Μια χρονιά εντάσεων και αναγκαστικών συναινέσεων

Δημοσιεύτηκε από economia 16/01/2020 0 Σχόλια άρθρα,

Οικονομική Επιθεώρηση

Ιανουάριος 2020, τ. 990

ΑΝΑΛΥΣΗ του Αντώνη Παπαγιαννίδη

 

Παρά την καταγραφή βελτίωσης στο οικονομικό κλίμα,

το 2020 ξεκινάει με έντονο το στοιχείο ανασφάλειας

 

Η νέα χρονιά που ξεκινάει φέρνει μαζί της έντονο το στίγμα της γεωπολιτικής αναταραχής για την Ελλάδα, με τις τουρκικές κινήσεις διεκδίκησης στην Ανατολική Μεσόγειο να αγγίζουν πλέον εμφανώς και άμεσα τα ελληνικά συμφέροντα.

Η συμφωνία Τουρκίας-Λιβύης για οριοθέτηση μεταξύ των δύο ΑΟΖ, που διακόπτει απότομα τις θαλάσσιες ζώνες της Ελλάδας πέρα από τα χωρικά ύδατα Ρόδου-Καρπάθου-Κάσου-Κρήτης και προς τα ανατολικά, στερώντας ολοκληρωτικά από ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα το σύμπλεγμα του Καστελόριζου/Μεγίστης και φθάνοντας μέχρι τα δυτικά της Κύπρου, μπορεί να καταδικάστηκε από τις ΗΠΑ, τις χώρες της περιοχής (κυρίως Αίγυπτο, που θίγεται και άμεσα, αλλά και Ισραήλ), τη Ρωσία (που έχει ήδη διαφορετικές θέσεις για τη Λιβύη) και πολλαπλά από την ΕΕ σε επίπεδο Κορυφής και από μεμονωμένες χώρες-μέλη, όμως δεν παύει να δημιουργεί συνεχιζόμενη ένταση. Που με ανοιχτή απειλή για διεξαγωγή σεισμικών ερευνών από τουρκικά σκάφη (άμεσα) και με προοπτική υποθαλάσσιων γεωτρήσεων σε αναζήτηση υδρογονανθράκων (στη συνέχεια) κατά το πρότυπο που είδαμε να εξελίσσεται στην κυπριακή ΑΟΖ –ήδη ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν έχει ανακοινώσει, μπροστά στον χάρτη, έρευνες σε Κρήτη και Καστελόριζο– δημιουργεί ένα σκηνικό ανασφάλειας «επί του πεδίου» για τους μήνες που έρχονται. Και σφραγίζει συνολικά τα πράγματα.

Εν τω μεταξύ, ενώ αργεί να διαλυθεί η ομίχλη μετά τη συνάντηση Μητσοτάκη-Ερντογάν στο Λονδίνο (στο πλαίσιο Κορυφής του ΝΑΤΟ, αρχές Δεκεμβρίου) και ενώ όλοι στρέφονται με κλίμα προσδοκίας ανάμεικτης με ανησυχία προς τη συνάντηση Μητσοτάκη-Τραμπ στο ξεκίνημα του νέου χρόνου (με τον Αμερικανό πρόεδρο στην κορύφωση της θεατρικής διαδικασίας impeachment/αποπομπής του), με αποτέλεσμα η εικοτολογία να διαβρώνει ακόμη περισσότερο τα πράγματα, ένας παλιός μας γνώριμος επανήλθε στο προσκήνιο. Πρόκειται για το ενδεχόμενο προσφυγής σε «διεθνές δικαιοδοτικό όργανο» – ενδεχόμενο που το έχουμε συνηθίσει ως αναζήτηση του δρόμου προς τη Χάγη, για οριοθέτηση (τουλάχιστον) της υφαλοκρηπίδας. Ο Νίκος Δένδιας δεν απέρριψε (σε περιβάλλον συνέντευξης Τύπου), απλώς μετέθεσε αυτή τη συζήτηση. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης φέρεται σε αντίστοιχο κλίμα, ενώ η Ντόρα Μπακογιάννη ευθέως έκρινε ότι «πρέπει να πάμε στη Χάγη […] γιατί στην εξωτερική πολιτική το «κάθε πέρσι και καλύτερα είναι μια πραγματικότητα». Πάντως, ο πρώην πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης, αρθρογραφικά, ανέδειξε το κόστος από τη μη αξιοποίηση από τις κυβερνήσεις Κώστα Καραμανλή των δυνατοτήτων που είχαν δημιουργηθεί από τις συμφωνίες του Ελσίνκι, να πιεσθεί η Τουρκία (η οποία, προ 15ετίας, ακόμη πίστευε στην ευρωπαϊκή της πορεία…) να συμφωνήσει σε επίλυση των ελληνοτουρκικών διαφορών μέσω Χάγης, όπως είχε δεσμευθεί ενώπιον της ΕΕ.

