Οι κυρώσεις τραυματίζουν

Δημοσιεύτηκε από economia 06/02/2020 0 Σχόλια The Economist,

Οικονομική Επιθεώρηση, Φεβρουάριος 2020, τ. 991

από τον Τhe Economist

 

Οι ΗΠΑ έχουν κάνει το δολάριο όπλο. Εναλλακτικές λύσεις αναζητούνται σε αναδυόμενες και ανεπτυγμένες οικονομίες

 

Στις 25 Ιανουαρίου, ΗΠΑ και Κίνα υπέγραψαν την πρώτη φάση μιας εμπορικής συμφωνίας που χαλαρώνει τις εντάσεις, καθώς η Κίνα συμφώνησε να αγοράσει πρόσθετα αμερικανικά προϊόντα αξίας 200 δισ. δολαρίων μέσα στην ερχόμενη 2ετία. Μπορεί η εικόνα αυτή να δείχνει ότι ακολουθεί ειρήνευση στις διεθνείς οικονομικές σχέσεις, όμως κάτω από την επιφάνεια οι τεκτονικές πλάκες του εμπορίου βρίσκονται σε κίνηση. Η επίδειξη οικονομικής δύναμης από πλευράς των ΗΠΑ –με τη χρήση κυρώσεων, δασμών και απαγορεύσεων εις βάρος των εταιρειών εκείνων που τίθενται σε μαύρη λίστα– δεν διέφυγε από την προσοχή των υπόλοιπων χωρών. Οι οποίες εντείνουν τις προσπάθειες να αποφύγουν τους παγκόσμιους χρηματοπιστωτικούς διαύλους που βασίζονται στο δολάριο.

 

Μπορεί έτσι να προαναγγέλλεται ένα πιο ισορροπημένο διεθνές νομισματικό σύστημα, όμως διαφαίνονται και κίνδυνοι για την παγκόσμια οικονομία.

 

Η κυβέρνηση Τραμπ έχει στρέψει την οικονομική της δύναμη όχι μόνον κατά της Κίνας, αλλά και κατά του Ιράν, της Ρωσίας και πολλών άλλων – μεταξύ των οποίων και σύμμαχοι, όπως η Ενωμένη Ευρώπη και η Τουρκία. Οι πιο πρόσφατες κυρώσεις κατά του Ιράν, που ανακοινώθηκαν στα μέσα Ιανουαρίου, θα προσθέσουν νέα πίεση σε μια οικονομία η οποία ήδη πλήττεται από οικονομικούς πυραύλους που στοχεύουν τράπεζες, παραγωγή πετρελαίου και ναυτιλία. Το παγκόσμιο εμπόριο είναι τόσο δολαριοκεντρικό, ώστε οι υπόλοιπες χώρες εδώ και καιρό δεν βρίσκουν εύκολο τρόπο να εμπορεύονται –ακόμη και μεταξύ τους– χωρίς να καταφεύγουν στο αμερικανικό νόμισμα, τις αμερικανικές τράπεζες και τις αμερικανικές υποδομές πληρωμών. Οι μισές τουλάχιστον εμπορικές τιμολογήσεις γίνονται σε δολάρια. Η πλειοψηφία των διασυνοριακών συναλλαγών εν τέλει εκκαθαρίζονται μέσω Νέας Υόρκης.

 

Οι ΗΠΑ άρχισαν να χρησιμοποιούν στα σοβαρά το σύστημα του δολαρίου ως γεωπολιτικό όπλο μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου του 2001. Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ οδήγησε αυτή την πολιτική σε νέα επίπεδα έντασης, καθώς χρησιμοποιεί τις κυρώσεις ως βασικό εργαλείο της εξωτερικής πολιτικής του – αλλά και στοχεύει ακόμη και συμμάχους με «δευτερογενείς κυρώσεις» που τιμωρούν οποιονδήποτε συναλλάσσεται με κράτη τα οποία βρίσκονται στο μαύρο κατάστιχο των ΗΠΑ. Η ισχύς των ΗΠΑ προέρχεται εντέλει από τη δυνατότητα που έχουν να απαγορεύουν τη χρήση του χρηματοοικονομικού τους συστήματος από εταιρείες – οι οποίες, τότε, βρίσκονται απομονωμένες και χωρίς τη δυνατότητα να συνεργάζονται με αντισυμβαλλομένους. Το τελικό αποτέλεσμα είναι συχνά οικονομικά θανατηφόρο.

