Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία για περιβάλλον και οικονομία

Δημοσιεύτηκε από economia 07/01/2020 0 Σχόλια Οικονομική Επιθεώρηση,

Οικονομική Επιθεώρηση, Iανουάριος 2020, τ. 990

ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ του Χάρη Σαββίδη

 

 

 

 

Οι προβλέψεις για το 2020 δεν είναι ιδιαίτερα θετικές. Η αυξανόμενη γεωπολιτική αστάθεια και η όξυνση των εμπορικών ανταγωνισμών δημιουργούν κλίμα αβεβαιότητας, σε μια περίοδο όπου η παγκόσμια οικονομία δεν έχει συνέλθει πλήρως από τη χρηματοοικονομική κρίση του 2008. Στην Ευρώπη το Brexit θεωρείται πλέον αναπόφευκτο και ζητούμενο είναι η διαχείριση των επιπτώσεών του. Η μεγαλύτερη, όμως, πηγή ανησυχίας σχετίζεται με την εξέλιξη της κλιματικής κρίσης και τις ανεπαρκείς, μέχρι τώρα, προσπάθειες αντιμετώπισής της. Μπορεί αυτή η μεγάλη κρίση να μετατραπεί σε ευκαιρία; Μήπως τελικά το 2020 αποδειχθεί έτος-ορόσημο για μια «πράσινη» στροφή, που θα δώσει ανάσα σε περιβάλλον, οικονομία αλλά και το ευρωπαϊκό εγχείρημα;

 

 

 

Με μια μεγάλη αποτυχία στο κυριότερο, ίσως, μέτωπο το οποίο αντιμετωπίζει σήμερα η ανθρωπότητα ολοκληρώθηκε το 2019. Η 25η σύνοδος του ΟΗΕ για το κλίμα (COP25), που πραγματοποιήθηκε τις πρώτες εβδομάδες του Δεκέμβρη στη Μαδρίτη, απέτυχε να καταλήξει σε μια συμφωνία για τους κανόνες των διεθνών αγορών άνθρακα και για τη χρηματοδότηση των φτωχότερων χωρών. Ενδεικτική ήταν η δήλωση του γενικού γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών, Αντόνιο Γκουτέρες, λίγο μετά το τέλος της συνόδου: «Απογοητεύτηκα από το αποτέλεσμα της COP25. Η διεθνής κοινότητα έχασε μια σημαντική ευκαιρία προκειμένου να αποδείξει ότι έχει μεγαλύτερες φιλοδοξίες στον τομέα της μείωσης των εκπομπών αερίου του θερμοκηπίου, της προσαρμογής και της χρηματοδότησης της κλιματικής κρίσης».

 

Το τελικό κείμενο που προέκυψε περιορίζεται σε μια έκκληση για «επείγουσες ενέργειες», προκειμένου να μειωθεί η απόσταση ανάμεσα στις δεσμεύσεις και τους στόχους της Συμφωνίας του Παρισιού το 2015 για τη μείωση της αύξησης της θερμοκρασίας στους συν 2 βαθμούς Κελσίου. Πλην όμως, μεταξύ των μεγαλύτερων ρυπαντών, μόνο η ΕΕ δείχνει διατεθειμένη για νέες «επείγουσες ενέργειες» (ως πρώτη κίνηση δεσμεύτηκε για μηδενικές εκπομπές έως το 2050).

 

Οι ΗΠΑ ετοιμάζονται να εγκαταλείψουν και επισήμως τη Συμφωνία του Παρισιού τον προσεχή Νοέμβριο. Στις αρχές του, βέβαια, μπορεί να εκλεγεί νέος πρόεδρος και άρα η πολιτική να αλλάξει εντυπωσιακά. Μέχρι τότε, όμως, ουδείς μπορεί να υπολογίζει σε αυτές. Κίνα και Ινδία επέμειναν στην αναγνώριση της ευθύνης των ανεπτυγμένων οικονομικά χωρών να κάνουν περισσότερα και να τηρήσουν την υπόσχεσή τους για οικονομική βοήθεια στις αναπτυσσόμενες χώρες, προτού προχωρήσουν στις δικές τους αναθεωρημένες δεσμεύσεις. Μπορεί περίπου 80 χώρες να δεσμεύτηκαν για πιο φιλόδοξους στόχους, εντούτοις όλες μαζί δεν ευθύνονται για παραπάνω από το 10% των παγκόσμιων εκπομπών.