 

Ψήγματα συναίνεσης προκύπτουν

Η αίσθηση αυτή έντασης και απειλής έφερε ένα μίνιμουμ συνεννόησης –αν μη συναίνεσης– στο ελληνικό πολιτικό σύστημα, πάντως σε επίπεδο δηλώσεων και Συμβουλίου Εξωτερικής Πολιτικής. Άδηλον αν θα διαρκέσει, σε περίπτωση που η ένταση επιδεινωθεί και φθάσει η ώρα αποφάσεων στο ξεκίνημα του 2020…

Πάντως, στοιχεία πολιτικής συναινέσεως προέκυψαν και στο πλαίσιο της (άνευρης, ανέμπνευστης, όμως υπαρκτής) συνταγματικής αναθεώρησης. Το ίδιο και στο θέμα της ψήφου των εκτός επικρατείας Ελλήνων, όπου μπορεί το σύστημα το οποίο αποφασίσθηκε να είναι πολύπλοκο και προβληματικό ακριβώς λόγω των συμβιβασμών που απαιτήθηκαν, όμως τελικώς ψηφίστηκε με 288 «ναι» από όλα τα κόμματα (πλην ΜΕΡΑ25/Βαρουφάκη).

Η νέα χρονιά θα θέσει σε δοκιμασία το μέτωπο της συναίνεσης –έστω και σε μίνιμουμ εκδοχή– με την αναζήτηση ευρύτερης πλειοψηφίας για την ανάδειξη του νέου Προέδρου της Δημοκρατίας. Μπορεί μετά τη συνταγματική αναθεώρηση ο ΠτΔ να ψηφίζεται πλέον ακόμη και με σχετική πλειοψηφία χωρίς να οδηγείται η Βουλή σε διάλυση και η χώρα σε εκλογές, πλην όμως –και για λόγους πολιτικής τακτικής, αλλά και με κάποια κατάλοιπα από την εποχή των ευρειών πλειοψηφιών που απαιτούνταν– η αναζήτηση προσώπου «ευρύτερης αποδοχής» δεν έχει πάψει. Αυτό, με τη σειρά του, οδηγεί σε νέους συσχετισμούς. Θα δούμε!

Επειδή όμως ο λόγος περί ψηγμάτων συναίνεσης, μην νομισθεί ότι η Ελλάδα του 2020 μπήκε σε διαφορετική τροχιά. Μέτωπα όπως του νόμου και της τάξης, όπου για μιαν ακόμη φορά δεν αποφεύγονται εκτροχιασμοί, καθώς και η παραδοσιακή αναζήτηση ποινικών ευθυνών με Προανακριτική (στην ξεθεμελιωτική πολλών αξιών υπόθεση Novartis), «εγγυώνται» οξύτητα και αγεφύρωτες διαφορές.

 

 

Με βελτιωμένο κλίμα αλλά και ερωτηματικά πορεύεται η οικονομία

Μπροστά στα γεωπολιτικά και την πολιτική σκηνοθεσία, η οικονομία δείχνει να βρίσκεται σε ηρεμότερα νερά. Το 11μηνο Ιανουαρίου-Νοεμβρίου έκλεισε με πρωτογενές πλεόνασμα σε υπέρβαση του στόχου, αν και με υποεκτέλεση του ΠΔΕ. Σε όλη την αναπτυσσόμενη παρουσίαση της οικονομικής πολιτικής για το 2020, κεντρικό ρόλο συνεχίζει να έχει η καταγραφόμενη θετική εξέλιξη των προσδοκιών με βάση τη βελτίωση του οικονομικού κλίματος. Σ’ αυτήν, κυρίως δε στην ενίσχυση της καταναλωτικής εμπιστοσύνης (σε υψηλό 19ετίας, ακόμη κι αν η επιχειρηματική στιγμές-στιγμές σκοντάφτει), στηρίζεται και σημαντικό μέρος της πρόβλεψης για ενίσχυση των αναπτυξιακών ρυθμών που, στον Προϋπολογισμό 2020, έχουν τεθεί στο 2,8%, την ώρα που οι διεθνείς οργανισμοί (ΔΝΤ, ΕΕ, ΟΟΣΑ) μιλούν για σαφώς πιο συγκρατημένες προοπτικές (2,2%, 2,3%, 2,1% αντιστοίχως). Πρόσθετη θετική εξέλιξη θεωρείται η πληρέστερη οργάνωση των δυνατοτήτων ρύθμισης οφειλών προς το Δημόσιο, τα Ταμεία, αλλά και (με διάφορα σχήματα) προς τις τράπεζες. Βέβαια, επίκειται επανέναρξη των πλειστηριασμών, μετά από τις δεσμεύσεις τραπεζικών λογαριασμών που έχουν ήδη πληθύνει.