 

Οι κινήσεις προκειμένου να διερευνηθούν εναλλακτικές λύσεις απέναντι στην εξάρτηση από το δολάριο σ’ αυτή την επιθετική φάση των πραγμάτων έχουν λάβει διάφορες μορφές. Η Ρωσία έχει προχωρήσει εν πολλοίς σε αποδολαριοποίηση των εμπορικών ροών της, του εξωτερικού της χρέους και των τραπεζικών στοιχείων ενεργητικού της. Οι γιγάντιες ενεργειακές εταιρείες της έχουν αρχίσει να μετατρέπουν τις συμβάσεις τους σε ρούβλια. Η Ρωσία, η Κίνα, η Ινδία και άλλες χώρες έχουν αρχίσει να διαπραγματεύονται –και να υπογράφουν– εμπορικές ή ευρύτερες συμφωνίες με προβλεπόμενη καταβολή των οφειλών σε εθνικά νομίσματα. Αναζητούν επίσης εναλλακτικές λύσεις αντί του SWIFT, του κυρίαρχου δικτύου ανταλλαγής μηνυμάτων πληρωμών, διά του οποίου κυριαρχούν οι ΗΠΑ. Εν τω μεταξύ, η Ευρώπη έχει δημιουργήσει το Instex (σύστημα εκκαθάρισης πληρωμών), που θα μπορούσε να επιτρέψει στις εταιρείες της να συναλλάσσονται με το Ιράν παρακάμπτοντας τον χρηματοοικονομικό χωροφύλακα των ΗΠΑ. H αναζήτηση χρηματοοικονομικών παρακαμπτηρίων έχει αποκτήσει πρόσθετες δυνατότητες λόγω των τεχνολογικών καινοτομιών που διαχέονται σε όλο τον κόσμο των χρηματοοικονομικών σχέσεων. Οι κεντρικοί τραπεζίτες σε Ευρώπη και Κίνα εντείνουν τις προσπάθειες για τη δημιουργία ψηφιακών νομισμάτων δημόσιου χαρακτήρα. Τα συστήματα αυτά θα μπορούσαν να συμβάλουν στη μείωση του κόστους των ηλεκτρονικών διασυνοριακών πληρωμών, το οποίο παραμένει ακόμη υψηλό. Ορισμένοι ήδη προβλέπουν ότι θα δημιουργηθούν κρυπτοδέσμες αποθεματικών νομισμάτων.

 

 

Όχι άμεση απειλή για το δολάριο

 

Θα ήταν υπερβολή να πει κανείς ότι αυτές οι πρωτοβουλίες δημιουργούν άμεση απειλή για το δολάριο. Το Instex δεν έχει χρησιμοποιηθεί ακόμη: οι εναλλακτικές για το SWIFT δεν έχουν αποκτήσει βάρος. Το μερίδιο του δολαρίου παραμένει υψηλό στις περισσότερες χρήσεις (αν και στα συναλλαγματικά αποθέματα έχει υποχωρήσει από 70% στο 60% από το 2000 έως τώρα). Συνεχίζει να καρπούται ισχυρά πλεονεκτήματα δικτύου. Τα πλέον περίπλοκα στοιχεία των παγκόσμιων χρηματοπιστωτικών προϊόντων (συμπεριλαμβανομένων μεγάλου πλήθους παραγώγων) βρίσκονται κατά κανόνα με βάση το δολάριο.

