Κίνηση με την όπισθεν

Δημοσιεύτηκε από economia 07/01/2020 0 Σχόλια The Economist,

Οικονομική Επιθεώρηση, Ιανουάριος 2020, τ. 990

από τον Τhe Economist

 

 

 

 

Η αφαίρεση διοξειδίου του άνθρακα από την ατμόσφαιρα θα είναι δύσκολη – είναι όμως αναγκαία

 

 

 

Απ’ όσα διδάσκονται στον παιδικό σταθμό, λίγα συνδυάζουν τόσο καλά την ηθική ισορροπία με την πρακτική ορθότητα όσο η εντολή να καθαρίζει ο καθένας ό,τι λερώνει. Το ίδιο που ισχύει για τα παιδάκια που λερώνουν γύρω τους τα πάντα ισχύει και για τους πολιτισμούς που κυριαρχούν στον πλανήτη. Οι βιομηχανικές χώρες που προσθέτουν επικίνδυνα μεγάλα ποσά διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα (43,1 δισεκατομμύρια τόνους τον χρόνο, σύμφωνα με έκθεση που δημοσιοποιήθηκε αρχές Δεκεμβρίου) θα χρειαστεί κάποια στιγμή να πάνε πιο πέρα από τις ανεπαρκείς προσπάθειες που καταβάλλονται σήμερα προκειμένου να πάψει να υφίσταται το πρόβλημα. Θα χρειαστεί να βάλουν την όπισθεν – δηλαδή να αρχίσουν να αφαιρούν διοξείδιο του άνθρακα. Δυστυχώς, δεν βρισκόμαστε ούτε κατ’ ιδέαν κοντά σ’ αυτό το σημείο.

 

Μπορεί κάποτε αυτού του είδους οι προσπάθειες να μην ήταν αναγκαίες. Στην Κορυφή του Ρίο για τη Γη, οι χώρες του κόσμου δεσμεύτηκαν (το 1992) να αποφύγουν τη βλαβερή κλιματική αλλαγή με τον περιορισμό των εκπομπών των αερίων θερμοκηπίου, ενώ οι πλούσιες χώρες θα συμπαραστέκονταν στις φτωχότερες ώστε αυτές να αναπτυχθούν χωρίς να διογκώνεται το πρόβλημα. Κι όμως: κάθε χρονιά μετά το Ρίο βλέπουμε υψηλότερες εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα από την προηγούμενη. Ένα τρομακτικό 50% του συνόλου του διοξειδίου του άνθρακα που έχει εκπέμψει ο άνθρωπος στην ατμόσφαιρα από την εποχή της Βιομηχανικής Επανάστασης έχει προστεθεί από το 1990 και μετά. Και ακριβώς αυτή η συνολική ποσότητα είναι που μετράει. Όσο περισσότερο διοξείδιο του άνθρακα βρίσκεται στην ατμόσφαιρα τόσο το κλίμα θα μεταβάλλεται – μολονότι αυτό γίνεται με υστέρηση σε σχέση με την ετήσια αύξηση του επιπέδου του διοξειδίου του άνθρακα, όπως ακριβώς συμβαίνει με το τηγάνι που ακουμπάτε στη φωτιά.

 

Η Συμφωνία των Παρισίων (του 2015) δεσμεύει τις χώρες που την υπέγραψαν να περιορίσουν την αύξηση της θερμοκρασίας στους 2οC. Όπως δήλωσε όμως ο ΓΓ του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτέρες, στις σχεδόν 200 χώρες που παραβρέθηκαν προ εβδομάδων σε συνάντηση στη Μαδρίτη προκειμένου να καθορίσουν πρόσθετες λεπτομέρειες της Συμφωνίας των Παρισίων, «οι προσπάθειές μας να πετύχουμε αυτούς τους στόχους υπήρξαν τραγικά ανεπαρκείς».

