Η Ελλάδα σε νέο περιβάλλον

Δημοσιεύτηκε από economia 14/01/2020 0 Σχόλια άρθρα,

Οικονομική Επιθεώρηση, Iανουάριος 2020, τ. 990

ΜΑΤΙΕΣ ΣΤΟ ΜΕΛΛΟΝ του Νίκου Παπανδρέου

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Πολλά γράφονται για την περιβόητη παγκοσμιοποίηση – δηλαδή τη φιλελεύθερη ατζέντα ανοικτών συνόρων και ελεύθερης διακίνησης κεφαλαίου. Ως και πριν από λίγα χρόνια, πριν από την κρίση, κυριαρχούσε η ιδέα ότι το δέσιμο των οικονομιών ισοδυναμούσε με την πρόοδο του ανθρώπου. Έτσι τουλάχιστον έλεγε και έγραφε μια ολόκληρη κάστα διανοουμένων, κυβερνήσεων και οικονομολόγων.

 

Η ολοκληρωτική νίκη του Τζόνσον στην Αγγλία και ο εμπορικός πόλεμος Αμερικής-Κίνας δείχνουν ξεκάθαρα ότι έχουμε μπει σε μια νέα εποχή, όπου η φιλοσοφία της παγκόσμιας αγοράς απορρίπτεται από ένα μεγάλο μέρος των δυτικών πληθυσμών. Απορρίπτουν δηλαδή το αφήγημα ότι η παγκοσμιοποίηση σημαίνει πρόοδο. Πρόοδος πια σημαίνει την υπεράσπιση του έθνους με όποιο κόστος και να έχει αυτή η επιλογή.

 

Οι παλιοί θεσμοί που υπάρχουν για την επίλυση των διαφορών, και αυτές απορρίπτονται. Η Αμερική και η Κίνα δεν λύνουν και δεν συζητάνε το θέμα της αύξησης των φόρων στις εισαγωγές όπως παλιότερα, δηλαδή μέσω του World Trade Organization ή άλλου διεθνή οργανισμού, αλλά απευθείας, one to one.

 

Και για να αχρηστεύσει εντελώς το World Trade Organization, ο πρόεδρος Τραμπ έχει μπλοκάρει και τον διορισμό δικαστών για τη νομική επίλυση κρατικών διαφορών. Κατά τον Τραμπ, εάν η Κίνα θέλει πρόσβαση στην πιο πλούσια αμερικάνικη αγορά των 330 εκατ. καταναλωτών, θα πρέπει η ίδια να αγοράσει περισσότερα αμερικάνικα προϊόντα και να σταματήσει τις κρατικές επιχορηγήσεις στις κινεζικές εταιρείες.

 

Από την πλευρά της, η Κίνα βλέπει τις κινήσεις του αντιπάλου της ως ένα άτυπο μπούλινγκ – για να μειώσει τη διείσδυσή της στη Δύση ως ανερχόμενη δύναμη. Έτσι, έχει μπλέξει ο εθνικισμός του America First και άλλα ζητήματα εθνικής ασφάλειας με έναν έντονο εμπορικό πόλεμο, που σε πολλούς θυμίζει την εποχή της δεκαετίας του 1930, όπου η κάθε χώρα ανέβαζε τους φόρους σε ξένα προϊόντα για να προστατεύσει τη δική της εγχώρια παραγωγή, με αποτέλεσμα να πέσει στο μηδέν η οικονομική ανάπτυξη.

 

Η Μεγάλη Βρετανία, με την έξοδό της από την Ευρωπαϊκή Ένωση, πρέπει να ξεκινήσει μαραθώνιες διαβουλεύσεις με όλες τις χώρες ξεχωριστά για να εξασφαλίσει νέες εμπορικές συμφωνίες. Οι οικονομολόγοι λένε ότι και όλες οι συμφωνίες μαζί δεν πρόκειται να φέρουν τη Μεγάλη Βρετανία σε καλύτερη κατάσταση από αυτήν που έχει σήμερα με την ελεύθερη πρόσβαση που διαθέτει σε όλες τις οικονομίες της ΕΕ. Πολλές εταιρείες έχουν αναβάλει προσλήψεις και επενδύσεις, περιμένοντας τις νέες συνθήκες του ολοκληρωμένου Μπρέξιτ.

 

Οι εξαγωγές οι δικές μας, ο τουρισμός, ο αγροτοδιατροφικός τομέας, αλλά και ο χρηματοπιστωτικός κλάδος θα επιρεαστούν από το Μπρέξιτ. Ο λόγος είναι ότι το ευρώ θα ανέβει κι άλλο σε σχέση με τη στερλίνα – παρά την παροδική άνοδο που αυτή είχε με τη νίκη Τζόνσον. Ισχυρό ευρώ σημαίνει ότι τα δικά μας προϊόντα θα είναι πιο ακριβά στην Αγγλία, ενώ οι Άγγλοι τουρίστες θα δούνε ότι με το ίδιο εισόδημα σε στερλίνες η χώρα μας ως τουριστικός προορισμός είναι πιο ακριβός. Και με την ίδια λογική, τα προϊόντα της Μεγάλης Βρετανίας θα μας φανούν πιο φτηνά κι έτσι θα αυξηθούν οι εισαγωγές μας από εκεί.

 

Αυτά μπορούν να αποφευχθούν, αν αρχίσουμε κι εμείς, από τώρα, να προετοιμάζουμε τη δική μας εμπορική συμφωνία με τη νέα κυβέρνηση.