 

Πέραν τούτου, οι ενδεχόμενοι ανταγωνιστές παρουσιάζουν μειονεκτήματα. Το ευρώ μαστίζεται από δομικά και διαχειριστικά προβλήματα, μεταξύ των οποίων κυριότερα είναι η απουσία αληθινής τραπεζικής ένωσης στην Ευρωζώνη, καθώς και τα λιγότερα (σε σχέση με τις ΗΠΑ) χρηματοπιστωτικά στοιχεία ενεργητικού μηδενικού κινδύνου (όπως είναι τα γερμανικά κρατικά ομόλογα, τα bunds). Η τεχνολογία blockchain δεν μπορεί από μόνη της να καλύψει αυτά τα προβλήματα. Αλλά και το γιουάν αποδείχθηκε ότι είχε δημιουργήσει ψευδείς προσδοκίες. Η αυστηροποίηση των ελέγχων στην κίνηση κεφαλαίων μετά το χρηματοπιστωτικό κραχ του 2015 φρέναρε τις τολμηρές προβλέψεις ότι το κινεζικό νόμισμα θα ξεπερνούσε το δολάριο μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 2020. Πάντως, έχουμε φτάσει σε ένα σημείο καμπής. Αφότου ο Ντόναλντ Τραμπ άρχισε να πυροβολεί με οικονομικά πυρά, οι στόχοι του, ενώ αρχικά συζητούσαν για απελευθέρωση από το δολάριο, τώρα πλέον αρχίζουν να προχωρούν προς την κατεύθυνση αυτή – αν και προς στιγμή διστακτικά στις περισσότερες περιπτώσεις. Δύσκολα αυτές οι προσπάθειες θα μπορούσαν να ανακοπούν στο μέλλον, ακόμη κι αν οι ΗΠΑ χαλαρώσουν.

 

Ένας κόσμος όπου το δολάριο θα βρεθεί να πιέζεται από περισσότερες πλευρές θα είναι ένας κόσμος απρόβλεπτος. Σε πιο μακροπρόθεσμο ορίζοντα, μεγαλύτερη ισορροπία μεταξύ των αποθεματικών νομισμάτων μπορεί να καταστήσει το παγκόσμιο νομισματικό σύστημα λιγότερο ευάλωτο στα διάφορα σοκ, ενώ η κυριαρχία του δολαρίου δεν είναι –ούτε αυτή– χωρίς προβλήματα για τις ΗΠΑ: στρεβλώνει την αξία του νομίσματός τους (προς τα πάνω) και τα επιτόκια της αγοράς (προς τα κάτω).

 

Στο μεσοδιάστημα, πάντως, η νέα εποχή νομισματικού πειραματισμού έχει τρεις μεγάλους κινδύνους. Πρώτον, μια περαιτέρω κλιμάκωση των κυρώσεων θα μπορούσε να προξενήσει ένα χρηματοπιστωτικό σοκ – αν, για παράδειγμα, βρεθούν στο στόχαστρο οι γιγαντιαίες κινεζικές τράπεζες, οι οποίες έχουν συνολικά στα βιβλία τους πάνω από 1 τρισεκατομμύριο σε δολαριακά στοιχεία ενεργητικού. Η δεύτερη ανησυχία είναι ότι, όσο περισσότερο πολιτικοποιείται η χρηματοπιστωτική ηγεμονία των ΗΠΑ τόσο λιγότερο πειστική θα είναι ως προς τον παραδοσιακό της ρόλο του δανειστή εσχάτης ανάγκης προς τις εξωχώριες χρηματοπιστωτικές αγορές και τράπεζες που συναλλάσσονται σε δολάρια. Η τρίτη έγκειται στο ότι οι περίοδοι μετάβασης στην παγκόσμια νομισματική τάξη είναι εγγενώς απρόβλεπτες. Ορισμένοι οικονομολόγοι πιστεύουν ότι η Μεγάλη Ύφεση εν μέρει οφείλεται στο ότι δεν υπήρχε ηγεμονική δύναμη που να σταθεροποιεί την παγκόσμια οικονομία.

 

Η αύξηση της χρηματοπιστωτικής πίεσης από πλευράς Τραμπ θα έχει επιπτώσεις που θα ξεπερνούν κατά πολύ τη Μόσχα ή την Τεχεράνη.

 

Αφήστε ένα σχόλιο