 

Ο κόσμος είναι σήμερα 1οC θερμότερος απ’ ό,τι πριν από τη Βιομηχανική Επανάσταση. Τα κύματα καύσωνα, που άλλοτε θεωρούνταν παράδοξα φαινόμενα, καταλήγουν να αποτελούν συνήθεις συνθήκες. Ο καιρός στην Αρκτική έχει τρελαθεί. Το επίπεδο των θαλασσών ανεβαίνει όσο οι παγετώνες λιώνουν και τα στρώματα πάγου γίνονται όλο και πιο λεπτά. Οι ακτές δέχονται όλο και πιο βίαιες καταιγίδες – όλο και πιο απότομες. Η χημεία των ωκεανών μεταβάλλεται. Πλην αν επιχειρηθούν ριζοσπαστικές προσπάθειες να περιοριστεί η εισερχόμενη ηλιακή ακτινοβολία μέσα από μορφές ηλιακής γεωμηχανικής (θέμα ιδιαίτερα αμφιλεγόμενο), ο κόσμος δεν πρόκειται να αρχίσει να αποθερμαίνεται, παρά μόνον αν τα υφιστάμενα επίπεδα του διοξειδίου του άνθρακα αρχίσουν να πέφτουν.

 

Καθώς ο κόσμος ακόμη δεν έχει κατορθώσει να αρχίζει να περιορίζει τις εκπομπές αερίων, η συζήτηση για κίνηση προς μια κατάσταση αρνητικών εκπομπών –δηλαδή προς την αφαίρεση διοξειδίου του άνθρακα από την ατμόσφαιρα– μπορεί να θεωρηθεί πρόωρη υπόθεση. Ορισμένες χώρες, όπως η Βρετανία, έχουν δεσμευτεί να κινηθούν προς την κατεύθυνση επιπέδου εκπομπών «καθαρού μηδενός» μέχρι το 2050: αυτό δεν σημαίνει μείωση όλων των εκπομπών για όλες τις δραστηριότητες, όπως η πτήση αεροπλάνων ή η παρασκευή τσιμέντου, όμως σημαίνει ότι θα πρέπει να αφαιρούνται τόσα αέρια του θερμοκηπίου όσα επιτρέπεται να εκπέμπονται.

 

Η Διακυβερνητική Επιτροπή για την Κλιματική αλλαγή εκτιμά ότι η επίτευξη ενός στόχου 1,5οC θα απαιτήσει τη δέσμευση και αποθήκευση δισεκατομμυρίων τόνων διοξειδίου του άνθρακα μέχρι το 2100, με μέσο όρο των σχετικών εκτιμήσεων τους 730 δισ. τόνους – περίπου 17πλάσια ποσότητα από τις φετινές εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα. Αν το δει κανείς από πλευράς βασικού σχεδιασμού, προγραμματισμού και κατασκευής αληθινά μεγάλων υποδομών για τον σκοπό αυτό, το έτος 2050 δεν είναι και τόσο μακριά μας. Γι’ αυτό απαιτείται να αρχίσει εδώ και τώρα η ανάπτυξη μεθόδων επίτευξης αρνητικών εκπομπών.

 

Κάτι τέτοιο δημιουργεί δύο προβλήματα, το ένα τεχνολογικό και το άλλο ψυχολογικό. Το τεχνολογικό είναι ότι η απορρόφηση δεκάδων δισεκατομμυρίων τόνων διοξειδίου του άνθρακα από την ατμόσφαιρα κάθε χρόνο αποτελεί έργο πελώριο, για το οποίο ο κόσμος δεν είναι προετοιμασμένος. Καταρχάς, η αφαίρεση διοξειδίου του άνθρακα με την ενσωμάτωσή του σε δέντρα και φυτά ή η δέσμευσή του από τα καυσαέρια των εργοστασίων και η φύλαξή του σε υπόγειες δεξαμενές είναι απλή. Άλλωστε, μπορεί και να εφευρεθούν ευρηματικές νέες μέθοδοι. Η φύτευση όμως δέντρων σε κλίμακα που να είναι έστω συγκρίσιμη μ’ αυτό το έργο θα απαιτούσε κάτι σαν μια νέα μικρή ήπειρο. Και η μέχρι τώρα διαμόρφωση μεθόδων δέσμευσης μεγάλων ποσοτήτων άνθρακα υπήρξε αργή υπόθεση – όχι τόσο λόγω επιστημονικών δυσχερειών όσο λόγω απουσίας κινήτρων.

