Κοράκια εναντίον ζόμπι

Δημοσιεύτηκε από economia 24/01/2020 0 Σχόλια The Economist,

Οικονομική Επιθεώρηση, Ιανουάριος 2020, τ. 990

από τον Τhe Economist

 

 

 

 

Τα funds που στοιχηματίζουν σε χρεοκοπημένες επιχειρήσεις περιμένουν εναγωνίως μια κάμψη στη διεθνή οικονομία

 

 

 

Στις 4 Νοεμβρίου τα ομόλογα της βρετανικής κατασκευαστικής Kier Group σημείωσαν 10% πτώση, όταν κυκλοφόρησε η πληροφορία ότι οι τράπεζες προσπαθούσαν να ξεφορτωθούν το χρέος της – με μεγάλη έκπτωση στην τιμή. Η φήμη παρέμενε ανεπιβεβαίωτη (πηγές από την ίδια την εταιρεία και από βασική της τράπεζα διέψευδαν τον ισχυρισμό), όμως οι επενδυτές μπορεί να αισθάνθηκαν ευθέως ότι συμβαίνει κάτι οικείο. Μετά την αιφνίδια κατάρρευση της Carillion και της Interserve, η Kier είναι η τρίτη μεγάλη κατασκευαστική της Βρετανίας που μάχεται για την επιβίωσή της σε λιγότερο από δύο χρόνια. Και κάθε φορά που η μοίρα αυτού του κλάδου επιδεινώνεται, εμφανίζονται στον ορίζοντα hedge funds/κοράκια έτοιμα να αρπάξουν τμήματα του χρέους των εταιρειών σε τιμές ευκαιρίας.

 

Τα funds που αγοράζουν «δάνεια απελπισίας», δηλαδή ομόλογα με τουλάχιστον δέκα ποσοστιαίες μονάδες απόδοση πάνω από τα ομόλογα του (βρετανικού) Δημοσίου, έχουν αρχίσει να γίνονται συχνά αντικείμενο φόβου και καταδίκης. Έσπευσαν να επιτεθούν στην ταξιδιωτική Thomas Cook και στην καλιφορνέζικη εταιρεία κοινής ωφέλειας PG&E λίγο προτού αυτές χρεοκοπήσουν, προ μηνών. Σύμφωνα με την Christine Farquhar της επενδυτικής Cambridge Associates, παρόμοια κοράκια συγκεντρώνονται πάνω από πετρελαϊκές εταιρείες, αλλά και από εταιρείες λιανικής που πιέζονται από το ηλεκτρονικό εμπόριο. Αρπάζουν δε χαρτοφυλάκια πιεσμένων δανείων από τις τράπεζες. Άμα οι εταιρείες-στόχοι τους κατορθώσουν να ανακάμψουν, τότε τα κοράκια ενθυλακώνουν μεγάλη κέρδη. Αν κάτι τέτοιο δεν συμβεί, πάλι βγαίνουν με κέρδος, καθώς συνήθως βρίσκονται στην πρώτη γραμμή για να συμμετάσχουν στο προϊόν της εκκαθάρισης.

 

Όμως, οι επαγγελματίες των «δανείων απελπισίας» αρχίζουν αυτή τη φορά να αδημονούν. Είχαν πειστεί ότι μια ύφεση δεν θα αργούσε, οπότε από το 2017 και μετά είχαν σηκώσει από τις αγορές 136 δισ. δολάρια – περισσότερα απ’ όσα στα 4 χρόνια μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση, σύμφωνα με την Private Debt Investor, που δημοσιεύει παρόμοια ενημερωτικά στοιχεία για τον κλάδο. Όμως, δυσκολεύονται πλέον να διαθέσουν αυτά τα κεφάλαια: σήμερα τα funds αυτού του τύπου διακρατούν 62 δισ. δολάρια σε «στεγνό μπαρούτι», δηλαδή σχεδόν διπλάσιο ποσό αδιάθετων κεφαλαίων απ’ όσο είχαν το 2008, ενώ σχεδόν όσα είχαν στα χέρια τους (75 δισ.) στην κορυφή του φαινομένου, το 2018.

