Οι μικροί εμφύλιοι

Δημοσιεύτηκε από economia 27/01/2020 0 Σχόλια άρθρα,

Oικονομική Επιθεώρηση, Ιανουάριος 2020, τ. 990

BOΡΕΙΟ ΒΑΡΟΜΕΤΡΟ του Κώστα Μπλιάτκα

 

 

 

 

 

 

 

 

Είναι μια πόλη που υπήρξε από την ίδρυσή της, το 315 π.Χ. από τον βασιλιά Κάσσανδρο, πόλη-μητρόπολη και μεγάλο αστικό κέντρο συνεχούς ζωής για πάνω από 2.300 χρόνια, με 15 μνημεία που επισήμως προστατεύει η UNESCO ως θησαυρούς παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς. Η Θεσσαλονίκη του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη και του Γιώργου Ιωάννου, η «όμορφη Θεσσαλονίκη» του Τσιτσάνη, βιώνει μια άθλια καθημερινότητα, χωρίς αστικές συγκοινωνίες και χωρίς μέσο μεταφοράς σταθερής τροχιάς.

Επανερχόμαστε στο θέμα μόνο και μόνο διότι από το προηγούμενό μας σημείωμα υπήρξαν εξελίξεις – μάλλον προς το χειρότερο.

Περπατάς στην Εγνατία και βλέπεις απέναντι μια αναστάτωση, ένα πλήθος άνω των εκατό ατόμων να φωνάζουν. Υποθέτεις ότι έγινε κάτι κακό ή ότι ετοιμάζεται μια διαδήλωση. Προσέχεις καλύτερα και διαπιστώνεις ότι τίποτα από αυτά δεν συμβαίνει: είναι απλώς κόσμος θυμωμένος, απελπισμένος, συγκεντρωμένος στη στάση του ΟΑΣΘ. Τα λεωφορεία περνούν όχι απλώς γεμάτα αλλά με τους επιβάτες στριμωγμένους μέσα σαν σαρδέλες. Τα λεωφορεία φυσικά δεν σταματούν, με τους άμοιρους οδηγούς τους να αναγκάζονται να κάνουν στάση μερικές δεκάδες μέτρα πιο κάτω για να κατέβουν τουλάχιστον όσοι έφτασαν στον προορισμό τους.

Το πώς θα εξυπηρετηθούν όλοι αυτοί οι άνθρωποι, άλλος για να φτάσει έγκαιρα στη δουλειά του και άλλος στον γιατρό, είναι ένα ερώτημα που έχει θλιβερή, αποστομωτική απάντηση: Δεν θα προλάβουν!

Αν όμως δεν έχει πια νόημα να θυμώνει κανείς με τον ΟΑΣΘ, άλλο τόσο νόημα δεν έχει και να ακούει τους αρμόδιους να λένε ότι «το μετρό θα ξεκινήσει το 2021, αλλά ίσως και το 2023. Σε κάθε περίπτωση το 2025»!

Μόνο που η καθημερινότητα στο κέντρο της Θεσσαλονίκης είναι διανθισμένη από καθημερινούς «μικρούς εμφυλίους πολέμους», με τον κόσμο να μην γνωρίζει πια ποιο είναι το σωστό να γίνει και ποιο το λάθος!

Προτού καταφύγουμε στον γνωστό φόβο μήπως πράγματι σ’ αυτή την πόλη και σ’ αυτή τη χώρα τον διχασμό τον έχουμε στο αίμα μας, ας δούμε πώς έχει το όλο θέμα:

Οι μεν αναρωτιούνται αν είναι δυνατόν να διχάζει τους πολίτες το αν θα αποσπαστούν ή αν θα παραμείνουν τα αρχαία στη στάση του μετρό της Βενιζέλου.

Οι δε κινητοποιούνται «για την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς», με αίτημα να σταματήσει το σχέδιο απόσπασης και επανατοποθέτησης των μνημείων που έχουν βρεθεί στον σταθμό Βενιζέλου του μετρό, σχέδιο που όταν γράφονταν αυτές οι γραμμές επρόκειτο να περάσει από το ΚΑΣ, ανατρέποντας μια προηγούμενη απόφαση.

Μια μεγάλη μερίδα του κόσμου που ταλαιπωρείται καθημερινά με τις συγκοινωνίες ελάχιστα ενδιαφέρεται για τα αρχαία.

Μια άλλη ομάδα, επίσης πολυάριθμη, κατηγορεί για υποκρισία την κυβέρνηση, λέγοντας πως την ώρα που ζητάμε πίσω τα Μάρμαρα του Παρθενώνα ως κομμάτι ενός ενιαίου, μοναδικού και παγκόσμιας ακτινοβολίας μνημείου κάνουμε ακριβώς το αντίθετο στη Θεσσαλονίκη.

Μια τρίτη ομάδα, που διαρκώς κερδίζει οπαδούς, ζητά να καταργηθεί επιτέλους ο σταθμός Βενιζέλου και να αποκαλυφθούν σε όλη τους τη λαμπρότητα οι αρχαιότητες in situ. Λένε μάλιστα πως χωρίς τον σταθμό αυτό η απόσταση μεταξύ του προηγούμενου σταθμού (της Πλατείας Δημοκρατίας) και του επόμενου (της Αγίας Σοφίας) θα είναι 1.300 μέτρα όλα κι όλα.

Μέχρι να βρεθεί λύση όλοι έχουν γίνει ειδικοί, χωρίς να είναι ούτε αρχαιολόγοι, ούτε μηχανικοί, και εκφέρουν άποψη για το αν είναι εφικτή η μία ή η άλλη πρόταση.

Στη συζήτηση παρενέβη το Τμήμα Πολιτικών Μηχανικών του ΑΠΘ, που συζήτησε το θέμα σε ειδική ανοιχτή συζήτηση που διοργάνωσε για όλα τα μέλη του (μέλη ΔΕΠ, ΕΕΠ, ΕΔιΠ, ΕΤΕΠ). Ανάμεσα στα συμπεράσματα της συζήτησης τονίζεται και το εξής:

«Τα ευρήματα όχι μόνο δεν αποτελούν τροχοπέδη στην υλοποίηση των αναγκαίων υποδομών και στον δρόμο της ανάπτυξης της πόλης, αλλά με την παραμονή στη θέση τους και την ανάδειξή τους θα αποτελέσουν σημαντικό πόλο έλξης της διεθνούς κοινότητας.

H τεχνική λύση που επιτρέπει την κατασκευή του σταθμού του μετρό χωρίς τη μετακίνηση των ευρημάτων και χωρίς την καταστροφή του φυσικού τους περιβάλλοντος, και η οποία ήδη είχε αρχίσει να εφαρμόζεται, είναι λύση απολύτως εφικτή και κανένας ουσιαστικός λόγος που να συντρέχει για την ανάκλησή της δεν έχει παρουσιαστεί».

Κλείνουμε το σημείωμα εκφράζοντας την ελπίδα πως το 2020 θα επιταχύνει τις εξελίξεις, ότι θα βρεθεί λύση για τον εξουθενωμένο πολίτη και ότι θα μπορέσει η Θεσσαλονίκη να ζήσει την καθημερινότητά της με τρόπο αντάξιο της ιστορίας και της μνήμης της.

Αφήστε ένα σχόλιο