 

Κι όμως, όλο και περισσότεροι επιστήμονες προειδοποιούν ότι η κλιματική αλλαγή «συμβαίνει τώρα», ότι εξελίσσεται σε κλιματική κρίση και ότι απαιτούνται «χθες» δυναμικές πρωτοβουλίες, που συνεπάγονται σημαντικές αλλαγές τόσο στην παραγωγική διαδικασία όσο και στα καταναλωτικά πρότυπα. Επί της ουσίας, η συζήτηση αφορά συνολικά το ακολουθούμενο αναπτυξιακό μοντέλο και γι’ αυτό είναι δύσκολο να ληφθούν οι αποφάσεις. Η μεγαλύτερη ειρωνεία δε είναι ότι και σε όρους οικονομικής αποτελεσματικότητας το συγκεκριμένο μοντέλο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα.

 

 

Αναζητώντας ανάπτυξη

Σε εκδήλωση που οργάνωσε το ΙΟΒΕ τον Δεκέμβριο στην Αθήνα, η επικεφαλής οικονομολόγος του ΟΟΣΑ Λορένς Μπουν παρουσίασε τις τελευταίες εκτιμήσεις του Οργανισμού: σε παγκόσμιο επίπεδο η ανάπτυξη εκτιμάται ότι υποχώρησε φέτος κάτω από το 3%, για πρώτη φορά μετά την κρίση του 2008. Σε αντίστοιχα επίπεδα δε αναμένεται να παραμείνει και τα προσεχή δύο χρόνια. Μάλιστα, προβλέπεται ελαφρά επιδείνωση το 2020 σε ΗΠΑ (από 2,3% σε 2%), Ευρωζώνη (από 1,2% σε 1,1%), Ιαπωνία (από 1% σε 6%) και Κίνα (από 6,2% σε 5,7%), ενώ ούτε το 2021 θα είναι καλύτερο από το 2019 (ΗΠΑ 2%, Ευρωζώνη 1,2%, Ιαπωνία 0,7% και Κίνα 5,5%).

 

Σύμφωνα με τα αναλυτικότερα στοιχεία του Οργανισμού, σε όλες τις μεγάλες οικονομίες οι δείκτες οικονομικής αβεβαιότητας κινούνται ανοδικά και ενισχύονται οι ανησυχίες για περαιτέρω εξασθένηση της ζήτησης. Η επιβράδυνση στη μεταποίηση επηρεάζει όλο και περισσότερο τον κλάδο των υπηρεσιών, ενώ αυξανόμενες διακρατικές διενέξεις συνεχίζουν να πλήττουν το διεθνές εμπόριο.

 

Οι χρηματαγορές, από την πλευρά τους, παραμένουν στη… νιρβάνα των πολιτικών ποσοτικής χαλάρωσης της προηγούμενης δεκαετίας. Η ρευστότητα παραμένει υψηλή και τα επιτόκια στις περισσότερες οικονομίες κινούνται προς το μηδέν ή και χαμηλότερα από αυτό. Τα επίπεδα δανεισμού των μεγαλύτερων οικονομιών είναι ήδη ιδιαίτερα υψηλά. Σε ενδεχόμενη νέα κρίση, τα περιθώρια νομισματικών και δημοσιονομικών παρεμβάσεων είναι περιορισμένα.

 

«Πρόκειται για κυκλική επιβράδυνση ή μόνιμη στασιμότητα;» αναρωτιόταν στο θέμα της ομιλίας της η δρ Μπουν. Και εντόπισε ως «ρίζα του κακού» την απουσία εμπιστοσύνης, και άρα επενδύσεων. Ρευστότητα υπάρχει, αλλά όχι και διάθεση ανάληψης ρίσκου. Εδώ είναι που θα μπορούσε να «βοηθήσει» η κλιματική κρίση: χρηματοδοτώντας μεγάλα επενδυτικά προγράμματα στη μετάβαση προς μια πιο «πράσινη» οικονομία, οι μεγάλες οικονομίες θα μπορούσαν να ανακτήσουν τη δυναμική που χρειάζονται. Παράλληλα, αυτές οι επενδύσεις θα τις οδηγήσουν σε ένα νέο παραγωγικό μοντέλο, που θα βρίσκεται σε μεγαλύτερη ισορροπία με τον πλανήτη και το περιβάλλον του.