Τα μέτωπα αυτά, συν η προοπτική επενδυτικής επανεκκίνησης (η οποία, βέβαια, αποδεικνύεται αρκετά πιο αργή και απαιτητική απ’ ό,τι προβαλλόταν τους πρώτους μετεκλογικούς μήνες), δεν έχουν βγάλει από τη μέση την παγίως επανερχόμενη συζήτηση για τη δημοσιονομική ισορροπία. Κωδική λέξη: τα πρωτογενή πλεονάσματα. Θυμίζουμε ότι σ’ όλη την προηγούμενη περίοδο πέραν του ότι τα πλεονάσματα αυτά ήταν αποτέλεσμα υπερφορολόγησης κ.ο.κ., προέκυπταν εν πολλοίς από την καθυστέρηση πληρωμής ληξιπρόθεσμων του Δημοσίου προς ιδιώτες/arrears και κυρίως από την καθυστέρηση στην απονομή συντάξεων. Σήμερα, στο ξεκίνημα της νέας χρονιάς, πόσο χαμηλότερα από 1% του ΑΕΠ θα καταγράφονται αυτά τα ληξιπρόθεσμα; Και πόσο κοντά στις 300.000 θα είναι οι εκκρεμείς συντάξεις που, μαζί με τον γολγοθά των επανυπολογισμών και των άλλων συνταξιοδοτικών εκκρεμοτήτων, έχουν ακουστεί από επίσημα χείλη ότι αγγίζουν το 1.000.000 υποθέσεων; Σε μια ψαλίδα ενός πρόσθετου 1-1,5% του ΑΕΠ φαίνεται να βρισκόμαστε.

Δεν απέχει και πολύ η κυλιόμενη υπόθεση των αναδρομικών (παλιότερων «γενεών» και από νεότερες δικαστικές αποφάσεις, αλλά και από τις αιτήσεις στην ηλεκτρονική πλατφόρμα του ΕΦΚΑ, η οποία ακριβώς δημιουργήθηκε για να μην πνιγούν ολότελα από προσφυγές τα Δικαστήρια: πάνω από 1,5 εκατομμύρια αιτήσεις έχουν καταγραφεί),  υπόθεση που ο καθένας εκτιμά σε διαφορετικό ύψος δισεκατομμυρίων. Ας μείνουμε συντηρητικά σε 2-3% του ΑΕΠ. Βεβαίως, υπάρχει εδώ η προοπτική της πιλοτικής δίκης στο ΣτΕ με την οποία θα υποδεχθούμε το 2020 και που θα κρίνει συνολικά, ενώ υπάρχει και η πάγια πολιτική απόφαση –με επίνευση της Τρόικας– για σταδιακή αποπληρωμή, εις βάθος χρόνου, όσων τελικά κριθούν.

Πάντως, το βασικό πρόβλημα παραμένει: για ποιο πλεόνασμα μιλάμε, όταν επιχειρηθεί να ξεκινήσει η επαναδιαπραγμάτευση του πρωτογενούς πλεονάσματος 3,5% του ΑΕΠ με τους Ευρωπαίους εταίρους; Τουλάχιστον, το «θα ήθελα να συγχαρώ την Ελλάδα» της Κριστίν Λαγκάρντ ήταν ανεπιφύλακτο…

Ό,τι ίσχυε πέρσι και πρόπερσι και πίσω-πίσω στη δυσάρεστη αυτή 10ετία, αυτό ισχύει και τώρα με τα πλεονάσματα!

Ανάλογος λογαριασμός ισχύει με το «κοινωνικό μέρισμα» (των 700 ευρώ σε κάπου 250.000 δικαιούχους) που διανεμήθηκε τέλος του έτους. Η σύγκριση με την παροχή 100-1.200 ευρώ σε ευρύτατο φάσμα δικαιούχων, κάπου 1.600.000 αποδέκτες την αντίστοιχη περίοδο του 2018 (και στις δύο περιπτώσεις, η αναφορά σε δικαιούχους, όχι σε τελικά ωφελούμενους/οικογένειες), δίνει κάτι διόλου αμελητέο – σε επίπεδο προσδοκώμενης επίπτωσης στην κατανάλωση, και δι’ αυτής στο ΑΕΠ.

Και, για να συνδέσουμε το κλείσιμο της ανάλυσης με το ξεκίνημα του σημειώματος, όλη αυτή η συζήτηση γίνεται την ώρα που η γεωπολιτική αναταραχή με αιχμές άμυνας για την Ελλάδα του 2020 θέτει και πάλι με έμφαση θέμα εξοπλισμών – όπως μετά το 1987, όπως μετά το 1996…

 

Αφήστε ένα σχόλιο