβλία, οι θεραπείες των μαθητών από παράσιτα ή τα κίνητρα προς τους δασκάλους – όλα αυτά στις σχολικές επιδόσεις.

 

Κάθε παρόμοιο πείραμα έριχνε λίγο φως σ’ ένα μικρό παραθυράκι του «θεμελιώδους ερωτήματος». Οι παρεχόμενοι εκπαιδευτικοί πόροι (π.χ. τα σχολικά βιβλία) αποδείχθηκε ότι λίγο συνεισφέρουν στην έκβαση της εκπαιδευτικής προσπάθειας. Το να μεριμνά κανείς ώστε οι μαθητές να είναι υγιέστεροι βελτίωνε πάλι την παρουσία των παιδιών στο σχολείο, δεν επηρέαζε όμως κατ’ ανάγκην και το μαθησιακό αποτέλεσμα. Όμως, τα πειράματα αυτού του είδους είχαν μιαν ευρύτερη διδαχή που άφησαν στο επάγγελμα των οικονομολόγων: τα τυχαιοποιημένα πειράματα λειτουργούν στις μελέτες επί του πεδίου.

 

Οι Α. Μπανερτζί και Ε. Ντιφλό οικοδόμησαν στα θεμέλια που είχε θέσει ο Μ. Κρέμερ, καθώς εφήρμοσαν ευρύτερα παρόμοια πειράματα για τη μελέτη της υγειονομικής περίθαλψης ή της επιχειρηματικότητας, παράλληλα με εκείνην της εκπαίδευσης. Απέδειξαν ότι οι μικροπιστώσεις (μικρά δάνεια προς αγρότες που πάσχουν από ασφυξία ρευστότητας) λειτουργούσαν λιγότερο αποτελεσματικά απ’ όσο πιστευόταν, όμως αντιθέτως μπορούσαν να βοηθήσουν φιλόδοξους επιχειρηματίες. Στην Ινδία, διαπίστωσαν ότι η ενισχυτική διδασκαλία σε μαθητές που είχαν μείνει πίσω έφερνε πολύ αξιόλογα αποτελέσματα. Οι τρεις οικονομολόγοι μελέτησαν επίσης τις απουσίες μεταξύ του διδακτικού προσωπικού ή μεταξύ των νοσοκόμων, τα προγράμματα εμβολιασμού, τη διαχείριση των δημόσιων υποδομών, καθώς και την επίπτωση αγροτικών πρακτικών ενίσχυσης της παραγωγικότητας, όπως η χρήση λιπασμάτων. Ξόδεψαν άπειρες ώρες να παρατηρούν τον καθημερινό κάματο των φτωχών του κόσμου – και να μαθαίνουν απ’ αυτούς.

 

Περνώντας από τα μεγάλα ερωτήματα σε πολλά μικρότερα και προσεγγίζοντας το καθένα με προσεκτικά σχεδιασμένα πειράματα, κατόρθωσαν να προσπεράσουν ορισμένα δύσβατα επιστημολογικά προβλήματα. Οι οικονομολόγοι που χρησιμοποιούσαν αναλύσεις παλινδρόμησης σε διαφορετικές χώρες δεν μπορούσαν να πουν με ευκολία αν ο πρόσθετος σχολικός βίος ήταν εκείνο που ενίσχυε την ανάπτυξη, ή αν απλώς την ακολουθούσε. Αντιθέτως, τα πειράματα πεδίου μπορούσαν όχι μόνο να καταδείξουν τη διασύνδεση καλύτερης διδασκαλίας και καλύτερου μαθησιακού αποτελέσματος, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούσε η σύνδεση αυτή.

 