 

 

«Πράσινη» οικονομία

Οι συζητήσεις, βέβαια, για τη μετάβαση στην «πράσινη οικονομία» έχουν ξεκινήσει ήδη από τα τέλη του 20ού αιώνα. Τώρα όμως, στην αυγή της τρίτης δεκαετίας του 21ου αιώνα, δείχνουν να αποκτούν νέα δυναμική. Δεν είναι μόνον ο κατεπείγον χαρακτήρας της ανάγκης αντιμετώπισης της κλιματικής κρίσης. Είναι και ότι πλέον έχουν ωριμάσει οι απαιτούμενες τεχνολογίες, είτε πρόκειται για την παραγωγή, είτε για την αποθήκευση, είτε για τη χρήση της ενέργειας.

 

Το κόστος παραγωγής από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ) έχει μειωθεί σημαντικά. Αν συνυπολογιστούν οι επιβαρύνσεις στη χρήση ορυκτών καυσίμων, οι ΑΠΕ είναι πλέον οικονομικά ανταγωνιστικές. Παράλληλα, νέες δυνατότητες, όπως τα θαλάσσια αιολικά πάρκα ή τα παράθυρα-συσσωρευτές (βλέπε σχετικό πλαίσιο στη διπλανή σελίδα), επιτρέπουν την περαιτέρω διάδοση της παραγωγής από ΑΠΕ. Σημαντικά βήματα έχουν γίνει και στην αποθήκευση ενέργειας, που είναι καταλυτικής σημασίας εξαιτίας του στοχαστικού χαρακτήρα των ΑΠΕ (η ηλιοφάνεια ή ο αέρας δεν είναι σταθερές πηγές ενέργειας), αλλά συμβάλλει και στη διάδοση της χρήσης τους (ηλεκτρικά αυτοκίνητα). Τα δε σύγχρονα, «έξυπνα» δίκτυα ενέργειας υπόσχονται πολύ πιο ορθολογική χρήση και άρα μεγάλη εξοικονόμηση.

 

Από την πλευρά του ιδιωτικού τομέα, πλέον μεγάλοι οικονομικοί όμιλοι έχουν «τοποθετηθεί» στις ΑΠΕ, παράγοντας ενέργεια ή τα μηχανήματα για να συμβεί αυτό. Οι μεγάλες αυτοκινητοβιομηχανίες προωθούν στρατηγικές για τη μετάβαση στην ηλεκτροκίνηση (βλέπε το αμέσως επόμενο θέμα) και οι αεροπορικές εταιρείες αναζητούν τρόπους να αντιδράσουν στην υποχώρηση της ζήτησης, εξαιτίας της ευαισθητοποίησης των επιβατών για το περιβαλλοντικό αποτύπωμα των μετακινήσεών τους. Ο κλάδος της ναυτιλίας καλείται να προσαρμοστεί άμεσα, πραγματοποιώντας μεγάλες επενδύσεις, στους νέους κανονισμούς για τις εκπομπές ρύπων.

 

 

«Πράσινα» ομόλογα

Κι όμως, όλα αυτά δείχνουν να χρειάζονται κάτι ακόμα – μια τελική ώθηση. Αυτήν θα μπορούσε να την προσφέρει το όργανο «έσχατης καταφυγής» του οικονομικού μοντέλου που κυριαρχεί διεθνώς: οι κεντρικές τράπεζες. Ακριβώς όπως αποδείχθηκαν το «ιππικό» στην παγκόσμια χρηματοοικονομική κρίση προ δεκαετίας, έτσι και τώρα μπορούν να δημιουργήσουν και να οδηγήσουν κεφάλαια σε «πράσινες» επενδύσεις.