 

Στον τραπεζικό χώρο, ήδη η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα συνεργάζεται με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και την Τράπεζα της Αγγλίας και έχουν προετοιμάσει μια δέσμη μέτρων σε περίπτωση που ο Τζόνσον τελικά υιοθετήσει τη στρατηγική «άτακτης εξόδου», δηλαδή εξόδου από την ΕΕ χωρίς συμφωνία, κάτι που ευχόμαστε να μην γίνει. Τα μέτρα αυτά θα καλύπτουν τους βασικούς αντισυμβαλλομένους, τα παράγωγα και τα συμβόλαια, τις τραπεζικές διαδικασίες και άλλα παρεμφερή ζητήματα.

 

Στον Προϋπολογισμό του 2020 η χώρα μας έχει λάβει υπόψη της τις αβεβαιότητες του Μπρέξιτ ως παράγοντα αποσταθεροποίησης της οικονομίας μας. Ευτυχώς, η ανοικτή στροφή της νέας κυβέρνησης υπέρ του επιχειρείν και των επενδύσεων έχει δημιουργήσει ένα θετικό κλίμα – τα «animal spirits», τα οποία κινούν τις επενδύσεις κατά τον Κέινς.

 

Η απήχηση της στροφής προς το επιχειρείν φαίνεται στους δείκτες εμπιστοσύνης και οικονομικού κλίματος, όπως επισημαίνει η εισηγητική έκθεση του Προϋπολογισμού (157 σελίδες…). Ο δείκτης οικονομικού κλίματος ανέβηκε από 98 τον Γενάρη στο 108 τον Αύγουστο – δηλαδή οι επιχειρηματικές προσδοκίες είναι πολύ θετικές, αντισταθμίζοντας την αντίστροφη τάση απαισιοδοξίας στην υπόλοιπη Ευρώπη. Κατά τον Κέινς, οι επιχειρήσεις επενδύουν όταν προσβλέπουν σε ένα θετικό μέλλον, και αυτό λένε οι δείκτες του προηγούμενου τριμήνου.

 

Αν στο εσωτερικό το κλίμα είναι θετικό, εμπιστεύονται και οι αγορές όλο και περισσότερο τη χώρα μας: Η ιστορικά χαμηλή απόδοση του 1,5% κατά την έκδοση του δεκαετούς ομολόγου του Οκτωβρίου 2019 δείχνει την προσδοκία των αγορών για ισχυρούς ρυθμούς ανάπτυξης. Θυμίζω ότι τον Μάρτιο η απόδοση ήταν 3,9%, δηλαδή υπερδιπλάσια.

 

Και δεν είναι μόνο οι δείκτες που δείχνουν βελτίωση της κατάστασης: Το ίδιο το ΔΝΤ μας δίνει ρυθμό ανάπτυξης μεγαλύτερο από εκείνο της Ευρωζώνης κατά 0,8%, ήτοι 2,2% του ΑΕΠ.

 

Από την άλλη, δεν είναι φυσικά όλα ρόδινα: Οι μακροχρόνια άνεργοι αντιπροσωπεύουν το 70% των ανέργων μας και η ανεργία στους νέους συνεχίζει να είναι ψηλή. Όπως άλλωστε έχουν επισημάνει όλα τα πολιτικά κόμματα, ρίχνοντας πάντα την ευθύνη στον αντίπαλο, το brain drain των νέων εντείνει κατά πολύ το δημογραφικό μας πρόβλημα.

 

Οι υπερβάσεις του πλεονάσματος σημαίνουν ότι στραγγίξαμε την οικονομία με φόρους – και αυτό συντέλεσε στην επιβράδυνση της ανάπτυξης της οικονομίας. Η μείωση των υπερβάσεων μαζί με την πολιτική μάχη να μειωθεί ο στόχος του πρωτογενούς πλεονάσματος 3,5% του τρίτου μνημονίου είναι προϋπόθεση για να ανοίξει επιτέλους τα φτερά της η χώρα μας. Και, φυσικά, ελπίζει κανείς ότι αυτή η κυβέρνηση θα αυξήσει τις κρατικές επενδύσεις αντί να τις ξοδεύει για ρουσφέτια, όπως έκανε η προηγούμενη κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ.

 

Άρα, αναρωτιέται κανείς: όλα καλά στη χώρα μας; Φυσικά και όχι – απαιτείται ισχυρή πολιτική βούληση, προσοχή μεγάλη στους διεθνούς παράγοντες, χρειάζονται έξυπνες διαπραγματεύσεις με τη Μεγάλη Βρετανία αλλά και τον πρόεδρο Τραμπ, που φαίνεται να μας συμπαθεί αλλά όχι όσο συμπαθεί τον Ερντογάν.

 

Η σημερινή κυβέρνηση έχει δείξει την πρόθεσή της να επιλύσει πολλά προβλήματα, αν και διέπεται ακόμη από αυτό που λέμε «παλιομοδίτικο» ένστικτο – όπως φάνηκε με την επιλογή των διευθυντών των νοσοκομείων. Πρέπει τα γρήγορα αντανακλαστικά που έχει δείξει ως τώρα να τα κρατήσει σε εγρήγορση, ιδιαίτερα επειδή –είτε το θέλει η Μεγάλη Βρετανία είτε όχι– ζούμε σε μια παγκοσμιοποιημένη οικονομία, όπου το κρυολόγημα του Γερμανού ή του Κινέζου δεν πρέπει να μας φέρει πνευμονία. Να είμαστε έτοιμοι να πάρουμε εκείνα τα μέτρα –και γρήγορα– που θα μας προστατεύσουν όσο περισσότερο γίνεται από τη σημερινή παγκόσμια αστάθεια.

Αφήστε ένα σχόλιο