 

Το ψυχολογικό πρόβλημα έγκειται στο ότι, μολονότι η δυνατότητα εξασφάλισης αρνητικών εκπομπών παραμένει υποχρησιμοποιημένη, η ιδέα και μόνον ότι κάποια μέρα θα λειτουργήσει επηρεάζει αποστρατευτικά την αποδοχή του επείγοντος της μείωσης των εκπομπών – σήμερα. Όταν προτάθηκε για πρώτη φορά το όριο των 2οC τη δεκαετία του ‘90, ήταν εύλογο να πιστεύεται ότι αυτό θα επιτυγχανόταν με τις περικοπές των εκπομπών και μόνο. Το γεγονός ότι μπορεί ακόμη και σήμερα να συζητείται οφείλεται στο ότι τα μοντέλα που χρησιμοποιούνται για την πρόγνωση των μεταβολών του κλίματος έχουν τροποποιηθεί με την προσθήκη των κερδών από τις αρνητικές εκπομπές. Πρόκειται για κόλπο που θυμίζει επικινδύνως μαγική προσέγγιση.

 

Αυτό με τη σειρά του δημιουργεί μια δύσκολη επιλογή για τους υπευθύνους της διαμόρφωσης πολιτικής. Θα ήταν παράτολμο να μην επιχειρηθεί η διαμόρφωση τεχνολογιών για τις αρνητικές εκπομπές. Όμως πρέπει να τεθούν όρια στη συζήτηση περί όλο και περισσότερων αποτελεσμάτων από την τεχνολογία, όταν καταρτίζονται σενάρια για το μέλλον. Όπως και στους παιδικούς σταθμούς, έτσι κι εδώ χρειάζεται κάποια πειθαρχία. Πρώτο στοιχείο πειθαρχίας είναι να μην ξεχνάμε ποιος λερώνει. Ένας από τους ευκολότερους τρόπους για την επίτευξη αρνητικών εκπομπών είναι η φύτευση και η ανάπτυξη φυτών – και η φτηνότερη γη τείνει να βρίσκεται στις φτωχές χώρες. Κάποιες απ’ αυτές τις περιοχές θα καλωσόριζαν επενδύσεις αναδάσωσης και δασικής καλλιέργειας, όμως παρόμοιες πρωτοβουλίες θα ‘πρεπε να ενσωματώνονται σε τέτοια αναπτυξιακά σχέδια που να ανταποκρίνονται στις ανάγκες των δικών τους πολιτών.

 

Η δεύτερη πειθαρχία αφορά εκείνους που κάνουν με ελαφρότητα λόγο για «καθαρό μηδέν». Όταν το πράττουν, θα πρέπει να υποχρεώνονται να λένε και ποιο είναι το επίπεδο εκπομπών το οποίο σκέφτονται, συνεπώς και ποιο επίπεδο αρνητικών εκπομπών δεσμεύονται να επιτύχουν. Όσο πιο αυστηρή η χρήση του όρου τόσο λιγότερο θα καταλήγουμε σε συμβιβασμό με τη δράση όσων ρυπαίνουν σήμερα.

 

 

Δέσμευση των κυβερνήσεων

Το τρίτο στοιχείο πειθαρχίας είναι ότι οι κυβερνήσεις θα πρέπει να κάνουν βήματα προς την κατεύθυνση του να καταστούν οι αρνητικές εκπομπές εφικτές – σε πραγματική όμως κλίμακα. Χρειάζεται ιδίως να υπάρξουν έρευνες και κίνητρα για την ανάπτυξη και εφαρμογή συστημάτων δέσμευσης του άνθρακα για βιομηχανίες που (όπως η παραγωγή τσιμέντου) δεν μπορούν παρά να παράγουν διοξείδιο του άνθρακα. Αν είναι να αποβούν αποτελεσματικά παρόμοια συστήματα, θα χρειαστεί ορισμός τιμής για τον άνθρακα. Το πρόβλημα είναι ότι, αν οριστεί αρκετά υψηλή τιμή για να γίνει κερδοφόρα η δέσμευση του άνθρακα στην παρούσα φάση ανάπτυξης, θα κατέληγε να είναι αντιπαραγωγικά υψηλή. Ως εκ τούτου, για την ώρα θα χρειαστούν άλλες μορφές κινήτρων και απαγορεύσεων. Οι κυβερνήσεις έχουν την τάση να επιχειρηματολογούν ότι η ανάληψη ριζικής δράσης σήμερα είναι υπερβολικά επιβαρυντική υπόθεση. Κι όμως, οι ίδιες αυτές κυβερνήσεις στρέφονται με ενθουσιασμό προς τις αρνητικές εκπομπές, όταν θέλουν να δείξουν ότι οι δεσμεύσεις τους για το κλίμα είναι εφικτές.

 

Αφήστε ένα σχόλιο