 

Ο μέχρι αυτό τον μήνα επικεφαλής της Τράπεζας της Αγγλίας Μαρκ Κάρνεϊ, που σύντομα θα γίνει ο νέος πρεσβευτής του ΟΗΕ για το κλίμα, ήδη από το 2015 έχει περιγράψει ένα σύστημα που συνδέει την κλιματική κρίση με το χρηματοοικονομικό σύστημα. Οι αποζημιώσεις που προκαλούν περιβαλλοντικές καταστροφές ή οι επιβαρύνσεις από τους αυστηρότερους περιβαλλοντικούς κανόνες (π.χ. κόστος αγοράς δικαιώματος εκπομπής ρύπων) είναι δύο από τα κανάλια μέσω των οποίων η κλιματική κρίση επηρεάζει την οικονομική και άρα τη χρηματοοικονομική σταθερότητα.

 

Οι κεντρικές τράπεζες, κατά συνέπεια, θα πρέπει να συνυπολογίσουν το κόστος της κλιματικής κρίσης στους ελέγχους αντοχής (stress tests) των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων. Ήδη από το 2008 η κεντρική τράπεζα της Ολλανδίας προχώρησε σε μια τέτοια άσκηση, εντοπίζοντας «σημαντικούς αλλά διαχειρίσιμους κινδύνους». Οι τράπεζες θα μπορούσαν να χάσουν το 3% των περιουσιακών τους στοιχείων και τα ασφαλιστικά ταμεία ακόμα και το 10%. Λαμβάνοντας τέτοιους κινδύνους υπόψη, οι κεντρικές τράπεζες αναγκάζουν τα χρηματοοικονομικά ιδρύματα να τους συνυπολογίσουν στην τιμολόγηση των τραπεζικών προϊόντων που προσφέρουν. Μέσω της ακριβότερης χρηματοδότησης, το κόστος τελικά μετακυλίεται στις επιχειρήσεις που ρυπαίνουν.

 

Άλλες μεγάλες κεντρικές τράπεζες (μεγαλύτερες, όπως της Κίνας, αλλά και μικρότερες, όπως της Μαλαισίας) εξετάζουν προγράμματα έκδοσης «πράσινων» ομολόγων, που θα χρηματοδοτούν «πράσινες» επενδύσεις. Το μεγάλο βήμα, βέβαια, προς αυτή την κατεύθυνση θα γίνει όταν σε αυτές προστεθούν η Fed και η ΕΚΤ. Για την πρώτη θα πρέπει προηγουμένως να αλλάξουν οι πολιτικοί συσχετισμοί στις ΗΠΑ. Η δεύτερη, όμως, δείχνει να εξετάζει το μεγάλο βήμα.

 

 

Η «πράσινη» Κριστίν

Η νέα επικεφαλής της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, περιγράφοντας τα σχέδιά της στο Ευρωκοινοβούλιο, αναφέρθηκε στην αναθεώρηση της νομισματικής στρατηγικής, ώστε αυτή να συμπεριλάβει και την κλιματική κρίση. Η ΕΚΤ δέχεται κριτική ότι στο πρόγραμμα αγοράς εταιρικών ομολόγων έχει συμπεριλάβει και αυτά εταιρειών που μολύνουν το περιβάλλον (τίτλους άνω των 60 δισ. ευρώ, ενεργειακών εταιρειών και εταιρειών κοινής ωφέλειας). Η Κρ. Λαγκάρντ δηλώνει ανοικτή να συζητήσει την υιοθέτηση κριτηρίων στην αγορά εταιρικών ομολόγων. Θα είναι όμως αρκετά δύσκολο να προχωρήσει σε τολμηρότερα βήματα, όπως ένα πρόγραμμα χρηματοδότησης «πράσινων» ομολόγων των κυβερνήσεων.

 

Οι επικριτές της στροφής αυτής δεν λείπουν. Πρόσφατα ο Γερμανός κεντρικός τραπεζίτης Γενς Βάιντμαν προειδοποίησε ότι η υιοθέτηση στόχων για το κλίμα δεν πρέπει να επηρεάσει την προσήλωση στη σταθερότητα των τιμών. Έντονο σκεπτικισμό προκαλεί η απουσία δημοκρατικής εντολής προς τις κεντρικές τράπεζες. Αυτήν θα μπορούσαν, όμως, να την προσφέρουν οι κυβερνήσεις. Σε συνεργασία με την ΕΚΤ, θα μπορούσαν να χρηματοδοτήσουν «πράσινα» επενδυτικά προγράμματα με «πράσινα» ομόλογα.