Παρέμενε όμως το πρόβλημα της «εξωτερικής επαλήθευσης», δηλαδή κατά πόσον μια σχέση που έχει μετρηθεί συνεχίζει να ισχύει έξω από το περιβάλλον της έρευνας. Οι άνθρωποι είναι πολύπλοκοι, ενώ και ο κόσμος δεν παύει να μεταβάλλεται. Ως εκ τούτου, είναι δύσκολο να διαρκέσει μια σχέση δύο μεταβλητών, όσο κι αν έχει αρχικά καταδειχθεί. Οι ερευνητές χρειάζεται επίσης να μην παύουν να προσέχουν πόσο κάποιες επιμέρους ομάδες διαφοροποιούνται από τον γενικό πληθυσμό, αλλά και κατά πόσον κάποιο στοιχείο του ίδιου του πειράματος μπορεί να επηρεάζει τη συμπεριφορά των συμμετεχόντων. Με την επιτυχία τους στην υπέρβαση αυτών των δυσχερειών, οι Μπανερτζί-Ντιφλό έδειξαν τη χρησιμότητα της έρευνας πεδίου. Τα «αυθόρμητα» πειράματα (όπως, για παράδειγμα, τα πετρελαϊκά σοκ) δεν είναι δυνατόν να επαναληφθούν, ώστε να διαλύονται οι τυχόν εναπομένουσες αμφιβολίες μιας θεωρίας. Τα πειράματα επί του πεδίου, αντιθέτως, είναι δυνατόν να επαναλαμβάνονται. Ο σχεδιασμός των πειραμάτων με τρόπο ώστε να επιτρέπεται διαχρονικά η κλιμάκωσή τους επιτρέπει ακόμη μεγαλύτερο βαθμό εμπιστοσύνης.

 

 

Η εξέλιξη της ιστορίας

Κάθε ψήγμα αλήθειας που αποσπάται με τα πειράματα πεδίου συμβάλλει στην καλύτερη κατανόηση του κόσμου μας. Η ελπίδα τώρα είναι ότι πολλές μικρές αλήθειες θα μπορέσουν κι αυτές να επαληθευθούν ταυτόχρονα, ώστε να μας δώσουν μια μεγαλύτερη. Το έργο αυτών των βραβευμένων πλέον με Νόμπελ οικονομολόγων χρησιμοποιεί την οικονομική θεωρία ως οδηγό, όμως ξεφεύγει από την παραδοσιακή προσέγγιση του κλάδου, σύμφωνα με την οποία ο οικονομολόγος παρατηρεί την κοινωνία από ένα ύψωμα και επιχειρεί να ανακαλύψει το αντίστοιχο των νευτώνειων νόμων της βαρύτητας. Τα τυχαιοποιημένα πειράματα αποτελούν μέρος μιας σημαντικής εξέλιξης που έλαβε χώρα τις τελευταίες δεκαετίες, δηλαδή της αποστασιοποίησης από την «υψηλή θεωρία» και της στροφής προς την αναζήτηση ριζών στην εμπειρική μελέτη. Με αυτές τις βραβεύσεις, η Επιτροπή των Νόμπελ πρόσφερε τη στήριξή της σ’ αυτή τη μεταστροφή. Πρόκειται όμως και για μια βράβευση της πράξης, καθώς τιμήθηκε μια δουλειά που δείχνει πώς μπορούν να βελτιωθούν οι ζωές των ανθρώπων.

 

Πάντως, το θεμελιώδες ερώτημα παραμένει. Οι Μπανερτζί-Ντιφλό θεωρούν ότι η δουλειά τους δείχνει προς την κατεύθυνση μιας απάντησης. Αν κανείς δει τα πειράματά τους συνολικά, θα διαπιστώσει ότι εκείνο που αποκαλύπτουν είναι ότι το χάσμα που παρατηρείται στην παραγωγικότητα ανάμεσα στους πλέον και τους λιγότερο αποτελεσματικούς παραγωγούς είναι πολύ ευρύτερο στις αναπτυσσόμενες οικονομίες απ’ ό,τι στις ανεπτυγμένες. Αν αυτό βελτιωθεί, με μικρές επιμέρους παρεμβάσεις, ίσως το μεγάλο ερώτημα να αρχίσει να φεύγει από την εικόνα. Οι οικονομολόγοι που ακολουθούν περισσότερο μακροοικονομική προσέγγιση θα πουν ότι η πελώρια υποχώρηση της φτώχιας των τελευταίων δεκαετιών σε παγκόσμια κλίμακα δεν ανάγεται σε παρόμοιες μικρο-παρεμβάσεις. Προέκυψε μάλλον με τη σύγκλιση παγκόσμιων δυνάμεων, που συνέβαλαν στη βελτίωση της μοίρας των φτωχότερων.

 

Παρόλ’ αυτά, το μυστήριο της παγκόσμιας φτώχιας παραμένει. Άμα αρκετοί οικονομολόγοι ακολουθήσουν το καινοτομικό πνεύμα και δείξουν την ακαδημαϊκή μέριμνα των φετινών Βραβείων Νόμπελ, ίσως τελικά μπορέσει να ξεπεραστεί.

Αφήστε ένα σχόλιο