 

Δύο πράγματα δυσκολεύουν τη ζωή των κορακιών. Πρώτον, παρά τις ανήσυχες αγορές και την έντονη πτώση των τιμών των πρώτων υλών, η παγκόσμια οικονομία συνεχίζει την ανοδική πορεία της δεκαετίας που προηγήθηκε. Και ακριβώς τη στιγμή που τα funds θεωρούσαν ότι είχε φθάσει η στιγμή της κάμψης των οικονομιών, τα επιτόκια μειώθηκαν και οι πιεσμένοι δανειζόμενοι κατάφεραν να συνεχίσουν να σέρνονται για λίγο ακόμη. Εν τω μεταξύ, η πληθωρική ρευστότητα που επικρατεί έχει κάνει λιγότερο σκληρές τις συμβατικές ρήτρες, που απαιτούν από τους δανειζόμενους να κρατούν το χρέος τους υπό έλεγχο· οπότε, είναι πιο δύσκολο για τα funds να εξωθήσουν πιεσμένες επιχειρήσεις σε χρεοκοπία.

 

Οι πράξεις επί «δανείων απελπισίας» έχουν αρχίσει να σπανίζουν. Κι όταν ακόμη εμφανίζονται, ο ανταγωνισμός είναι σκληρός. Αυτό ωθεί τις τιμές προς τα πάνω, με αποτέλεσμα οι αποδόσεις να συμπιέζονται. Και οι χαλαρότερες συμβατικές ρήτρες δημιουργούν πρόσθετη πίεση: οι πιστωτές ανακτούν συχνά λιγότερα από τις αναδιαρθρώσεις επιχειρήσεων, σύμφωνα με την Hermes Investment Management. Επιπλέον, η αγορά των «δανείων απελπισίας» έχει χάσει τη ρευστότητά της· συνεπώς, οι πράξεις εκτελούνται πιο δύσκολα, καθώς τα αμοιβαία κεφάλαια που επικεντρώνονται σε ομόλογα σταθερής απόδοσης επικεντρώνονται σε μεγαλύτερες και ασφαλέστερες εταιρείες.

 

Ενώ επί χρόνια απέδιδαν περισσότερο από τις εταιρείες ιδιωτικών τοποθετήσεων, ο κλάδος αυτός έχει μείνει πίσω μετά το 2016 – και τούτο σε κάθε διαδοχικό 3μηνο. Η εσωτερική του απόδοση διαμορφώνεται σήμερα σε επίπεδο 8,5% (μετά τις προμήθειες), έναντι του 12% προ 2ετίας.

 

«Μια ολόκληρη σειρά διαχειριστών παρόμοιων funds έχει χαθεί» σημείωνε διαχειριστής εταιρείας του κλάδου. Τα γραφεία χάνουν προσωπικό, μεγάλα funds αναγκάστηκαν να κλείσουν. Ο Nick Kraemer, της S&P Global, που ασχολείται με την αξιολόγηση πιστοληπτικής ικανότητας, αναφέρει ότι το ποσοστό χρεοκοπιών σε ομόλογα κερδοσκοπικής διαβάθμισης μπορεί να ξεπεράσει το 10% στις ΗΠΑ στα μέσα του 2020 (έναντι ενός 2,4% τον Ιούνιο του 2019), πράγμα που επιτρέπει στον κλάδο να ελπίζει. Όμως, αν υπάρξει πρόσθετη χαλάρωση από πλευράς Fed, η κατάσταση θα μπορούσε να ανατραπεί. Ταυτόχρονα, διαρθρωτικοί παράγοντες (όπως οι χαλαρές ρήτρες και η περιορισμένη ρευστότητα) είναι πιθανόν να συνεχίσουν να εκδηλώνονται. Μπορεί λοιπόν οι βρετανικές κατασκευαστικές να βουλιάζουν, όμως τα εταιρικά ομόλογα πιθανόν να αποδειχθεί ότι διέθεταν σταθερότερα θεμέλια…

Αφήστε ένα σχόλιο