 

 

 

Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία

Ουσιαστικό ρόλο σε αυτή την κατεύθυνση θα μπορούσε να παίξει η Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία, που παρουσίασε η νέα Ευρωπαϊκή Επιτροπή στις αρχές Δεκεμβρίου. Σε αυτήν καθορίζεται ο τρόπος με τον οποίο «η Ευρώπη θα γίνει η πρώτη κλιματικά ουδέτερη ήπειρος έως το 2050, για να τονώσει την οικονομία, να βελτιώσει την υγεία και την ποιότητα ζωής των ανθρώπων, να μεριμνήσει για τη φύση χωρίς να αφήνει κανέναν στο περιθώριο».

 

Πρόκειται για έναν οδικό χάρτη δράσεων για την προώθηση της αποδοτικής χρήσης των πόρων με τη μετάβαση σε μια καθαρή, κυκλική οικονομία και την ανάσχεση της κλιματικής αλλαγής, την αποκατάσταση της βιοποικιλότητας και τη μείωση της ρύπανσης. Σε αυτήν περιγράφονται «οι απαιτούμενες επενδύσεις, τα διαθέσιμα χρηματοδοτικά εργαλεία και ο τρόπος με τον οποίο μπορεί να εξασφαλιστεί ότι η μετάβαση θα είναι δίκαιη και χωρίς αποκλεισμούς». Αφορά ποικίλους κλάδους των οικονομιών, από την ενέργεια και τις μεταφορές μέχρι τη γεωργία, τα κτήρια και τη βιομηχανία.

 

Στο πλαίσιο αυτό, τον Μάρτιο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα υποβάλει τον πρώτο «ευρωπαϊκό νόμο για το κλίμα», καθώς και πλήθος επιμέρους στρατηγικών. Εκτιμάται ότι για την επίτευξη των σημερινών στόχων για το κλίμα και την ενέργεια για το 2030 θα απαιτηθούν πρόσθετες ετήσιες επενδύσεις 260 δισ. ευρώ (1,5 % του ΑΕΠ του 2018), από τον ιδιωτικό και τον δημόσιο τομέα. Η ίδια η Επιτροπή δεσμεύεται να αφιερωθεί τουλάχιστον το 25% του μακροπρόθεσμου προϋπολογισμού της ΕΕ στη δράση για το κλίμα. Περαιτέρω στήριξη θα παράσχει η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων.

 

Η πρωτοβουλία, πλέον, περνά στο Ευρωκοινοβούλιο, και κυρίως στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, που καλούνται να υποστηρίξουν τα φιλόδοξα σχέδια. Λογικό είναι η τελική απόφαση να ληφθεί από τους εκλεγμένους εκπροσώπους των πολιτών και τις κυβερνήσεις των κρατών. Εκεί, όμως, είναι που περιπλέκεται η κατάσταση, καθώς οι πολιτικοί συσχετισμοί ποικίλλουν και αλλάζουν. Οι κυβερνήσεις σε Παρίσι, Μαδρίτη και Ρώμη δείχνουν θετικά διακείμενες απέναντι στην «πράσινη» στροφή. Στη Γερμανία, αντιθέτως, η δύση της εποχής Μέρκελ δεν προσφέρεται για ρηξικέλευθες πρωτοβουλίες.

 

Το αντίθετο, όμως, θα ισχύει, εφόσον στις επόμενες εκλογές (το αργότερο μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2021) δικαιωθούν οι σημερινές δημοσκοπήσεις, που δίνουν προβάδισμα στους Πρασίνους. Σε μια τέτοια περίπτωση, η Ευρώπη θα μπορούσε όντως να αναλάβει πρωταγωνιστικό ρόλο στην αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης, ενισχύοντας παράλληλα την ανάπτυξη. Θα αποκτούσε, έτσι, μια νέα δυναμική – άκρως απαραίτητη για να γυρίσει σελίδα, μετά τον χωρισμό με τη Βρετανία.

Αφήστε ένα σχόλιο